(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Κακοποιητές ανηλίκων: Ψυχολογικά μοτίβα και κοινωνικές δυναμικές

Ιεροδιακόνου-Τσιμπίδη Φλωρεντία

(Απόφοιτη Φ.Π.Ψ, Απόφοιτη Ψυχολογίας, Τελειόφοιτη Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Δικαστικής Ψυχολογίας)

 

Η κακοποίηση ανηλίκων αποτελεί ένα από τα πλέον πολύπλοκα και βαθιά τραυματικά φαινόμενα στη σύγχρονη κοινωνία, καθώς συνδυάζει ψυχολογικές, κοινωνικές και εγκληματολογικές διαστάσεις που απαιτούν διεπιστημονική προσέγγιση. Οι δράστες, είτε μέσω άμεσης σωματικής επαφής είτε μέσω διαδικτυακής εκμετάλλευσης,  παρουσιάζουν μια ετερογενή ομάδα με ποικίλα ψυχολογικά χαρακτηριστικά και κοινωνικές δυναμικές, οι οποίες δεν μπορούν να εξηγηθούν με απλοϊκούς όρους. Ως εκ τούτου, η κατανόηση του φαινομένου προϋποθέτει ανάλυση τόσο των ατομικών προφίλ όσο και των κοινωνικών πλαισίων που διευκολύνουν την ανάπτυξη και την εκδήλωση τέτοιων συμπεριφορών.

Η κακοποίηση ανηλίκων θεωρείται σήμερα σε διεθνές επίπεδο ένα σύνθετο φαινόμενο που περιλαμβάνει τις τέσσερις κύριες μορφές βίας και παραμέλησης: σωματική κακοποίηση, συναισθηματική/ψυχολογική κακοποίηση, σεξουαλική κακοποίηση και παραμέληση. Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, η παραμέληση και η ψυχολογική κακοποίηση είναι οι πιο συχνά αναφερόμενες μορφές κακοποίησης, πολύ περισσότερο από τη σεξουαλική, η οποία είναι στατιστικά λιγότερο συχνή αλλά έχει ιδιαίτερα σημαντικές επιπτώσεις στη ζωή του θύματος. Η κακοποίηση αναδεικνύεται ως μια πράξη που διαπράττεται εντός σχέσεων εμπιστοσύνης και εξουσίας, όπου το παιδί βρίσκεται σε ευάλωτη θέση και δεν έχει τη δυνατότητα πραγματικού ελέγχου ή συναίνεσης (Luo, 2024).

Αν και παραδοσιακά η έρευνα έχει επικεντρωθεί σε σεξουαλικές παραβάσεις, τα τελευταία χρόνια η επιστημονική κοινότητα υπογραμμίζει την ανάγκη να εξετάζεται το φαινόμενο στην ολότητά του, δεδομένου ότι η σωματική και ψυχολογική βία -συχνά σε συνδυασμό με παραμέληση- είναι ευρέως διαδεδομένες και προκαλούν μακροχρόνια ψυχολογικά τραύματα (Costa et al., 2025).

Η επιστημονική έρευνα των τελευταίων ετών έχει απομακρυνθεί από μονοδιάστατες ερμηνείες που εστιάζουν αποκλειστικά στη σεξουαλική βία ή στην «ατομική παθολογία» του δράστη, αναδεικνύοντας την ανάγκη μιας ολιστικής προσέγγισης που περιλαμβάνει όλες τις μορφές κακοποίησης: σωματική, ψυχολογική ή συναισθηματική, παραμέληση, σεξουαλική κακοποίηση και εκμετάλλευση. Η κακοποίηση δεν συνιστά μεμονωμένο γεγονός, αλλά επαναλαμβανόμενο μοτίβο σχέσης, το οποίο εδράζεται σε ανισορροπία δύναμης και σε συνθήκες δομικής ευαλωτότητας του παιδιού (WHO, 2020).

