Το φαινόμενο του “follower”: άτομα που συμμετέχουν σε εγκλήματα χωρίς να είναι οι εγκέφαλοι.
Ιεροδιακόνου-Τσιμπίδη Φλωρεντία
(Απόφοιτη Φ.Π.Ψ, Απόφοιτη Ψυχολογίας, Τελειόφοιτη Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Δικαστικής Ψυχολογίας)
1. Η μη ηγετική συμμετοχή στο έγκλημα ως αντικείμενο επιστημονικής διερεύνησης
Η εγκληματολογική θεωρία και έρευνα έχει ιστορικά επικεντρωθεί στον δράστη ως αυτόνομη μονάδα λήψης αποφάσεων, αποδίδοντας κεντρική σημασία στην πρόθεση, στον σχεδιασμό και στην ατομική ευθύνη. Στο πλαίσιο αυτό, η εγκληματική συμπεριφορά αναλύθηκε κυρίως μέσα από ατομοκεντρικά μοντέλα, τα οποία εστίαζαν σε χαρακτηριστικά προσωπικότητας, γνωστικές στρεβλώσεις και ατομικά κίνητρα. Ωστόσο, η σύγχρονη εμπειρική βιβλιογραφία καταδεικνύει ότι ένα μεγάλο ποσοστό σοβαρών και λιγότερο σοβαρών εγκλημάτων διαπράττεται σε πλαίσιο ομάδας, όπου η εγκληματική πράξη αποτελεί προϊόν συλλογικών διεργασιών και όχι αποκλειστικά ατομικής βούλησης (Thomas, McGloin & Sullivan, 2020).
Η αναγνώριση της ομαδικής διάστασης της εγκληματικότητας οδήγησε σταδιακά σε μια μετατόπιση του επιστημονικού ενδιαφέροντος από το «ποιος είναι ο δράστης» στο «πώς λειτουργεί η ομάδα». Στο πλαίσιο αυτό, αναδύεται η ανάγκη διερεύνησης των διαφορετικών ρόλων που συγκροτούν την εγκληματική δράση. Ένας από αυτούς τους ρόλους, ο οποίος παραμένει ανεπαρκώς εξεταζόμενος, είναι ο ρόλος του follower, δηλαδή του ατόμου που συμμετέχει ενεργά σε εγκληματικές πράξεις χωρίς να είναι ο εμπνευστής, ο οργανωτής ή ο ηγέτης τους. Η συμμετοχή αυτή δεν είναι περιφερειακή ούτε τυχαία. Αντίθετα, αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της λειτουργίας της ομάδας και της δυνατότητάς της να δρα.
Η ανάλυση του follower εγείρει κρίσιμα θεωρητικά και εφαρμοσμένα ερωτήματα. Πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις συμμετοχής όταν η πρωτοβουλία ανήκει σε άλλους; Ποιοι ψυχολογικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί καθιστούν τη συμμόρφωση πιθανότερη από την αποχώρηση; Πώς διαμορφώνονται οι ρόλοι μέσα στην ομάδα και γιατί κάποια άτομα καταλήγουν συστηματικά σε μη ηγετικές θέσεις; Τα ερωτήματα αυτά δεν αφορούν μόνο την ερμηνεία της εγκληματικής συμπεριφοράς, αλλά και τη δικαστική αξιολόγηση της ευθύνης, την πρόβλεψη υποτροπής και τον σχεδιασμό παρεμβάσεων αποκατάστασης.
Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να εξετάσει το φαινόμενο του follower μέσα από μια διεπιστημονική προσέγγιση που συνδυάζει τη σύγχρονη εγκληματολογία, την κοινωνική ψυχολογία και την αναπτυξιακή προοπτική. Το άρθρο υιοθετεί τη θέση ότι η μη ηγετική συμμετοχή στο έγκλημα δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς χωρίς αναφορά στις σχέσεις, στις αναπτυξιακές εμπειρίες και στις δομικές συνθήκες που διαμορφώνουν την ευαλωτότητα του ατόμου στη συμμόρφωση.
