Η Σχέση Εξουσίας ως Υποκατάστατο Ταυτότητας: «Αν δεν μπορώ να αγαπηθώ, θα ελέγχω».
Ιεροδιακόνου-Τσιμπίδη Φλωρεντία
Όταν η εξουσία γίνεται τρόπος ύπαρξης
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν βιώνουν την εξουσία απλώς ως επιθυμία, αλλά ως ανάγκη. Όχι ως μέσο επίτευξης στόχων, αλλά ως βασικό μηχανισμό ύπαρξης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο έλεγχος δεν αφορά μόνο τον άλλον. Αφορά κυρίως την αγωνιώδη προσπάθεια διατήρησης μιας στοιχειώδους αίσθησης εαυτού, μιας φωνής που λέει ότι είμαι αρκετός.
Η φράση «αν δεν μπορώ να αγαπηθώ, θα ελέγχω» δεν αποτελεί απλώς μια μεταφορά, αλλά αποτυπώνει έναν βαθύ ψυχικό μετασχηματισμό, όπου η ανάγκη για σύνδεση -θεμελιώδης για τον άνθρωπο- μετατρέπεται σε ανάγκη για κυριαρχία. Όταν η εμπειρία της αποδοχής, της ασφάλειας και της συναισθηματικής ανταπόκρισης είναι ελλιπής ή τραυματική, το άτομο δεν παύει να επιθυμεί σχέση. Αντίθετα, αναζητά τρόπους να την εξασφαλίσει, ακόμη και μέσα από δυσλειτουργικές μορφές ελέγχου.
Σύγχρονες έρευνες δείχνουν ότι οι πρώιμες εμπειρίες σχέσης επηρεάζουν άμεσα τη διαμόρφωση της ταυτότητας, τη ρύθμιση του συναισθήματος και την ικανότητα δημιουργίας ασφαλών δεσμών (Farina & Schimmenti, 2025). Όταν αυτές οι εμπειρίες είναι αποσταθεροποιητικές ή τραυματικές, το άτομο μπορεί να αναπτύξει στρατηγικές που δεν στοχεύουν στη σύνδεση, αλλά στην αποφυγή της απόρριψης μέσω ελέγχου (Scalabrini & Mucci, 2025).
Έτσι, η εξουσία παύει να είναι κοινωνικό εργαλείο και μετατρέπεται σε ψυχικό υποκατάστατο: μια εύθραυστη, αλλά επίμονη, απόπειρα συγκρότησης ταυτότητας.
1. Η ταυτότητα ως σχέση: όταν το «είμαι» εξαρτάται από τον άλλον
1.1 Η διαμόρφωση της ταυτότητας μέσα από την προσκόλληση
Η ταυτότητα δεν συγκροτείται εν κενώ. Δεν είναι ένα εσωτερικό, αυτόνομο οικοδόμημα που αναδύεται ανεξάρτητα από το περιβάλλον. Αντίθετα, διαμορφώνεται μέσα από τις πρώιμες σχέσεις, και κυρίως μέσα από τη σχέση με τον βασικό φροντιστή. Η θεωρία της προσκόλλησης, όπως έχει εξελιχθεί μέσα από σύγχρονες νευροβιολογικές και αναπτυξιακές προσεγγίσεις, υποστηρίζει ότι το βρέφος αναπτύσσει την αίσθηση του εαυτού του μέσα από την εμπειρία του «πώς σχετίζεται ο άλλος μαζί του» (Scalabrini & Mucci, 2025· Schore, 2022).
Όταν ο φροντιστής ανταποκρίνεται με συνέπεια, ευαισθησία και συναισθηματική διαθεσιμότητα, το παιδί εσωτερικεύει μια βασική πεποίθηση: «είμαι άξιος φροντίδας». Αυτή η πεποίθηση δεν είναι γνωστική μόνο. Είναι σωματοποιημένη και νευροβιολογικά εγγεγραμμένη, επηρεάζοντας τη μετέπειτα ικανότητα ρύθμισης του συναισθήματος και δημιουργίας σχέσεων (Schore, 2022).
