(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Η απουσία εκτίμησης κινδύνου και υποτροπής στην Ελλάδα — και γιατί αυτό αλλάζει

Η διαχείριση της εγκληματικότητας δεν μπορεί να περιορίζεται στην επιβολή ποινών· απαιτείται συστηματική εκτίμηση κινδύνου και υποτροπής. Η εκτίμηση κινδύνου αξιολογεί την πιθανότητα ένα άτομο να διαπράξει οποιοδήποτε έγκλημα στο μέλλον, ενώ η εκτίμηση υποτροπής εστιάζει στην πιθανότητα εκ νέου διάπραξης συγκεκριμένων αδικημάτων (Andrews & Bonta, 2010). Στην Ελλάδα, η εφαρμογή αυτών των εργαλείων ήταν παραδοσιακά περιορισμένη και αποσπασματική, οδηγώντας σε αποφάσεις που βασίζονταν κυρίως σε υποκειμενική κρίση. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια στροφή προς την επιστημονικά τεκμηριωμένη διαχείριση της εγκληματικότητας, με πιλοτικές εφαρμογές τόσο της εκτίμησης κινδύνου όσο και της εκτίμησης υποτροπής σε σωφρονιστικά και δικαστικά πλαίσια (Κουφούλη, 2023; Fotou et al., 2024). 

Εκτίμηση κινδύνου: ορισμός και παράγοντες

Η εκτίμηση κινδύνου αφορά στην πιθανότητα ένα άτομο να διαπράξει μελλοντική εγκληματική συμπεριφορά, ανεξαρτήτως αν έχει διαπράξει ήδη κάποιο έγκλημα. Βασίζεται σε σταθερούς (static) και δυναμικούς (dynamic) παράγοντες κινδύνου. Οι σταθεροί παράγοντες περιλαμβάνουν τα δημογραφικά χαρακτηριστικά, το ιστορικό προηγούμενων ποινών, την ηλικία και το φύλο, ενώ οι δυναμικοί παράγοντες περιλαμβάνουν την ψυχολογική κατάσταση, τις κοινωνικές σχέσεις, την απασχόληση, τη χρήση ουσιών και τη συμμετοχή σε θετικά κοινωνικά δίκτυα (Andrews & Bonta, 2010; Douglas et al., 2014).

Η εκτίμηση κινδύνου χρησιμοποιείται σε διάφορα πλαίσια, όπως η πρόβλεψη βίαιων εγκλημάτων, η αξιολόγηση επικινδυνότητας και η καθοδήγηση προγραμμάτων πρόληψης. Εργαλεία όπως το HCR-20 επιτρέπουν την αντικειμενική αξιολόγηση του κινδύνου βίαιης συμπεριφοράς σε ενήλικες, ενώ το SAVRY παρέχει αντίστοιχες προβλέψεις για ανηλίκους (Borum, Bartel, & Forth, 2006; Douglas et al., 2014).

Η αξιολόγηση κινδύνου και υποτροπής δεν είναι εναλλάξιμη· η πρώτη εστιάζει στην πιθανότητα γενικού εγκληματικού φαινομένου, ενώ η δεύτερη στη συγκεκριμένη επαναληψιμότητα συγκεκριμένων αδικημάτων, όπως σεξουαλικών παραβάσεων ή βίαιων πράξεων (Hanson & Thornton, 2000).

Εκτίμηση υποτροπής: ορισμός και εργαλεία

Η εκτίμηση υποτροπής επικεντρώνεται στην πιθανότητα ένα άτομο να επαναλάβει συγκεκριμένες εγκληματικές πράξεις. Το LSI-R (Level of Service Inventory-Revised) αξιολογεί τον γενικό κίνδυνο υποτροπής ενηλίκων μέσω 54 παραγόντων, ενώ το Static-99 χρησιμοποιείται ειδικά για σεξουαλικούς παραβάτες (Andrews & Bonta, 1995; Hanson & Thornton, 2000).

Η εκτίμηση υποτροπής επιτρέπει την κατηγοριοποίηση των δραστών σε χαμηλού, μέσου ή υψηλού κινδύνου, υποστηρίζοντας αποφάσεις για αποφυλακίσεις, επιτηρήσεις και συμμετοχή σε προγράμματα παρέμβασης (Douglas et al., 2014). Η συνδυαστική χρήση εκτίμησης κινδύνου και υποτροπής ενισχύει την ακρίβεια πρόβλεψης και την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων.

Η ελληνική πραγματικότητα και πιλοτικές εφαρμογές

Στην Ελλάδα, η εφαρμογή εργαλείων εκτίμησης κινδύνου και υποτροπής ήταν παραδοσιακά περιορισμένη. Οι βασικοί λόγοι ήταν η έλλειψη θεσμικής καθιέρωσης, η περιορισμένη εκπαίδευση προσωπικού και η έλλειψη συγκεντρωμένων δεδομένων. Ωστόσο, πρόσφατα πιλοτικά προγράμματα δείχνουν σημαντικά αποτελέσματα.

Η πιο πρόσφατη εμπειρική μελέτη υποτροπής στην Ελλάδα — με τίτλο Empirical study of recidivism of released prisoners in Greece and prevention models (2023) — αξιολόγησε πρώην κρατούμενους σχετικά με το πόσο πιθανό είναι να διαπράξουν ξανά εγκληματικές πράξεις μετά την αποφυλάκιση τους. Για να γίνει αυτό, χρησιμοποίησε το εργαλείο LS/CMI (Level of Service/Case Management Inventory), το οποίο μετρά παράγοντες που σχετίζονται με την υποτροπή, όπως το ποινικό ιστορικό του ατόμου, την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάσταση και τη χρήση ουσιών.