2. Ο follower ως λειτουργικός ρόλος στην εγκληματική ομάδα
Η εγκληματική ομάδα δεν αποτελεί απλώς άθροισμα ατόμων με παρόμοιες προθέσεις, αλλά ένα δυναμικό κοινωνικό σύστημα με άτυπες ιεραρχίες, προσδοκίες και κανόνες. Σύγχρονες θεωρίες ομαδικής εγκληματικότητας υπογραμμίζουν ότι οι ρόλοι μέσα στην ομάδα αναδύονται μέσα από αλληλεπιδράσεις που συνδέονται τόσο με ατομικά χαρακτηριστικά όσο και με συγκυριακές ανάγκες της ομάδας (Pyrooz, Sweeten & Piquero, 2013). Στο πλαίσιο αυτό, ο follower δεν είναι απλώς «λιγότερο σημαντικός» δράστης, αλλά επιτελεί συγκεκριμένες λειτουργίες που καθιστούν δυνατή τη συλλογική δράση.
Η παρουσία followers αυξάνει τη βιωσιμότητα της ομάδας, καθώς ενισχύει τη συνοχή και μειώνει την αίσθηση ατομικού ρίσκου. Η θεωρία της διάχυσης της ευθύνης εξηγεί ότι όταν η πράξη μοιράζεται μεταξύ πολλών, η υποκειμενική αίσθηση ενοχής και φόβου μειώνεται, γεγονός που διευκολύνει τη συμμετοχή σε συμπεριφορές υψηλού ρίσκου ή ηθικής αμφισημίας (Van Gelder et al., 2023). Για τον follower, η πράξη βιώνεται συχνά όχι ως προσωπική επιλογή, αλλά ως αναμενόμενη συνέπεια της συμμετοχής στην ομάδα.
Επιπλέον, ο follower συμβάλλει στη νομιμοποίηση των αποφάσεων του ηγέτη. Η απουσία αντίδρασης ή η ενεργή συμμόρφωση λειτουργεί ως άτυπη επιβεβαίωση ότι η επιλεγμένη πορεία δράσης είναι αποδεκτή. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε ομάδες όπου η ηγεσία βασίζεται περισσότερο σε χαρισματικά ή σχεσιακά χαρακτηριστικά παρά σε ωμή βία. Η ύπαρξη followers που ακολουθούν χωρίς εμφανή εξαναγκασμό ενισχύει τη φαινομενική «κανονικότητα» της εγκληματικής δραστηριότητας και μειώνει τις εσωτερικές αντιστάσεις.
Η βιβλιογραφία καταδεικνύει ότι οι ρόλοι στην εγκληματική ομάδα δεν είναι στατικοί, αλλά ωστόσο τείνουν να παγιώνονται με την πάροδο του χρόνου. Άτομα που εισέρχονται στην ομάδα σε νεαρή ηλικία ή σε κατάσταση κοινωνικής ευαλωτότητας έχουν αυξημένη πιθανότητα να παραμείνουν σε μη ηγετικούς ρόλους, ακόμη και όταν αποκτούν εμπειρία (Pyrooz, Sweeten & Piquero, 2013). Η παγίωση αυτή συνδέεται με τη σταδιακή εσωτερίκευση της θέσης του follower ως στοιχείου ταυτότητας, γεγονός που δυσχεραίνει την αποδέσμευση (Van Gelder et al., 2023).