Αντίθετα, όταν η φροντίδα είναι ασυνεπής, απορριπτική ή τραυματική, η ταυτότητα δεν αποκτά σταθερό πυρήνα. Το παιδί δεν μαθαίνει απλώς ότι «ο άλλος δεν είναι διαθέσιμος». Μαθαίνει ότι «κάτι δεν πάει καλά με εμένα». Αυτή η μετατόπιση από την εμπειρία της σχέσης στην αυτοαξιολόγηση αποτελεί κρίσιμο σημείο: η αποτυχία της σχέσης εσωτερικεύεται ως αποτυχία του εαυτού (Luyten, Campbell & Fonagy, 2020).
Έτσι, το «είμαι» δεν συγκροτείται ως σταθερή εμπειρία, αλλά ως εύθραυστη κατασκευή που εξαρτάται διαρκώς από την επιβεβαίωση του άλλου. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάγκη για σχέση δεν είναι απλώς επιθυμία, αλλά αποτελεί όρο ψυχικής συνοχής.
1.2 Τραύμα προσκόλλησης και διαταραχή της αυτοαντίληψης
Το τραύμα προσκόλλησης δεν αφορά απαραίτητα ακραία γεγονότα. Συχνά συνδέεται με χρόνιες εμπειρίες συναισθηματικής απουσίας, ασυνέπειας ή απρόβλεπτης ανταπόκρισης. Αυτό το είδος τραύματος έχει αποδειχθεί ότι επηρεάζει βαθιά τη δομή της αυτοαντίληψης και τη δυνατότητα ρύθμισης των συναισθημάτων (Dagan et al., 2018).
Άτομα με τέτοιες εμπειρίες εμφανίζουν αυξημένη εσωτερικευμένη ντροπή, αίσθηση κενού και δυσκολία να βιώσουν τον εαυτό τους ως συνεκτικό και σταθερό. Η ταυτότητα δεν βιώνεται ως κάτι δεδομένο, αλλά ως κάτι που πρέπει συνεχώς να αποδεικνύεται ή να επιβεβαιώνεται μέσα από τους άλλους.
Σε αυτό το πλαίσιο, η σχέση γίνεται πεδίο έντονης αμφιθυμίας. Από τη μία πλευρά υπάρχει έντονη ανάγκη για εγγύτητα και αποδοχή. Από την άλλη, υπάρχει φόβος απόρριψης, εγκατάλειψης ή έκθεσης. Αυτή η διπλή κίνηση οδηγεί συχνά σε δυσλειτουργικές στρατηγικές, όπως η υπερπροσκόλληση, η αποφυγή ή σε πιο ακραίες περιπτώσεις η ανάγκη ελέγχου του άλλου ως τρόπος διαχείρισης της ανασφάλειας.
Η έρευνα δείχνει ότι η αδυναμία ρύθμισης αυτών των εσωτερικών καταστάσεων συνδέεται με την ανάπτυξη ελεγκτικών ή κυριαρχικών συμπεριφορών, οι οποίες λειτουργούν ως μηχανισμοί άμυνας απέναντι στην απειλή της συναισθηματικής κατάρρευσης (Schore, 2022· Dagan et al., 2018).
Έτσι, η εξουσία δεν προκύπτει ως πρωτογενής επιθυμία κυριαρχίας. Προκύπτει ως δευτερογενής απάντηση σε μια πρωτογενή εμπειρία ανεπάρκειας και αστάθειας του εαυτού.
2. «Αν δεν μπορώ να αγαπηθώ»: το βίωμα της ανεπάρκειας
2.1 Εσωτερικευμένη ντροπή και αίσθηση μη-αξίας
Στον πυρήνα της μετάβασης από την ανάγκη για αγάπη στην ανάγκη για έλεγχο δεν βρίσκεται η επιθετικότητα, αλλά η ντροπή. Όχι η στιγμιαία ντροπή που σχετίζεται με μια πράξη, αλλά η διάχυτη, εσωτερικευμένη ντροπή που αφορά το ίδιο το «είμαι». Πρόκειται για μια βαθιά πεποίθηση ότι το άτομο είναι εγγενώς ανεπαρκές, μη αξιαγάπητο ή ελαττωματικό.
