(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Γιατί δύο πραγματογνωμοσύνες μπορεί να καταλήγουν σε διαφορετικά συμπεράσματα

Η προσδοκία ότι μια ψυχολογική πραγματογνωμοσύνη θα αποδώσει ένα μοναδικό, αντικειμενικά «σωστό» συμπέρασμα είναι περισσότερο αντανάκλαση του πώς φανταζόμαστε την επιστήμη, παρά του πώς λειτουργεί στην πράξη η κλινική και δικανική αξιολόγηση. Η ψυχολογία —ιδίως όταν εφαρμόζεται σε νομικά συμφραζόμενα— δεν παράγει απλώς μετρήσεις· παράγει ερμηνείες βασισμένες σε δεδομένα περιορισμένης και συχνά άνισης ποιότητας. Η απόκλιση, επομένως, δεν είναι εξαίρεση· είναι αναμενόμενη συνθήκη.

Η αξιολόγηση ως ερμηνευτική διαδικασία

Πρώτο σημείο που συχνά παραβλέπεται: η ίδια η φύση της αξιολόγησης. Ακόμη και όταν χρησιμοποιούνται σταθμισμένα ψυχομετρικά εργαλεία, το τελικό συμπέρασμα δεν είναι αριθμητικό αποτέλεσμα αλλά σύνθεση πολλαπλών πηγών: συνέντευξη, ιστορικό, παρατήρηση, ενίοτε και τρίτες πηγές. Η διαδικασία αυτή προϋποθέτει κλινική κρίση. Και η κλινική κρίση, όσο κι αν επιδιώκει τη συστηματικότητα, δεν είναι πλήρως τυποποιήσιμη (Heilbrun et al., 2009). Αυτό σημαίνει ότι δύο επαγγελματίες μπορούν να αξιολογήσουν τα ίδια δεδομένα μέσα από διαφορετικά ερμηνευτικά σχήματα χωρίς απαραίτητα να σφάλλει κάποιος από τους δύο.

Αν αυτό φαίνεται να υπονομεύει την αξιοπιστία, χρειάζεται προσοχή στη διατύπωση του προβλήματος. Η αξιοπιστία στη δικανική ψυχολογία δεν είναι δυαδική («αξιόπιστο/μη αξιόπιστο») αλλά κλιμακωτή και εξαρτάται από τη μεθοδολογική αυστηρότητα και τη διαφάνεια της τεκμηρίωσης (APA, 2013). Με άλλα λόγια, το ζήτημα δεν είναι αν υπάρχει ερμηνεία — υπάρχει πάντα — αλλά πόσο ελεγχόμενη και τεκμηριωμένη είναι.

Δεύτερον, τα συμπεράσματα εξαρτώνται από το ερώτημα που τίθεται. Μια πραγματογνωμοσύνη δεν είναι γενική ψυχολογική «διάγνωση» αλλά απάντηση σε συγκεκριμένο νομικό ζητούμενο: ικανότητα επιμέλειας, αξιοπιστία μαρτυρίας, εκτίμηση κινδύνου κ.ο.κ. (Melton et al., 2018). Αν το ερώτημα οριστεί διαφορετικά —κάτι που συμβαίνει συχνότερα απ’ όσο αναγνωρίζεται— τότε και το πλαίσιο ερμηνείας μεταβάλλεται. Συνεπώς, η σύγκριση δύο γνωματεύσεων χωρίς σύγκριση των ερωτημάτων τους είναι μεθοδολογικά ελλιπής.

Τρίτον, ο χρόνος. Η ψυχολογική κατάσταση δεν είναι στατική μεταβλητή αλλά δυναμική διεργασία. Μια αξιολόγηση αποτυπώνει ένα χρονικό στιγμιότυπο. Διαφορετικές χρονικές στιγμές μπορούν να αποδώσουν ουσιωδώς διαφορετικές εικόνες, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις οξείας επιβάρυνσης ή τραυματικών εμπειριών (Otto & Heilbrun, 2002). Αυτό δημιουργεί μια εύκολη αλλά λανθασμένη εντύπωση «αντίφασης», ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να πρόκειται για μεταβολή.

Τέταρτον, η άνιση πρόσβαση σε πληροφορίες. Οι πραγματογνώμονες σπάνια εργάζονται με απολύτως ταυτόσημο υλικό. Διαφορετικά έγγραφα, διαφορετικοί πληροφοριοδότες, διαφορετικό βάθος συνεντεύξεων. Σε τέτοιες συνθήκες, οι αποκλίσεις δεν είναι μόνο ερμηνευτικές αλλά και επιδημιολογικές: προκύπτουν από το τι δεδομένα υπάρχουν διαθέσιμα εξαρχής (Grisso, 2003). Αυτό θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα που συχνά αγνοείται: δεν είναι μόνο «πώς ερμηνεύτηκαν τα δεδομένα», αλλά και «ποια δεδομένα υπήρχαν».