3. Αναπτυξιακές διαδρομές: οικογενειακό περιβάλλον, δεσμός και πρώιμη κοινωνικοποίηση
Η αναπτυξιακή εγκληματολογία έχει αναδείξει τη σημασία των πρώιμων εμπειριών στη διαμόρφωση των μετέπειτα προτύπων συμπεριφοράς και σχέσεων. Στην περίπτωση των followers, η οικογενειακή εμπειρία συχνά χαρακτηρίζεται όχι τόσο από ακραία κακοποίηση όσο από χρόνιες συνθήκες συναισθηματικής ασυνέπειας και ασαφών ορίων. Μελέτες δείχνουν ότι παιδιά που μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα όπου η γονεϊκή ανταπόκριση είναι απρόβλεπτη ή αντιφατική αναπτύσσουν αυξημένη ευαισθησία στις διαθέσεις των άλλων και τάση προσαρμογής προκειμένου να διατηρήσουν τη σχέση (Cheng, et al., 2020).
Η θεωρία του δεσμού προσφέρει ένα χρήσιμο πλαίσιο κατανόησης αυτής της διαδικασίας. Ασφαλείς δεσμοί ενισχύουν την αυτονομία και την ικανότητα λήψης αποφάσεων, ενώ ανασφαλείς μορφές δεσμού, ιδιαίτερα ο αγχώδης και ο αποδιοργανωμένος, συνδέονται με αυξημένη ανάγκη επιβεβαίωσης και φόβο εγκατάλειψης. Στο πλαίσιο αυτό, η συμμόρφωση δεν αποτελεί απλώς κοινωνική δεξιότητα, αλλά μηχανισμό ψυχικής επιβίωσης. Το παιδί μαθαίνει ότι η διαφωνία μπορεί να οδηγήσει σε απόσυρση της φροντίδας ή της αποδοχής, γεγονός που ενισχύει την τάση υποταγής (Hoeben, 2019).
Κατά τη μετάβαση στην εφηβεία, οι μηχανισμοί αυτοί αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς το άτομο απομακρύνεται από την οικογένεια και αναζητά νέες πηγές ταυτότητας. Οι ομάδες συνομηλίκων αναλαμβάνουν κεντρικό ρόλο στη ρύθμιση της αυτοεκτίμησης και της κοινωνικής θέσης. Για άτομα με ιστορικό ανασφαλούς δεσμού, η ένταξη σε μια ομάδα -ακόμη και παραβατική- μπορεί να βιώνεται ως ανακουφιστική εμπειρία σταθερότητας και προβλεψιμότητας. Η ομάδα προσφέρει σαφείς ρόλους, κανόνες και προσδοκίες, στοιχεία που απουσίαζαν συχνά από το πρώιμο οικογενειακό περιβάλλον (Hoeben, 2019· Van Gelder et al., 2023).
Η παραβατική ομάδα, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν γίνεται αντιληπτή πρωτίστως ως φορέας εγκληματικής δραστηριότητας, αλλά ως πλαίσιο σχέσης. Η εγκληματική πράξη εντάσσεται στη λογική της διατήρησης της σχέσης και όχι απαραίτητα στην επιδίωξη υλικού ή συμβολικού οφέλους. Αυτό εξηγεί γιατί πολλοί followers αναφέρουν, σε αναδρομικές συνεντεύξεις, ότι δεν αισθάνονταν πλήρως ταυτισμένοι με την πράξη, αλλά φοβούνταν τις συνέπειες της μη συμμετοχής περισσότερο από τις συνέπειες της παραβίασης του νόμου (Walters, 2021).
4. Ψυχολογικοί μηχανισμοί συμμόρφωσης και ευαλωτότητα στη θέση του follower
Η συμμετοχή του follower σε εγκληματικές πράξεις δεν μπορεί να ερμηνευθεί επαρκώς ως αποτέλεσμα απλής μίμησης ή παθητικότητας. Αντίθετα, ενεργοποιούνται σύνθετοι ψυχολογικοί μηχανισμοί που σχετίζονται με τη διαχείριση του άγχους, της αβεβαιότητας και της ανάγκης για κοινωνική αποδοχή. Η κοινωνική ψυχολογία έχει καταδείξει ότι η συμμόρφωση αποτελεί βασικό μηχανισμό προσαρμογής, ιδιαίτερα σε καταστάσεις όπου η κοινωνική ένταξη βιώνεται ως κρίσιμη για την ψυχική σταθερότητα του ατόμου (Reicher, Spears & Haslam, 2019).