Η κακοποίηση ως σύνολο συμπεριφορών έχει αναγνωριστεί ως μέρος των Αντίξοων Εμπειριών Παιδικής Ηλικίας (ACEs) – ενός διεπιστημονικού πλαισίου που συνδέει τη παιδική βία με ένα πλήθος αργότερων δυσλειτουργιών στην ενήλικη ζωή (Ferragut, Ortiz-Tallo & Blanca, 2021).

Τα δεδομένα δείχνουν ότι η ψυχολογική κακοποίηση και η παραμέληση είναι οι συχνότερες μορφές βίας κατά ανηλίκων, αν και συχνά υποτιμώνται κοινωνικά και θεσμικά, ενώ η σεξουαλική κακοποίηση -παρά τη μικρότερη στατιστική συχνότητα-συγκεντρώνει μεγαλύτερη δημόσια προσοχή λόγω της βαρύτητας και της έντονης συναισθηματικής φόρτισης που προκαλεί. Αυτή η επιλεκτική εστίαση έχει ως αποτέλεσμα να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι οι διαφορετικές μορφές κακοποίησης συχνά συνυπάρχουν και αλληλοτροφοδοτούνται, δημιουργώντας ένα χρόνιο τραυματικό περιβάλλον για το παιδί (Gilbert et al., 2024).

Ψυχολογικά χαρακτηριστικά και μοτίβα συμπεριφοράς

Η σύγχρονη βιβλιογραφία περιγράφει τους δράστες σεξουαλικών εγκλημάτων κατά ανηλίκων ως μια ετερογενή κατηγορία που περιλαμβάνει τόσο άτομα με διαγνωσμένη παιδοφιλική διαταραχή ως επίκεντρο της παράνομης συμπεριφοράς τους όσο και άτομα που επιδίδονται σε κακοποιητική συμπεριφορά χωρίς αυστηρά σεξουαλικό μοτίβο, αλλά με άλλες ψυχοπαθολογικές ή κοινωνικές αιτίες. Αυτή η ετερογένεια υπογραμμίζεται σε πρόσφατη ανασκόπηση που επισημαίνει πώς οι δράστες διαφοροποιούνται αφενός σε εκείνους που έρχονται σε επαφή σε φυσικό χώρο και χρόνο με τα ανήλικα άτομα και διαδικτυακούς δράστες. Ωστόσο οι δύο τύποι χαρτογραφούνται με διαφορετικά ψυχολογικά χαρακτηριστικά, προσωπικότητα και κίνητρα. Η ίδια μελέτη αναδεικνύει την έλλειψη ενιαίου προτύπου για όλους τους δράστες, καθιστώντας σαφές ότι η ερμηνεία και η ταξινόμησή τους απαιτεί ένα ευρύ και προσεκτικό πλαίσιο ψυχολογικής ανάλυσης (Lim et al., 2021).

Κεντρικό ψυχολογικό χαρακτηριστικό στη συμπεριφορά των κακοποιητών ανηλίκων είναι οι γνωστικοί στρεβλωμένοι τρόποι σκέψης, οι οποίοι επιτρέπουν στους δράστες να δικαιολογούν και να ελαχιστοποιούν την βλάβη που προκαλείται στα θύματα. Αν και η έρευνα έχει δείξει ότι η σημασία και η έκταση αυτών των γνωστικών στρεβλώσεων διαφέρουν ανάλογα με τον τύπο του δράστη (π.χ. επαφής έναντι διαδικτυακού), ένα γενικό μοτίβο είναι η χρήση εσωτερικών δικαιολογιών και η παραποίηση της πραγματικότητας, ώστε να υποστηρίζονται οι πράξεις που αλλιώς θα κρίνονταν αδιανόητες (Ferragut, Ortiz-Tallo & Blanca, 2021· Steel et al., 2020).