Πέμπτον, οι μεθοδολογικές επιλογές. Δεν υπάρχει ένα ενιαίο «σωστό» πρωτόκολλο. Άλλοι δίνουν μεγαλύτερη έμφαση σε δομημένες συνεντεύξεις, άλλοι σε ψυχομετρικά εργαλεία, άλλοι στη διασταύρωση πηγών. Αυτές οι επιλογές επηρεάζουν το βάρος των ευρημάτων. Η βιβλιογραφία έχει δείξει ότι η χρήση δομημένων και ημι-δομημένων διαδικασιών αυξάνει τη διαγνωστική συμφωνία, χωρίς όμως να την καθιστά απόλυτη (Borum & Otto, 2004).

Έκτον, και πιο δυσάρεστο αλλά αναγκαίο: οι γνωστικές μεροληψίες. Η δικανική αξιολόγηση δεν είναι απρόσβλητη από confirmation bias ή επιλεκτική εστίαση σε δεδομένα που επιβεβαιώνουν μια αρχική υπόθεση (Neal & Grisso, 2014). Εδώ δεν μιλάμε για θεμιτή απόκλιση αλλά για σφάλμα. Το γεγονός ότι υπάρχουν δύο διαφορετικά συμπεράσματα δεν σημαίνει ότι και τα δύο είναι ισοδύναμα ως προς την ποιότητα.

Τι αξίζει τελικά να συγκρίνεται

Όλα αυτά οδηγούν σε μια πιο απαιτητική αλλά ακριβέστερη στάση: η σύγκριση πραγματογνωμοσυνών δεν πρέπει να γίνεται σε επίπεδο «ποια συμφωνεί με τη δική μας αντίληψη», αλλά σε επίπεδο μεθοδολογίας. Ποια τεκμηριώνει σαφώς τα βήματά της; Ποια διαχωρίζει δεδομένα από ερμηνεία; Ποια αναγνωρίζει ρητά τα όρια και τις αβεβαιότητές της; Αυτά είναι τα κριτήρια που προτείνει και η σύγχρονη δικανική ψυχολογία (Melton et al., 2018).

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να επισημανθεί κάτι που συχνά υποτιμάται στην πράξη: η ποιότητα της αξιολόγησης δεν εξαρτάται μόνο από τον μεμονωμένο ειδικό, αλλά και από το πλαίσιο μέσα στο οποίο εργάζεται. Δομές που επενδύουν σε συστηματικά πρωτόκολλα, διεπιστημονική εποπτεία και σαφή οριοθέτηση του νομικού ερωτήματος τείνουν να μειώνουν τις αυθαίρετες αποκλίσεις. Αυτό δεν εξαλείφει τη διαφωνία, αλλά τη μετατοπίζει από το επίπεδο της αυθαιρεσίας στο επίπεδο της τεκμηριωμένης επιστημονικής διαφωνίας — μια διάκριση ουσιώδη, ιδίως σε περιβάλλοντα όπου οι αξιολογήσεις σχετίζονται με τραύμα ή ευαλωτότητα και απαιτούν αυξημένη μεθοδολογική πειθαρχία.

Συμπέρασμα

Τελικά, η διαφωνία μεταξύ δύο ψυχολογικών πραγματογνωμοσυνών δεν είναι από μόνη της πρόβλημα. Το πρόβλημα προκύπτει όταν η διαφωνία εκλαμβάνεται ως ένδειξη ότι «όλα είναι σχετικά» ή, αντίστροφα, όταν επιχειρείται να εξαλειφθεί μέσω απλουστευτικών κριτηρίων. Η πιο ακριβής θέση είναι πιο απαιτητική: οι αποκλίσεις είναι αναμενόμενες, αλλά δεν είναι όλες ισοδύναμες. Και η αξιολόγησή τους απαιτεί το ίδιο επίπεδο επιστημονικής σκέψης που απαιτεί και η παραγωγή τους.

Βιβλιογραφία

American Psychological Association. (2013). Specialty guidelines for forensic psychology. American Psychologist, 68(1), 7–19. https://doi.org/10.1037/a0029889

Borum, Randy; Otto, Randy; and Golding, Steve, “Improving Clinical Judgment and Decision Making in Forensic Evaluation” (1993). Mental Health Law & Policy Faculty Publications. 541. https://digitalcommons.usf.edu/mhlp_facpub/541

Grisso, T. (2003). Evaluating competencies: Forensic assessments and instruments (2nd ed.). Kluwer Academic/Plenum Publishers.
Μετάβαση στο περιεχόμενο
Verified by MonsterInsights