Στην περίπτωση του follower, η συμμόρφωση δεν εκδηλώνεται ως συνειδητή επιλογή υποταγής, αλλά ως στρατηγική μείωσης του ψυχικού κόστους. Η ανάληψη πρωτοβουλίας συνεπάγεται αυξημένο άγχος, καθώς απαιτεί πρόβλεψη συνεπειών, ανάληψη ευθύνης και διαχείριση ενδεχόμενης αποτυχίας. Για άτομα με χαμηλή αίσθηση αυτεπάρκειας ή με ιστορικό αποθαρρυντικών εμπειριών, η αποφυγή αυτών των ψυχικών απαιτήσεων καθιστά τον ρόλο του follower ψυχολογικά ελκυστικό. Η απόφαση «να ακολουθήσω» λειτουργεί ως μηχανισμός ανακούφισης από το βάρος της επιλογής.
Η έννοια του εξωτερικού τόπου ελέγχου είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στην κατανόηση αυτής της διαδικασίας. Έρευνες δείχνουν ότι άτομα που αποδίδουν τα γεγονότα της ζωής τους σε εξωτερικούς παράγοντες έχουν αυξημένη πιθανότητα να υιοθετούν συμπεριφορές συμμόρφωσης υπό πίεση, καθώς αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως περιορισμένο ως προς την επιρροή του στα αποτελέσματα (Walters, 2021). Στο πλαίσιο της εγκληματικής ομάδας, αυτή η αντίληψη ενισχύεται περαιτέρω: ο ηγέτης παρουσιάζεται ως ο μόνος ικανός να «ξέρει τι κάνει», ενώ ο follower εσωτερικεύει τη θέση του ως εκτελεστικού οργάνου.
Παράλληλα, ενεργοποιούνται μηχανισμοί γνωστικής αναδόμησης που επιτρέπουν στο άτομο να συμμετέχει χωρίς να βιώνει έντονη εσωτερική σύγκρουση. Η ευθύνη αποδίδεται στον ηγέτη ή στην ομάδα συνολικά, ενώ η προσωπική συμμετοχή υποβαθμίζεται ψυχικά. Η διαδικασία αυτή έχει περιγραφεί ως ηθική αποσύνδεση, κατά την οποία οι ηθικές αρχές δεν καταργούνται, αλλά τίθενται προσωρινά σε αναστολή στο όνομα της σχέσης ή της επιβίωσης μέσα στην ομάδα (Van Gelder et al., 2023).
5. Τι «κερδίζει» ο follower: ψυχικά, σχεσιακά και ταυτοτικά οφέλη
Η ανάλυση του ρόλου του follower απαιτεί την αναγνώριση των δευτερογενών οφελών που αποκομίζει το άτομο από τη συμμετοχή του. Τα οφέλη αυτά δεν είναι απαραίτητα υλικά και συχνά δεν γίνονται άμεσα αντιληπτά ούτε από το ίδιο το άτομο. Σε ψυχικό επίπεδο, η ένταξη στην ομάδα προσφέρει αίσθηση ασφάλειας και προβλεψιμότητας. Η ομάδα λειτουργεί ως ρυθμιστής άγχους, παρέχοντας σαφή πλαίσια συμπεριφοράς και μειώνονει την αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει την αυτόνομη δράση.
Σε σχεσιακό επίπεδο, ο follower αποκομίζει το όφελος της αποδοχής. Η αναγνώριση από τα μέλη της ομάδας, ακόμη και αν βασίζεται στη συμμόρφωση, ενισχύει την αυτοεκτίμηση και προσφέρει αίσθηση αξίας. Η θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας υποστηρίζει ότι η ταύτιση με μια ομάδα ενισχύει την αίσθηση του «εμείς» εις βάρος του «εγώ», μειώνοντας την ψυχική μοναξιά και ενισχύοντας την αντοχή σε στρεσογόνες συνθήκες (Reicher, Spears & Haslam, 2019). Για άτομα με ιστορικό κοινωνικού αποκλεισμού ή απορριπτικών εμπειριών, αυτό το όφελος είναι ιδιαίτερα ισχυρό.