Η σύγχρονη έρευνα για το τραύμα δείχνει ότι η χρόνια συναισθηματική παραμέληση και οι ασταθείς σχέσεις προσκόλλησης συνδέονται με αυξημένα επίπεδα εσωτερικευμένης ντροπής και αρνητικών βασικών πεποιθήσεων για τον εαυτό (Milton, 2022). Αυτές οι πεποιθήσεις δεν λειτουργούν απλώς ως σκέψεις, αντιθέτως διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται κάθε διαπροσωπική εμπειρία.
Έτσι, η σχέση δεν βιώνεται ως χώρος πιθανής αποδοχής, αλλά ως χώρος επικείμενης έκθεσης. Ο άλλος δεν είναι απλώς ένας πιθανός σύντροφος ή συνομιλητής. Είναι ένας καθρέφτης που ενδέχεται να επιβεβαιώσει αυτό που το άτομο ήδη φοβάται: ότι δεν αξίζει.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιθυμία για αγάπη δεν εξαφανίζεται. Αντίθετα, εντείνεται. Όμως συνοδεύεται από μια σχεδόν βεβαιότητα ότι δεν θα ικανοποιηθεί. Αυτή η εσωτερική αντίφαση -η ταυτόχρονη ανάγκη και η αναμενόμενη απόρριψη- δημιουργεί μια έντονη ψυχική ένταση που αναζητά εκτόνωση.
2.2 Η ανάγκη για σύνδεση ως βιολογική και ψυχολογική αναγκαιότητα
Η επιμονή αυτής της έντασης εξηγείται αν αναγνωρίσουμε ότι η ανάγκη για σύνδεση δεν είναι δευτερεύουσα, αλλά θεμελιώδης. Η ανθρώπινη ανάπτυξη βασίζεται σε νευροβιολογικά συστήματα που ρυθμίζονται μέσα από τη σχέση. Η συναισθηματική ασφάλεια, η ικανότητα αυτορρύθμισης και η αίσθηση συνοχής του εαυτού διαμορφώνονται εντός διαπροσωπικών πλαισίων (Schore, 2022).
Όταν αυτά τα πλαίσια είναι τραυματικά ή ανεπαρκή, το άτομο δεν παύει να χρειάζεται τον άλλον, παύει να τον εμπιστεύεται. Αυτό δημιουργεί μια ιδιότυπη κατάσταση: η σχέση είναι ταυτόχρονα αναγκαία και απειλητική.
Σύγχρονες μελέτες δείχνουν ότι άτομα με ιστορικό τραύματος παρουσιάζουν αυξημένη ευαισθησία σε σήματα απόρριψης, ακόμη και όταν αυτά είναι αμφίσημα ή ουδέτερα (Dagan et al., 2018). Αυτό σημαίνει ότι η διαπροσωπική πραγματικότητα «φιλτράρεται» μέσα από ένα πρίσμα ανασφάλειας, ενισχύοντας την πεποίθηση ότι η απόρριψη είναι αναπόφευκτη.
Σε αυτό το σημείο αρχίζει να διαμορφώνεται η μετατόπιση. Αν η αγάπη δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με ασφάλεια, τότε το άτομο στρέφεται συνειδητά ή ασυνείδητα σε άλλες στρατηγικές. Η εξουσία εμφανίζεται ως μία από αυτές.
3. «Θα ελέγχω»: η εξουσία ως αντιστάθμισμα
3.1 Από την αδυναμία στον έλεγχο
Η μετάβαση από το «δεν αξίζω να αγαπηθώ» στο «θα ελέγχω» δεν είναι λογική, αλλα αμυντική. Πρόκειται για έναν ψυχικό μηχανισμό που επιτρέπει στο άτομο να μετατρέψει την παθητική εμπειρία της απόρριψης σε ενεργητική στάση ελέγχου.
Ένας από τους μηχανισμούς που περιγράφουν αυτή τη μετατόπιση είναι η ταύτιση με τον επιτιθέμενο. Το άτομο, αντί να παραμένει στη θέση του ευάλωτου, υιοθετεί χαρακτηριστικά εκείνου που προκαλεί φόβο ή πόνο, προκειμένου να μειώσει την αίσθηση αδυναμίας (La Macchia & Radke, 2022).
Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η σχέση παύει να είναι πεδίο συνάντησης και γίνεται πεδίο διαχείρισης. Ο άλλος δεν αντιμετωπίζεται ως αυτόνομο υποκείμενο, αλλά ως παράγοντας που πρέπει να ρυθμιστεί, να προβλεφθεί ή να περιοριστεί.
Ο έλεγχος, σε αυτή τη φάση, δεν είναι απλώς συμπεριφορά, πρακτικά είναι στρατηγική επιβίωσης.
3.2 Έλεγχος, κυριαρχία και ψευδής συνοχή του εαυτού
Η εμπειρία του ελέγχου προσφέρει κάτι που έλειπε: μια αίσθηση σταθερότητας. Όταν το άτομο καταφέρνει να επηρεάσει, να κατευθύνει ή να περιορίσει τον άλλον, βιώνει προσωρινά ότι έχει δύναμη και κατ’ επέκταση, ύπαρξη.
Αυτή η αίσθηση ωστόσο είναι εύθραυστη. Δεν βασίζεται σε εσωτερική συνοχή, αλλά σε εξωτερική επιβολή. Για να διατηρηθεί απαιτεί συνεχή επιβεβαίωση μέσα από τον έλεγχο των άλλων.
Η έρευνα δείχνει ότι τέτοιες στρατηγικές συνδέονται με δυσκολίες στη συναισθηματική ρύθμιση και με αυξημένη ανάγκη για εξωτερική επιβεβαίωση της αξίας (La Macchia & Radke, 2022). Το άτομο δεν βιώνει τον εαυτό του ως σταθερό, αλλά τον «κρατά» μέσα από τη διαρκή διαχείριση του περιβάλλοντος.
Έτσι η εξουσία λειτουργεί ως ψευδής συνεκτικός μηχανισμός. Δεν θεραπεύει το αίσθημα κενού, το καλύπτει προσωρινά.
3.3 Τραυματικός δεσμός και δυναμικές εξάρτησης
Παρά το γεγονός ότι η εξουσία φαίνεται να δημιουργεί απόσταση, στην πράξη συχνά συνυπάρχει με έντονες μορφές εξάρτησης. Αυτό αποτυπώνεται στο φαινόμενο του τραυματικού δεσμού, όπου το άτομο παραμένει συνδεδεμένο με σχέσεις που εμπεριέχουν πόνο, έλεγχο ή αστάθεια.
Ο τραυματικός δεσμός δεν βασίζεται στην ασφάλεια, αλλά στην εναλλαγή ενίσχυσης και απόσυρσης. Αυτή η εναλλαγή δημιουργεί ισχυρή συναισθηματική προσκόλληση, ακόμη και όταν η σχέση είναι επιβλαβής (Scalabrini & Mucci, 2025).
Σε τέτοιες δυναμικές, η εξουσία δεν αναιρεί την ανάγκη για τον άλλον, τη διαστρεβλώνει. Το άτομο μπορεί να ελέγχει και ταυτόχρονα να φοβάται την απώλεια, να κυριαρχεί και ταυτόχρονα να εξαρτάται.
Αυτό αποκαλύπτει ένα κρίσιμο σημείο: η εξουσία, όταν λειτουργεί ως υποκατάστατο ταυτότητας, δεν οδηγεί σε αυτονομία. Οδηγεί σε πιο περίπλοκες και συχνά πιο ασταθείς μορφές σύνδεσης.
4. Η αναπαραγωγή της εξουσίας: από το άτομο στο σύστημα
4.1 Διαγενεακό τραύμα και μεταβίβαση σχέσεων εξουσίας
Οι σχέσεις εξουσίας δεν γεννιούνται εκ νέου σε κάθε άτομο, στην πραγματικότητα μεταφέρονται. Όχι μόνο ως συμπεριφορές, αλλά ως εσωτερικευμένα σχήματα για το τι σημαίνει σχέση, εγγύτητα και αξία. Το άτομο που έμαθε ότι η αγάπη συνδέεται με αστάθεια, έλεγχο ή απόσυρση, δεν «επιλέγει» απλώς αντίστοιχες σχέσεις, αλλά τείνει να τις αναπαράγει, είτε από τη θέση του ελεγχόμενου είτε από τη θέση του ελέγχοντος.