Οι παράγοντες αυτοί δεν λειτουργούν αποσπασμένοι από την ευρύτερη ψυχοκοινωνική κατάσταση του δράστη. Διαταραχές προσκόλλησης, που αναδεικνύουν τη δυσκολία στην ανάπτυξη υγιών διαπροσωπικών σχέσεων, μαζί με ελλείψεις στην ικανότητα ενσυναίσθησης και στην αυτορρύθμιση έχουν συσχετιστεί με την επιλογή κακοποιητικής συμπεριφοράς προς ανηλίκους. Η θεωρία της προσκόλλησης υποστηρίζει ότι τα άτομα με ανασφαλείς μορφές προσκόλλησης μπορεί να αναζητούν μη υγιείς τρόπους ικανοποίησης των συναισθηματικών τους αναγκών, εν μέρει ως αποτέλεσμα τραυματικών παιδικών εμπειριών και ασταθών σχέσεων, γεγονός που μπορεί να αυξήσει την επικινδυνότητα κακοποιητικής συμπεριφοράς (Costa et al., 2025).

Δεν υπάρχει ένα μοναδικό «τυπικό προφίλ» δραστών κακοποίησης παιδιών. Ωστόσο, μια σειρά ψυχολογικών και συμπεριφορικών χαρακτηριστικών εμφανίζονται συχνά στην έρευνα. Πολλοί δράστες δεν έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που να τους ξεχωρίζουν από τον γενικό πληθυσμό καθώς πολλοί έχουν σταθερή εργασία, κοινωνικά δίκτυα και φαίνονται «κανονικοί» στην καθημερινότητά τους και δεν διαγιγνώσκονται απαραίτητα με κάποια ειδική διαταραχή που να εξηγεί άμεσα την πράξη τους. Η σύγχρονη βιβλιογραφία συγκλίνει στο ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο προφίλ κακοποιητή ανηλίκων. Οι δράστες προέρχονται από όλα τα κοινωνικά στρώματα, διαθέτουν ποικίλα μορφωτικά και επαγγελματικά χαρακτηριστικά και, σε μεγάλο ποσοστό, δεν πληρούν τα κριτήρια σοβαρής ψυχιατρικής διαταραχής. Αυτό το εύρημα είναι κρίσιμο, καθώς αποδομεί τον κοινωνικό μύθο του «παθολογικού τέρατος» και μετατοπίζει την επιστημονική ανάλυση από την εξαίρεση στον κανόνα. Παρά την ετερογένεια, εντοπίζονται επαναλαμβανόμενα ψυχολογικά μοτίβα που διαπερνούν τις περισσότερες μορφές κακοποίησης (Ferragut, Ortiz-Tallo & Blanca, 202· Gilbert,  et al., 2022).

Παρόλα αυτά, υπάρχουν συνήθεις παράγοντες κινδύνου: δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις, προβλήματα στην κοινωνική προσαρμογή, παραμορφωμένες πεποιθήσεις σχετικά με τη βία ή την εξουσία, καθώς και δυσκολία στην ενσυναίσθηση της βλάβης που προκαλείται στο παιδί. Ένα από τα σταθερότερα μοτίβα αφορά τη δυσλειτουργική σχέση με την εξουσία και τον έλεγχο. Πολλοί κακοποιητές παρουσιάζουν έντονη ανάγκη επιβολής, η οποία δεν εκφράζεται απαραίτητα σε άλλα κοινωνικά πλαίσια, αλλά ενεργοποιείται σε σχέσεις όπου το παιδί είναι πλήρως εξαρτημένο. Η κακοποίηση λειτουργεί ως μηχανισμός αποκατάστασης μιας εύθραυστης αίσθησης προσωπικής ισχύος ή επιβεβαίωσης του εαυτού, ιδίως σε άτομα που βιώνουν ματαίωση, ανεπάρκεια ή απώλεια ελέγχου σε άλλους τομείς της ζωής τους (Andana, et al., 2024)

Σε μελέτες για σεξουαλική κακοποίηση, αναφέρεται ότι πέρα από την εκλογικευμένη σεξουαλική επιθυμία, πολλοί δράστες επιδιώκουν έλεγχο, επιβολή δύναμης και προσωπική επιβεβαίωση μέσω της παρέμβασης σε έναν μη ανταγωνιστικό και ευάλωτο στόχο. Αυτή η επιδίωξη εξουσίας και ελέγχου μπορεί να αφορά τόσο πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα όσο και άλλες μορφές κακοποίησης, όπως σωματική ή ψυχολογική βία (Gilbert,  et al., 2022).