Σε επίπεδο ταύτισης, ο ρόλος του follower προσφέρει μια έτοιμη αφήγηση εαυτού. Το άτομο δεν χρειάζεται να διαμορφώσει μόνο του ποιος είναι και τι εκπροσωπεί. Η ομάδα παρέχει μια συλλογική ταυτότητα, μέσα στην οποία ο ρόλος του follower είναι σαφής και αναγνωρίσιμος. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές σε νεαρούς ενήλικες, όπου η ταυτότητα βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση. Η παραβατική δράση, σε αυτή την περίπτωση, δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά μέσο εδραίωσης της ταυτότητας μέσα από τη σχέση με τους άλλους (Pyrooz, Sweeten & Piquero, 2013).
Είναι κρίσιμο να σημειωθεί ότι τα οφέλη αυτά συνοδεύονται από σημαντικό ψυχικό κόστος, το οποίο όμως συχνά αναδύεται μεταγενέστερα. Πολλοί followers αναφέρουν αυξημένα επίπεδα ενοχής, άγχους και εσωτερικής σύγκρουσης μετά την πάροδο του χρόνου, ιδίως όταν απομακρύνονται από την ομάδα ή όταν οι συνέπειες της εγκληματικής πράξης καθίστανται απτές. Η καθυστερημένη αυτή εμφάνιση του κόστους συμβάλλει στη διατήρηση της συμμετοχής, καθώς τα άμεσα οφέλη υπερισχύουν των μακροπρόθεσμων συνεπειών στη φάση της απόφασης.
6.Δυναμικές εξουσίας, έλεγχος και διατήρηση των σχέσεων εντός της εγκληματικής ομάδας
Οι σχέσεις μεταξύ ηγετών και followers στην εγκληματική ομάδα χαρακτηρίζονται από ασύμμετρη κατανομή εξουσίας, η οποία σπάνια εκφράζεται αποκλειστικά μέσω άμεσης βίας. Η σύγχρονη βιβλιογραφία υπογραμμίζει ότι ο έλεγχος ασκείται συχνά μέσω λεπτών, αλλά εξαιρετικά αποτελεσματικών μηχανισμών, όπως η συναισθηματική χειραγώγηση, η υπόσχεση προστασίας και η καλλιέργεια εξάρτησης (Decker & Pyrooz, 2014).
Ένας από τους βασικούς μηχανισμούς διατήρησης της εξουσίας είναι η δημιουργία αίσθησης αμοιβαίας υποχρέωσης. Ο follower ενθαρρύνεται να πιστέψει ότι η ομάδα του προσέφερε κάτι που δεν θα μπορούσε να αποκτήσει αλλού, είτε πρόκειται για προστασία, είτε για κοινωνικό κύρος, είτε για συναισθηματική αποδοχή. Η αντίληψη αυτή ενισχύει το αίσθημα χρέους και καθιστά την αποχώρηση ψυχολογικά δύσκολη, καθώς βιώνεται ως προδοσία και όχι ως αυτόνομη επιλογή.
Παράλληλα, καλλιεργείται συχνά ο φόβος του αποκλεισμού. Ο κοινωνικός αποκλεισμός έχει αποδειχθεί ότι ενεργοποιεί νευροβιολογικά συστήματα που σχετίζονται με τον πόνο, γεγονός που καθιστά την απειλή της απομάκρυνσης ιδιαίτερα ισχυρή (Cheng, et al., 2020). Για τον follower, η απώλεια της ομάδας ισοδυναμεί με απώλεια ταυτότητας και κοινωνικού πλαισίου, γεγονός που ενισχύει τη συμμόρφωση ακόμη και όταν οι πράξεις κλιμακώνονται σε σοβαρότητα.