Η σύγχρονη βιβλιογραφία για το διαγενεακό τραύμα υποστηρίζει ότι οι εμπειρίες προσκόλλησης μεταβιβάζονται μέσα από σύνθετους μηχανισμούς που περιλαμβάνουν τόσο τη συμπεριφορική μίμηση όσο και τη νευροβιολογική ευαλωτότητα (Kostova & Matanova, 2024). Ο τρόπος με τον οποίο ένας γονέας ρυθμίζει ή αποτυγχάνει να ρυθμίσει το συναίσθημα, επηρεάζει άμεσα την αναπτυσσόμενη ικανότητα του παιδιού να κατανοεί και να διαχειρίζεται τις δικές του εσωτερικές καταστάσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, η εξουσία μπορεί να μεταβιβαστεί όχι ως συνειδητή στάση, αλλά ως «γνωστός τρόπος σχέσης». Το παιδί μαθαίνει ότι για να διατηρήσει τη σύνδεση πρέπει είτε να υποτάσσεται είτε να ελέγχει. Και στις δύο περιπτώσεις, η σχέση δεν βιώνεται ως αμοιβαία, αλλά ως ιεραρχική (Kostova & Matanova, 2024).
Αυτό εξηγεί γιατί τα μοτίβα εξουσίας είναι τόσο ανθεκτικά. Δεν αφορούν μόνο συμπεριφορές που μπορούν εύκολα να αλλάξουν, αλλά βαθιά ενσωματωμένες προσδοκίες για το τι είναι δυνατό ή ασφαλές μέσα σε μια σχέση.
4.2 Ο ρόλος της οικογένειας ως πρώτου πεδίου εξουσίας
Η οικογένεια αποτελεί το πρώτο και πιο καθοριστικό πεδίο στο οποίο το άτομο έρχεται σε επαφή με την έννοια της εξουσίας. Εκεί μαθαίνει αν η δύναμη συνδέεται με τη φροντίδα ή με τον έλεγχο, αν τα όρια είναι προστατευτικά ή τιμωρητικά, αν η εγγύτητα επιτρέπεται ή απειλεί.
Σε οικογενειακά περιβάλλοντα όπου κυριαρχεί η αυταρχικότητα, η ασυνέπεια ή η συναισθηματική απουσία, το παιδί συχνά δεν αναπτύσσει μια ασφαλή εσωτερική πυξίδα. Αντίθετα, μαθαίνει να προσαρμόζεται σε εξωτερικές απαιτήσεις, να διαβάζει υπερβολικά τα σήματα του άλλου και να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του με βάση τον φόβο ή την ανάγκη αποδοχής (Conger et al., 2022).
Έρευνες δείχνουν ότι τέτοια περιβάλλοντα συνδέονται με αυξημένη πιθανότητα ανάπτυξης ελεγκτικών ή παθητικά εξαρτημένων μοτίβων στις ενήλικες σχέσεις. Η εξουσία, σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι απλώς μια επιλογή συμπεριφοράς. H εξουσία σε αυτό το πλαίσιο είναι συνέχεια ενός πρώιμου σχεσιακού μοντέλου (Conger et al., 2022).
Αυτό δεν σημαίνει ότι το άτομο είναι καταδικασμένο να επαναλάβει τα ίδια μοτίβα. Σημαίνει, όμως, ότι χωρίς επίγνωση και επεξεργασία, αυτά τα μοτίβα τείνουν να αναπαράγονται, συχνά με τρόπους που φαίνονται «φυσικοί» ή αναπόφευκτοι.
5. Το κοινωνικό πλαίσιο: όταν η εξουσία κανονικοποιείται
5.1 Σχολείο και μικρο-ιεραρχίες εξουσίας
Το σχολείο αποτελεί το πρώτο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο το παιδί καλείται να σχετιστεί πέρα από την οικογένεια. Εκεί, όμως, δεν μεταφέρει μόνο τον εαυτό του, αλλά μεταφέρει και τα ήδη διαμορφωμένα του σχήματα για τη σχέση και την εξουσία.