Στο πλαίσιο αυτό, η βία δεν είναι πάντα αποτέλεσμα παρορμητικότητας. Αντιθέτως, συχνά εμφανίζεται ως συνειδητή στρατηγική διατήρησης ιεραρχίας, είτε μέσω φόβου, είτε μέσω συναισθηματικής χειραγώγησης, είτε μέσω παραμέλησης. Η ψυχολογική κακοποίηση, για παράδειγμα, επιτρέπει στον δράστη να διαμορφώνει την αυτοαντίληψη του παιδιού, καλλιεργώντας ενοχή, εξάρτηση ή φόβο εγκατάλειψης, χωρίς εμφανή ίχνη σωματικής βίας. Έρευνες δείχνουν ότι αυτή η μορφή κακοποίησης συχνά βιώνεται από τους δράστες ως «λιγότερο σοβαρή», γεγονός που διευκολύνει τη συνέχισή της (Spinazzola, van de Kolk & Ford, 2021).

Ένας σημαντικός παράγοντας που έχει διερευνηθεί είναι η έκθεση των δράστες σε αντίξοες ή βίαιες εμπειρίες κατά την παιδική τους ηλικία. Πολλές μελέτες δείχνουν υψηλότερα ποσοστά παιδικής βίας ή παραμέλησης στο ιστορικό των δραστών σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό, υποδεικνύοντας έναν ενδεχόμενο μηχανισμό δυναμικής τραύματος που μπορεί να επηρεάζει τη συμπεριφορά τους στην ενήλικη ζωή. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι ενήλικες που είχαν τραυματικές εμπειρίες παιδικότητας θα κακοποιήσουν -πράγματι, η πλειοψηφία δεν το κάνει-  αλλά δείχνει πώς τραυματικές εμπειρίες μπορούν να διαμορφώσουν δυσλειτουργικούς τρόπους συμπεριφοράς στη σχέση με άλλους (Ferragut, Ortiz-Tallo & Blanca, 2021· Gilbert,  et al., 2022· Steel et al., 2020).

Οι δράστες ανηλίκων δείχνουν, σε πολλές περιπτώσεις, συμπεριφορές που συσχετίζονται με δυσλειτουργικές προδιαθέσεις στην προσωπικότητα. Παράγοντες όπως η μειωμένη ικανότητα για ενσυναίσθηση, η παθολογική παρορμητικότητα και οι δυσκολίες στην αυτορρύθμιση αποτελούν συχνά αναγνωρισμένα στοιχεία στο προσωπικό προφίλ τέτοιων δραστών, ενισχύοντας την ανάγκη για ψυχολογική αξιολόγηση και διαφοροποίηση από άλλες εγκληματικές κατηγορίες (Arief, 2025).

Κίνητρα, αισθήματα και εσωτερικές εμπειρίες των δραστών

Η επιστημονική έρευνα που εξετάζει τι βιώνουν οι ίδιοι οι δράστες κατά τη διάρκεια ή μετά την κακοποιητική πράξη δείχνει ότι τα κίνητρα είναι πολυσύνθετα και δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά σε μία παράμετρο, όπως η επιθυμία για σεξουαλική ικανοποίηση. Σε ουσιαστικές αναλύσεις λόγου και αναφορών κακοποιητών, πολλές φορές αναφέρεται η ανάγκη για προσωπική επιβεβαίωση, αίσθηση δύναμης ή έλεγχου, και απαλοιφή προσωπικών αναστολών ως κεντρικοί παράγοντες που επιτρέπουν ή δυναμώνουν τη βία, ακόμη και όταν δεν υπάρχει σεξουαλικό στοιχείο στο κίνητρο. Αυτή η επιθυμία για έλεγχο μπορεί να εκφραστεί τόσο σε σωματική βία όσο και σε παραμέληση ή εκφοβισμό: σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η πράξη λειτουργεί ως τρόπος επιβολής πάνω σε έναν ευάλωτο και ανίσχυρο στόχο (Gurp et al., 2026).