Οι δυναμικές αυτές τείνουν να παγιώνονται με την πάροδο του χρόνου. Η επαναλαμβανόμενη συμμόρφωση ενισχύει την αυτοαντίληψη του ατόμου ως follower, ενώ η απουσία εμπειριών αυτόνομης επιτυχίας μειώνει περαιτέρω την πιθανότητα ανάληψης ηγετικού ρόλου ή αποχώρησης. Έτσι, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, στον οποίο η θέση του follower αναπαράγεται τόσο από τις εξωτερικές δομές εξουσίας όσο και από τις εσωτερικευμένες πεποιθήσεις του ίδιου του ατόμου.
7. Ρόλοι στις παραβατικές ομάδες και η δομική θέση του follower
Η ανάλυση της εγκληματικής ομάδας ως κοινωνικού συστήματος αναδεικνύει ότι η παραβατική δράση δεν κατανέμεται ισομερώς μεταξύ των μελών, αλλά οργανώνεται γύρω από διαφοροποιημένους ρόλους που εξυπηρετούν συγκεκριμένες λειτουργίες. Η σύγχρονη εγκληματολογική βιβλιογραφία συμφωνεί ότι, ανεξαρτήτως του είδους της εγκληματικής δραστηριότητας, εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα μοτίβα ρόλων, τα οποία αντανακλούν τόσο τις ανάγκες της ομάδας όσο και τις ψυχολογικές διαθεσιμότητες των μελών της (Thomas et al., 2020).
Στο πλαίσιο αυτό, ο follower καταλαμβάνει μια ενδιάμεση αλλά κρίσιμη θέση. Δεν είναι ούτε ο απόλυτα περιφερειακός συμμετέχων ούτε ο ηγετικός παράγοντας, αλλά το μέλος που εξασφαλίζει τη λειτουργική συνέχεια της ομάδας. Η παρουσία του επιτρέπει την κλιμάκωση της δράσης χωρίς να απαιτείται από όλους η ανάληψη ηγετικής ευθύνης. Ο follower λειτουργεί συχνά ως συνδετικός κρίκος μεταξύ ηγεσίας και περιφέρειας, μεταφέροντας κανόνες, προσδοκίες και άτυπες εντολές, ακόμη και όταν δεν έχει επίσημη εξουσία.
Η θέση αυτή δεν είναι ουδέτερη. Αντίθετα, συνοδεύεται από συγκεκριμένες προσδοκίες συμμόρφωσης και διαθεσιμότητας. Η αποτυχία εκπλήρωσης αυτών των προσδοκιών μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια κύρους ή και σε αποκλεισμό, γεγονός που ενισχύει την πίεση για συνεχή ευθυγράμμιση με τις αποφάσεις της ομάδας. Έτσι, ο follower βρίσκεται συχνά σε κατάσταση διαρκούς προσαρμογής, όπου η προσωπική κρίση υποχωρεί μπροστά στη συλλογική δυναμική (Hoeben, 2019· Van Gelder et al., 2023).
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η μετάβαση από τον ρόλο του follower σε πιο ηγετικές θέσεις δεν είναι αυτονόητη. Αντιθέτως, έρευνες δείχνουν ότι άτομα που έχουν παγιωθεί σε μη ηγετικούς ρόλους τείνουν να παραμένουν σε αυτούς, ακόμη και όταν αποκτούν εμπειρία ή δεξιότητες, καθώς η ομάδα έχει ήδη επενδύσει σε μια συγκεκριμένη κατανομή ρόλων (Pyrooz, Sweeten & Piquero, 2013). Η παγίωση αυτή ενισχύεται από την εσωτερίκευση του ρόλου ως στοιχείου ταυτότητας, καθιστώντας τη θέση του follower όχι απλώς λειτουργική αλλά και ψυχολογικά σταθερή.