Σε εκπαιδευτικά περιβάλλοντα όπου κυριαρχούν αυστηρά ιεραρχικά μοντέλα, έμφαση στην πειθαρχία χωρίς συναισθηματική κατανόηση και περιορισμένος χώρος για έκφραση, τα παιδιά συχνά αναπαράγουν γνωστές δυναμικές: κάποιοι αναλαμβάνουν ρόλους κυριαρχίας, άλλοι ρόλους υποταγής. Το φαινόμενο του εκφοβισμού δεν μπορεί να κατανοηθεί αποκομμένο από αυτές τις μικρο-ιεραρχίες εξουσίας.
Σύγχρονες προσεγγίσεις τονίζουν ότι η απουσία κοινωνικο-συναισθηματικής εκπαίδευσης ενισχύει τη χρήση ελέγχου ως βασικής στρατηγικής διαχείρισης των σχέσεων (OECD, 2021). Όταν τα παιδιά δεν μαθαίνουν να αναγνωρίζουν και να ρυθμίζουν τα συναισθήματά τους, ούτε να σχετίζονται με ασφάλεια, η εξουσία γίνεται εύκολα υποκατάστατο επικοινωνίας.
Έτσι, το σχολείο μπορεί είτε να λειτουργήσει ως χώρος αναπαραγωγής των τραυματικών μοτίβων είτε ως κρίσιμο πεδίο ανατροπής τους.
5.2 Πολιτισμικά πρότυπα: εξουσία ως επιβεβαίωση αξίας
Πέρα από την οικογένεια και το σχολείο, το άτομο διαμορφώνεται μέσα σε ένα ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο που συχνά συνδέει την αξία με την ισχύ. Η επιτυχία παρουσιάζεται ως κυριαρχία, η αυτοπεποίθηση ως επιβολή και η ευαλωτότητα ως αδυναμία.
Αυτές οι αφηγήσεις δεν είναι ουδέτερες. Ενισχύουν την ιδέα ότι για να «είσαι κάποιος» πρέπει να έχεις έλεγχο πάνω σε καταστάσεις, σε ανθρώπους, ή ακόμη και στον ίδιο σου τον εαυτό με τρόπο άκαμπτο και τιμωρητικό.
Η διεθνής βιβλιογραφία έχει αναδείξει ότι κοινωνικά περιβάλλοντα με υψηλή έμφαση στην ιεραρχία και τον ανταγωνισμό συνδέονται με αυξημένη αποδοχή ελεγκτικών συμπεριφορών στις διαπροσωπικές σχέσεις (La Macchia & Radke, 2022). Σε τέτοια πλαίσια, η εξουσία δεν βιώνεται ως πρόβλημα, βιώνεται ως επιθυμητό χαρακτηριστικό.
Αυτό καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την αναγνώριση των δυσλειτουργικών της μορφών. Όταν ο έλεγχος ανταμείβεται κοινωνικά, παύει να γίνεται εύκολα αντιληπτός ως άμυνα.
5.3 Θεσμική αποτυχία πρόληψης
Παρά την αυξανόμενη γνώση γύρω από το τραύμα και τη σημασία της προσκόλλησης, τα περισσότερα θεσμικά πλαίσια εξακολουθούν να δίνουν περιορισμένη έμφαση στην πρόληψη. Η εκπαίδευση γονέων και εκπαιδευτικών σε ζητήματα συναισθηματικής ανάπτυξης παραμένει αποσπασματική, ενώ η έμφαση συχνά δίνεται στη διαχείριση συμπεριφορών και όχι στην κατανόηση των αιτιών τους.
Αυτό δημιουργεί ένα κρίσιμο κενό. Οι ενήλικες που καλούνται να φροντίσουν ή να εκπαιδεύσουν παιδιά συχνά δεν διαθέτουν τα εργαλεία για να αναγνωρίσουν πότε μια συμπεριφορά ελέγχου αποτελεί ένδειξη βαθύτερης ανασφάλειας ή τραύματος. Ως αποτέλεσμα, οι ίδιες δυναμικές μπορεί να ενισχύονται, αντί να μετασχηματίζονται.
Η πρόληψη, σε αυτό το πλαίσιο, δεν αφορά μόνο την αποφυγή ακραίων φαινομένων. Αφορά τη δημιουργία συνθηκών μέσα στις οποίες η ανάγκη για εξουσία δεν θα χρειάζεται να λειτουργεί ως υποκατάστατο ταυτότητας.