Η αξιολόγηση έγινε μέσα στο πλαίσιο του μοντέλου RNR (Risk-Need-Responsivity), το οποίο είναι ένα διεθνώς αναγνωρισμένο σύστημα που βοηθά τους ειδικούς να καθορίζουν ποιος είναι ο κίνδυνος υποτροπής, ποιες ανάγκες πρέπει να αντιμετωπιστούν (π.χ. έλλειψη δεξιοτήτων ή κοινωνικής υποστήριξης) και πώς να σχεδιαστεί η πιο κατάλληλη παρέμβαση για το άτομο. Η μελέτη κατέδειξε ότι τα άτομα με σοβαρό ποινικό ιστορικό, χαμηλή εκπαίδευση ή επαγγελματική αδράνεια και προβλήματα κατάχρησης ουσιών είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να υποτροπιάσουν στην ελληνική πραγματικότητα (Κουφούλη, 2023).

Παράλληλα, η ανάπτυξη του Hellenic Risk Assessment Tool για περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας αποτελεί μια προσπάθεια να προσαρμοστούν τα διεθνή πρότυπα εκτίμησης κινδύνου στην ελληνική πραγματικότητα. Το εργαλείο αυτό αξιολογεί πόσο πιθανό είναι να συμβεί ξανά βία, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως προηγούμενα περιστατικά, ψυχολογικά χαρακτηριστικά του δράστη και κοινωνικές συνθήκες. Η ύπαρξη τέτοιων εργαλείων δείχνει ότι η χώρα αρχίζει να εστιάζει στην πρόβλεψη και πρόληψη της επικίνδυνης συμπεριφοράς, αντί να βασίζεται μόνο στην τιμωρία ή την υποκειμενική εκτίμηση των περιστατικών (Fotou et al., 2024).

Οι λόγοι της αλλαγής

Η στροφή προς επιστημονικά τεκμηριωμένες πρακτικές οφείλεται σε τρεις παράγοντες. Πρώτον, η πίεση διεθνών προτύπων και βιβλιογραφίας για χρήση αντικειμενικών εργαλείων εκτίμησης. Δεύτερον, η ψηφιοποίηση δεδομένων και η ανάπτυξη πληροφοριακών συστημάτων καθιστούν δυνατή την εφαρμογή εργαλείων σε πραγματικό χρόνο. Τρίτον, η συνειδητοποίηση του κόστους της υποτροπής οδηγεί σε στρατηγικές πρόληψης και εξατομικευμένων παρεμβάσεων (Andrews & Bonta, 2010; Douglas et al., 2014).

Προοπτικές για το μέλλον

Η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να υιοθετήσει ένα προληπτικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο μοντέλο διαχείρισης εγκληματικότητας. Η συνδυαστική εφαρμογή εργαλείων εκτίμησης κινδύνου και υποτροπής, μαζί με επανενταξιακά προγράμματα και ανάπτυξη εθνικών βάσεων δεδομένων, μπορεί να μειώσει ουσιαστικά τα ποσοστά υποτροπής και να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα των σωφρονιστικών πολιτικών (Hanson & Thornton, 2000).

Συμπέρασμα

Η ενσωμάτωση εργαλείων εκτίμησης κινδύνου και υποτροπής αποτελεί κρίσιμο βήμα για τη μείωση της εγκληματικότητας και την ενίσχυση της κοινωνικής ασφάλειας. Οι πιλοτικές εφαρμογές στην Ελλάδα δείχνουν ότι η χώρα μπορεί να συνδυάσει διεθνή πρότυπα και τεχνολογικές δυνατότητες, δημιουργώντας ένα σύγχρονο, τεκμηριωμένο και αποτελεσματικό μοντέλο διαχείρισης εγκληματικότητας.

Βιβλιογραφία

Andrews, D.A., & Bonta, J. (2010). The Psychology of Criminal Conduct (5th ed.). Routledge. https://doi.org/10.4324/9781315721279

Borum, R., Lodewijks, H., Bartel, P. A., & Forth, A. E. (2010). Structured Assessment of Violence Risk in Youth (SAVRY). In R. K. Otto & K. S. Douglas (Eds.), Handbook of violence risk assessment (pp. 63–79). Routledge/Taylor & Francis Group.

Douglas, K. S., Hart, S. D., Webster, C. D., Belfrage, H., Guy, L. S., & Wilson, C. M. (2014). Historical-Clinical-Risk Management-20, Version 3 (HCR-20V3): Development and overview. International Journal of Forensic Mental Health, 13(2), 93–108. https://doi.org/10.1080/14999013.2014.906519

Fotou, E., Sebire, J., Saini, V., & Spanea, E. (2024). Developing a horizontal risk assessment instrument for incidents of domestic violence victims in Greece: Understanding the landscape and risk factors as identified by the Hellenic Police. Policing: A Journal of Policy and Practice, 18, paae076. https://doi.org/10.1093/police/paae076

Hanson, R. K., & Thornton, D. (2000). Improving risk assessments for sex offenders: A comparison of three actuarial scales. Law and Human Behavior, 24(1), 119–136. https://doi.org/10.1023/A:1005482921333

Κουφούλη, Α. Χ. (2023). Empirical study of recidivism of released prisoners in Greece and prevention models (Διδακτορική διατριβή). Πάντειο Πανεπιστήμιο. https://pandemos.panteion.gr/items/26bdbbc9-6e9e-44be-86ce-2481314e89e4

Μετάβαση στο περιεχόμενο
Verified by MonsterInsights