Όσον αφορά τα αισθήματα κατά τη διάρκεια ή μετά την πράξη, κάποιες μελέτες δείχνουν ότι πολλοί δράστες καταφεύγουν σε στρατηγικές εκλογίκευσης και αποπροσωποποίησης του θύματος ώστε να εξαλείψουν τις ενοχές και τις ηθικές ανησυχίες που προκύπτουν από τη συμπεριφορά τους. Η χρήση γνωστικών στρεβλώσεων, όπως η πεποίθηση ότι «το θύμα το θέλει» ή «δεν τραυματίζεται πραγματικά»,  λειτουργεί στο ψυχολογικό επίπεδο ως μηχανισμός άμυνας που επιτρέπει τη συνέχιση της κακοποιητικής συμπεριφοράς χωρίς άμεσο ηθικό βάρος. Αυτό το μοτίβο έχει παρατηρηθεί σε διάφορες μελέτες για δράστες κακοποίησης (Gurp et al., 2026).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ερώτημα τι “κερδίζουν” οι κακοποιητές από την κακοποίηση. Η έρευνα δείχνει ότι τα οφέλη δεν είναι μόνο πρακτικά ή υλικά, αλλά κυρίως ψυχολογικά. Η κακοποίηση μπορεί να προσφέρει αίσθηση δύναμης, προσωρινή ανακούφιση από εσωτερική ένταση, επιβεβαίωση ταυτότητας ή ακόμη και συναισθηματική σύνδεση υπό όρους απόλυτου ελέγχου. Σε περιπτώσεις παραμέλησης, το «κέρδος» μπορεί να σχετίζεται με την αποφυγή συναισθηματικής εμπλοκής ή ευθύνης, ιδιαίτερα σε άτομα με ιστορικό συναισθηματικής αποσύνδεσης ή τραύματος (WHO, 2024).

Όσον αφορά το πώς νιώθουν οι ίδιοι οι δράστες, τα ευρήματα είναι αντιφατικά και αποκαλυπτικά. Πολλοί αναφέρουν αρχικά συναισθήματα έντασης ή διέγερσης πριν από την πράξη και αίσθηση ελέγχου ή ανακούφισης κατά τη διάρκειά της. Μετά την πράξη, τα συναισθήματα ενοχής συχνά εμφανίζονται, αλλά δεν οδηγούν απαραίτητα σε παύση της συμπεριφοράς. Αντίθετα, η ενοχή μπορεί να συνυπάρχει με τη δικαιολόγηση, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο όπου η κακοποίηση επαναλαμβάνεται ως τρόπος ρύθμισης του ψυχικού φορτίου (Herman, 2022). Σε αυτό το πλαίσιο, η κακοποιητική πράξη δεν βιώνεται πάντα ως ηθική εκτροπή, αλλά ως λειτουργικό εργαλείο ψυχικής ισορροπίας.

Κοινωνικές δυναμικές και το περιβάλλον ως προσδιοριστικοί παράγοντες

Εκτός από τα ατομικά ψυχολογικά μοτίβα, οι κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνθήκες παίζουν κρίσιμο ρόλο στο πώς εκδηλώνεται η κακοποίηση. Οικογενειακή δυσλειτουργία, φτώχεια, κοινωνική απομόνωση, έλλειψη υποστήριξης από συγγενείς και κοινωνικά δίκτυα αποτελούν παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο κακοποίησης. Η κακοποίηση συχνά συμβαίνει σε πλαίσια όπου οι κοινωνικοί έλεγχοι είναι περιορισμένοι και τα παιδιά έχουν ελάχιστη προστασία από την ίδια την οικογένεια ή την κοινότητα (David, 2021· Senberg et al., 2023).