8.Ψυχολογική και εγκληματολογική αξιολόγηση του follower
Η αξιολόγηση του follower αποτελεί ιδιαίτερη πρόκληση για την κλινική και δικαστική ψυχολογία, καθώς απαιτεί διαφοροποίηση μεταξύ της συμμετοχής ως αποτέλεσμα πρωτογενούς εγκληματικής πρόθεσης και της συμμετοχής ως προϊόν σχεσιακής πίεσης και συμμόρφωσης. Η σύγχρονη βιβλιογραφία υπογραμμίζει ότι οι followers παρουσιάζουν συχνά διαφορετικό ψυχολογικό προφίλ σε σύγκριση με τους ηγετικούς δράστες, γεγονός που έχει άμεσες συνέπειες τόσο για την εκτίμηση επικινδυνότητας όσο και για τον σχεδιασμό παρεμβάσεων (Walters, 2021).
Σε επίπεδο προσωπικότητας, οι followers δεν εμφανίζουν κατ’ ανάγκη έντονα αντικοινωνικά χαρακτηριστικά ή μειωμένη ενσυναίσθηση. Αντίθετα, παρατηρείται συχνά αυξημένη συναισθηματική αντιδραστικότητα, άγχος και δυσκολία στη ρύθμιση της αυτοεκτίμησης. Η εγκληματική πράξη δεν βιώνεται ως έκφραση ισχύος ή κυριαρχίας, αλλά ως μέσο διατήρησης της σχέσης με την ομάδα. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς διαφοροποιεί τον follower από τον δράστη που αντλεί πρωτογενή ενίσχυση από την ίδια την παραβατική συμπεριφορά.
Η αξιολόγηση της ευθύνης, στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαπίστωση της αντικειμενικής συμμετοχής. Απαιτείται διερεύνηση της διαδικασίας λήψης απόφασης, της αντιλαμβανόμενης δυνατότητας επιλογής και του βαθμού στον οποίο το άτομο αισθανόταν ότι μπορούσε να αποχωρήσει χωρίς σοβαρό ψυχικό ή κοινωνικό κόστος. Μελέτες δείχνουν ότι οι followers συχνά υπερεκτιμούν τις αρνητικές συνέπειες της αποχώρησης και υποτιμούν τις εναλλακτικές μορφές κοινωνικής ένταξης, γεγονός που περιορίζει ουσιαστικά την αντιλαμβανόμενη ελευθερία επιλογής (Craig & Piquero, 2021).
Από εγκληματολογική σκοπιά, η διαφοροποίηση αυτή έχει σημασία και για την πρόβλεψη υποτροπής. Οι followers εμφανίζουν συχνά χαμηλότερο κίνδυνο επανάληψης της εγκληματικής συμπεριφοράς όταν απομακρύνονται από το συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο που τους καθιστούσε ευάλωτους. Αυτό υποδηλώνει ότι η παρέμβαση θα πρέπει να εστιάζει λιγότερο στην τιμωρία και περισσότερο στην ενίσχυση της αυτονομίας, της κοινωνικής δεξιότητας και της πρόσβασης σε εναλλακτικά δίκτυα σχέσεων.
9. Κοινωνική αντιμετώπιση, στιγματισμός και ο κύκλος της παραβατικής ταυτότητας
Η κοινωνική και θεσμική αντιμετώπιση των followers συχνά δεν λαμβάνει υπόψη τις παραπάνω διαφοροποιήσεις. Το ποινικό σύστημα τείνει να αντιμετωπίζει την εγκληματική ομάδα ως ομοιογενές σύνολο, αποδίδοντας παρόμοια ευθύνη σε όλα τα μέλη, ανεξαρτήτως ρόλου ή βαθμού πρωτοβουλίας. Η πρακτική αυτή, αν και κατανοητή από νομική σκοπιά, έχει σοβαρές ψυχοκοινωνικές συνέπειες.