6. Πρόληψη και ευθύνη: τι μπορεί να αλλάξει
6.1 Εκπαίδευση φροντιστών: η σημασία της συναισθηματικής ρύθμισης
Αν η ταυτότητα διαμορφώνεται μέσα από τη σχέση, τότε η πρόληψη ξεκινά αναπόφευκτα από εκείνους που αποτελούν τους πρώτους «καθρέφτες» του παιδιού. Η εκπαίδευση των φροντιστών δεν αφορά μόνο πρακτικές φροντίδας, αλλά κυρίως την ικανότητά τους να αναγνωρίζουν, να αντέχουν και να ρυθμίζουν το συναίσθημα, τόσο το δικό τους όσο και του παιδιού.
Η έννοια της συν-ρύθμισης έχει αναδειχθεί ως κεντρική στη σύγχρονη βιβλιογραφία, υποδεικνύοντας ότι το παιδί μαθαίνει να ρυθμίζει το εσωτερικό του περιβάλλον μέσα από την επαναλαμβανόμενη εμπειρία ενός άλλου που το κατανοεί και το σταθεροποιεί (Schore, 2022). Όταν αυτή η διαδικασία απουσιάζει, το παιδί αναπτύσσει εναλλακτικές στρατηγικές -συχνά ελεγκτικές ή αποσυνδετικές – για να διαχειριστεί την εσωτερική του ένταση.
Η εκπαίδευση των φροντιστών, επομένως, δεν είναι μια «πρόσθετη» παρέμβαση. Είναι βασικός μηχανισμός πρόληψης της ανάπτυξης εκείνων των δομών που αργότερα μεταφράζονται σε ανάγκη για έλεγχο ως υποκατάστατο ταυτότητας.
6.2 Εκπαίδευση εκπαιδευτικών: από την πειθαρχία στη σχέση
Ο ρόλος του σχολείου δεν εξαντλείται στη μετάδοση γνώσεων. Αποτελεί ένα από τα βασικά πλαίσια μέσα στα οποία το παιδί δοκιμάζει και επαναπροσδιορίζει τα σχεσιακά του μοτίβα. Σε αυτό το πλαίσιο, ο εκπαιδευτικός δεν λειτουργεί μόνο ως φορέας γνώσης, αλλά και ως ρυθμιστικός παράγοντας του συναισθηματικού κλίματος.
Η μετατόπιση από αυστηρά πειθαρχικά μοντέλα προς σχεσιακές προσεγγίσεις διδασκαλίας έχει αποδειχθεί ότι συμβάλλει στη μείωση ελεγκτικών και επιθετικών συμπεριφορών, ενισχύοντας παράλληλα την αίσθηση ασφάλειας και ανήκειν. Όταν ο μαθητής βιώνει ότι γίνεται αντιληπτός όχι μόνο για τη συμπεριφορά του αλλά και για την εσωτερική του κατάσταση, μειώνεται η ανάγκη να «επιβληθεί» για να υπάρξει.
Η εκπαίδευση των εκπαιδευτικών σε θέματα τραύματος και προσκόλλησης δεν αφορά την «ψυχολογικοποίηση» της εκπαίδευσης, αλλά την ενίσχυση της ικανότητάς τους να αναγνωρίζουν ότι πίσω από πολλές συμπεριφορές ελέγχου υπάρχει μια προσπάθεια διαχείρισης εσωτερικής αστάθειας.
6.3 Δημιουργία πλαισίων ασφάλειας για τα παιδιά
Πέρα από τον ρόλο των ατόμων, καθοριστική είναι και η δημιουργία δομών που ενσωματώνουν τη γνώση γύρω από το τραύμα και τη συναισθηματική ανάπτυξη. Προγράμματα κοινωνικο-συναισθηματικής μάθησης, παρεμβάσεις βασισμένες στην προσκόλληση και σχολικά περιβάλλοντα που ενισχύουν τη συνεργασία αντί του ανταγωνισμού έχουν συνδεθεί με σημαντικές βελτιώσεις στη ρύθμιση του συναισθήματος και στη μείωση προβληματικών συμπεριφορών (OECD, 2021).