Η ατομική ψυχολογία των κακοποιητών δεν μπορεί να αποσπαστεί από τις κοινωνικές δυναμικές που επιτρέπουν ή συγκαλύπτουν την κακοποίηση. Οικογενειακά συστήματα με αυστηρές ιεραρχίες, κοινωνικές αντιλήψεις που νομιμοποιούν τη σωματική τιμωρία ή υποβαθμίζουν τη συναισθηματική βία, καθώς και θεσμικές αποτυχίες στην έγκαιρη παρέμβαση, δημιουργούν ένα περιβάλλον σιωπηρής ανοχής. Η κοινωνική αμφιθυμία απέναντι στη βία κατά παιδιών λειτουργεί συχνά ως προστατευτικός παράγοντας για τον δράστη και όχι για το θύμα (Gurp et al., 2026· Finkelhor, 2020).

Tο κοινωνικό πλαίσιο και οι δυναμικές των σχέσεων φαίνονται επίσης καθοριστικά στο πώς εκδηλώνεται και διατηρείται η κακοποίηση. Οι κοινωνικοί παράγοντες που προάγουν την παθητικότητα, την έλλειψη επίβλεψης και τον περιορισμένο κοινωνικό έλεγχο, όπως η απομόνωση του παιδιού από δίκτυα υποστήριξης, η ατιμωρησία, ή οι ανισότητες δύναμης μέσα σε δομές (οικογένεια, εκπαιδευτικοί ή εργασιακοί χώροι) δρουν ως επιταχυντές κακοποιητικής συμπεριφοράς (Andana et al., 2024).

Η συσχέτιση μεταξύ κοινωνικής ατιμωρησίας και κακοποίησης είναι σημαντική: όταν οι κοινωνικές δομές δεν παρέχουν σαφή και αποτελεσματική αντίδραση στη βία κατά ανηλίκων, αυτό μπορεί να λειτουργεί έμμεσα ως ενθάρρυνση ή τουλάχιστον ως απουσία αποθάρρυνσης για τους δράστες. Επιπλέον, οι πολιτισμικές νορμές που συχνά υποτιμούν τη σοβαρότητα της σωματικής τιμωρίας ή της ψυχολογικής επίκρισης συμβάλλουν στη χαμηλή αναγνώριση της βλάβης που προκαλείται στα παιδιά (Younas, 2023).

Παράλληλα, η μετάβαση πολλών παραβατικών δραστηριοτήτων στο διαδικτυακό περιβάλλον έχει δημιουργήσει νέες μορφές και μεθόδους εκμετάλλευσης που ενισχύονται από την ανωνυμία και την πρόσβαση σε ευάλωτες ομάδες. Η πρόσβαση και η ανταλλαγή υλικού σε φόρουμ που προωθούν την κακοποίηση συμβάλλουν στη δημιουργία κοινωνικού πλαισίου «ενθάρρυνσης» ή «κανονικοποίησης» της συμπεριφοράς αυτής, ειδικά όταν οι χρήστες αλληλοϋποστηρίζονται και ελαχιστοποιούν τις ηθικές συνέπειες των πράξεών τους (Huikuri, 2023).

Η κατανόηση των κακοποιητών ανηλίκων, επομένως, δεν αποσκοπεί στη δικαιολόγηση των πράξεών τους, αλλά στη χαρτογράφηση των μηχανισμών που τις καθιστούν δυνατές και επαναλαμβανόμενες. Μόνο μέσα από μια τέτοια σύνθετη προσέγγιση μπορεί να αναπτυχθεί ουσιαστική πρόληψη, έγκαιρη ανίχνευση και αποτελεσματική παρέμβαση. Η αποσύνδεση του φαινομένου από μύθους και απλουστευτικές ερμηνείες αποτελεί προϋπόθεση τόσο για την προστασία των παιδιών όσο και για τη θεσμική ευθύνη της κοινωνίας.