Ο στιγματισμός που ακολουθεί τη σύλληψη ή την καταδίκη ενισχύει συχνά την παραβατική ταυτότητα, ιδιαίτερα στους followers. Άτομα που δεν είχαν ισχυρή εγκληματική αυτοαντίληψη πριν την εμπλοκή τους, μπορεί να την εσωτερικεύσουν εκ των υστέρων, όταν αποκλείονται από μη παραβατικά κοινωνικά πλαίσια. Η απώλεια πρόσβασης σε εργασία, εκπαίδευση και κοινωνική αναγνώριση περιορίζει τις εναλλακτικές μορφές ταυτότητας, καθιστώντας την επιστροφή σε παραβατικές ομάδες πιο πιθανή (Decker & Pyrooz, 2014).
Η διαδικασία αυτή δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο, όπου ο follower, αντί να αποδεσμεύεται από τον ρόλο του, παγιώνεται σε αυτόν. Η κοινωνία, αδυνατώντας να διακρίνει μεταξύ ηγετικής και μη ηγετικής συμμετοχής, ενισχύει άθελά της τις συνθήκες που ευνόησαν αρχικά την εμπλοκή. Η κατανόηση του φαινομένου του follower δεν αποτελεί, επομένως, απλώς ακαδημαϊκή άσκηση, αλλά προϋπόθεση για τη διαμόρφωση πιο αποτελεσματικών πολιτικών πρόληψης και αποκατάστασης.
Συμπεράσματα
Το φαινόμενο του follower αναδεικνύει τη σημασία της σχέσης, της ανάπτυξης και της κοινωνικής δυναμικής στην κατανόηση της εγκληματικής συμπεριφοράς. Η μη ηγετική συμμετοχή στο έγκλημα δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως έλλειψη ηθικής ή προσωπικής ευθύνης, αλλά ως αποτέλεσμα σύνθετων ψυχοκοινωνικών διεργασιών που διαμορφώνονται διαχρονικά. Η αναγνώριση αυτών των διεργασιών επιτρέπει μια πιο ακριβή αξιολόγηση της εγκληματικής πράξης και ανοίγει τον δρόμο για παρεμβάσεις που στοχεύουν όχι μόνο στη μείωση της παραβατικότητας, αλλά και στην ενίσχυση της ανθρώπινης αυτενέργειας.
Βιβλιογραφία
Bishop, A. et al. (2017). Developmental Pathways of Youth Gang Membership: A Structural Test of the Social Development Model. Journal of Crime and Justice, 40(1):1-22. Doi:10.1080/0735648X.2017.1329781.
Cheng, T.W et al., (2020). Feeling left out or just surprised? Neural correlates of social exclusion and overinclusion in adolescence. Cognitive, Affective, & Behavioral Neuroscience, Volume 20, pages 340–355, (2020).
Decker, S. H., & Pyrooz, D. C. (2014). Disengagement From Gangs as Role Transitions. Journal of Research on Adolescence. Doi:10.1111/jora.12074.
Hoeben, E. (2019). Peers and offender decision‐making. Criminology & Public Policy, 18(4). Doi: 10.1111/1745-9133.12462.
Pyrooz, D. C., Sweeten, G., & Piquero, A. R. (2013). Continuity and change in gang membership and group offending. Journal of Research in Crime and Delinquency, 56(4), 514–546.
Reicher, S., Spears, R., & Haslam, S. A. (2019). The social identity approach in social psychology. Annual Review of Psychology, 70, 327–353.
Thomas, K. J., McGloin, J. M., & Sullivan, C. J. (2020). Group processes and crime: An examination of co-offending dynamics. Journal of Quantitative Criminology, 36(3), 489–517.
Van Gelder, J.-L., et al. (2023). Crime, Choice, and Context. Journal of Research in Crime and Delinquency. Doi: 10.1177/00224278231153943.
Walters, G. D. (2021). Crime, motivation, and social influence. Psychology, Crime & Law, 27(5), 421–438.