Αυτό που αναδεικνύεται είναι ότι η πρόληψη δεν μπορεί να είναι αποσπασματική. Απαιτεί μια συνεκτική προσέγγιση που διαπερνά την οικογένεια, το σχολείο και το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Μόνο έτσι μπορεί να περιοριστεί η ανάγκη του ατόμου να καταφύγει στον έλεγχο ως βασικό μηχανισμό αυτοπροσδιορισμού.
7. Επίλογος: Από τον έλεγχο στη σχέση
Η εξουσία, όταν λειτουργεί ως υποκατάστατο ταυτότητας, δεν είναι ένδειξη δύναμης. Είναι ένδειξη μιας βαθιάς δυσκολίας να βιωθεί ο εαυτός ως άξιος χωρίς όρους. Το άτομο δεν επιλέγει απλώς να ελέγχει, καταφεύγει στον έλεγχο όταν η εμπειρία της αγάπης έχει συνδεθεί με αστάθεια, απόρριψη ή απειλή.
Αυτό δεν αναιρεί την ευθύνη των πράξεων. Τη μετατοπίζει όμως από την απλή καταδίκη στην κατανόηση των μηχανισμών που τις παράγουν. Η κατανόηση αυτή είναι απαραίτητη όχι για να δικαιολογήσει, αλλά για να επιτρέψει την αλλαγή.
Η ταυτότητα δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στον έλεγχο χωρίς να παραμένει εύθραυστη. Αντίθετα, συγκροτείται μέσα από εμπειρίες όπου το άτομο γίνεται αποδεκτό, ρυθμίζεται και αναγνωρίζεται χωρίς να χρειάζεται να επιβληθεί.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο γιατί κάποιοι άνθρωποι επιλέγουν την εξουσία. Είναι και τι είδους σχέσεις -οικογενειακές, εκπαιδευτικές, κοινωνικές- δημιουργούμε, ώστε η εξουσία να μην αποτελεί τη μοναδική διαθέσιμη απάντηση στο βίωμα της ανεπάρκειας.
Βιβλιογραφικές Αναφορές
Conger, R. D., Martin, M. J., & Masarik, A. S. (2018). Dynamic associations among socioeconomic status, family processes, and developmental outcomes. Developmental Psychology, 2021 Feb,57(2):147-163. Doi: 10.1037/dev0000463.
Dagan, O., Facompré, C. R., & Bernard, K. (2018). Adult attachment representations and depressive symptoms: A meta-analysis. Journal of Affective Disorders, 236, 274-290. Doi:10.1016/j.jad.2018.04.091
Farina, B. & Schimmenti, A. (2025). The Psychopathological Domains of Attachment Trauma: A Proposal for a Clinical Conceptualization. Clinical Neuropsychiatry, 2025 Oct, 22(5): 351-373. Doi: 10.36131/cnfioritieditore20250501.
Kostova, Z. & Matanova, V.L. (2024). Transgenerational trauma and attachment. Frontiers in Psychology, April. Doi:10.3389/fpsyg.2024.1362561.
La Macchia, S. & Radke, H. (2022). Social Dominance Orientation and Social Dominance Theory. Encyclopedia of Personality and Individual Differences, pp 5028-5036.
Luyten, P., Campbell, C. & Fonagy, P. (2020). Borderline personality disorder, complex trauma, and problems with self and identity: A social-communicative approach. Journal of Personality, 2020 Feb,88(1):88-105. Doi: 10.1111/jopy.12483.
Milton, H. (2022). Books: What Happened to You? Conversations on Trauma, Resilience, and Healing. British Journal of General Practice, 2022 Feb 25,72(716):125.
Doi: 10.3399/bjgp22X718709.
OECD. (2021). Beyond academic learning: First results from the survey of social and emotional skills. OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/92a11084-en.
Scalabrini, A. & Mucci, C. (2025). Attachment Trauma and its Psychopathological Domains Through the Neuropsychodynamic Model of Self and Trauma. Clinical Neuropsychiatry, 2025 Oct, 22(5): 406-41. Doi: 10.36131/cnfioritieditore20250511.
Schore, A. N. (2022). Right brain-to-right brain psychotherapy: recent scientific and clinical advances. Annals of General Psychiatry, 2022 Nov 19,21:46.
Doi: 10.1186/s12991-022-00420-3.