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Andana, C. et al. (2024). Understanding Child Sexual Exploitation Dynamics: Development and Validation of a Taxonomy of Recruitment and Domination Strategies. Sexual Abuse.

Doi: 10.1177/10790632241271091.

Austin, A.E, Lesak, A.M & Shanahan, M.E. (2021). Risk and protective factors for child maltreatment: A review. Curr Epidemiol Rep, 2020 Oct 7;7(4):334-342. Doi: 10.1007/s40471-020-00252-3.

Costa, C. et al. (2025). Cognitive profiles of paedophilic behaviour: a meta-analytic and systematic review of developmental vs acquired forms. Front Psychiatry, 2025 Jun, 9;16:1568244. Doi: 10.3389/fpsyt.2025.1568244.

Ben David, V. (2021). Associations between parental mental health and child maltreatment: The importance of family characteristics. Social Sciences, 10(6), 190.

Ferragut, M., Ortiz-Tallo, M. & Blanca, M. (2021). Victims and Perpetrators of Child Sexual Abuse: Abusive Contact and Penetration Experiences. International Journal Enviromental Research and Public Health, 2021, 18(18), 9593.

Doi: 10.3390/ijerph18189593.

Gilbert, G. et al. (2024). Introduction to the child abuse and neglect special issue “epidemiology, risk factors, and impacts of adverse childhood experiences in low- and middle-income countries. Child Abuse & Neglect

Volume 150, April 2024.

Doi: 10.1016/j.chiabu.2024.106748.

Gurp, J.J et al. (2025). What we know about child maltreatment perpetrators: A scoping review of research focus and gaps. Aggression and Violent Behavior 87:102122. Doi: 10.1016/j.avb.2025.102122.

Herman, J.L. (2022). Trauma and Recovery. Basic Books.

Huikuri, S. (2023). Users of Online Child Sexual Abuse Material. Journal of Police and Criminal Psychology, Volume 38, pages 904–913. Doi: 10.1007/s11896-023-09611-4.

Lim, Y.Y et al. (2021). Typologies and Psychological Profiles of Child Sexual Abusers: An Extensive Review. Children 2021, 8(5), 333.

Doi: 10.3390/children8050333

Luo, Z., et al. (2024). Risk factors for child abuse and neglect: Systematic review and meta-analysis. Public Health, 2025 Apr, 241:89-98.

Doi: 10.1016/j.puhe.2025.01.028.

Senberg, A., Schmucker, M., Oster, A., & Zumbach, J. (2023). Parental personality disorder and child maltreatment: A systematic review and meta-analysis. Child Abuse & Neglect, 140. Doi: 10.1016/j.chiabu.2023.106148.

Spinazzola, J., van de Kolk, B. & Ford, J. (2021). Developmental Trauma Disorder: A Legacy of Attachment Trauma in Victimized Children. Journal of  Traumatic Stress, 2021 Aug, 34(4):711-720. Doi: 10.1002/jts.22697.

Steel, C.M.S., Newman, E., O’rourke, S. & Quayle, E. (2020). A systematic review of cognitive distortions in online child sexual exploitation material offenders, Aggression and Violent Behavior, vol. 51, 101375. Doi:10.1016/j.avb.2020.101375.

Younas, F. (2023). Parental Risk and Protective Factors in Child Maltreatment. Trauma, Violence & Abuse, 2023 Dec;24(5):3697-3714. Doi: 10.1177/15248380221134634.

WHO (2020). Global status report on preventing violence against children 2020.

WHO (2024). Child maltreatment – World Health Organization (2024).

Μετάβαση στο περιεχόμενο
Verified by MonsterInsights