Πότε η επιμονή σε δυναμώνει και πότε σε διαλύει;
Μια επιστημονική προσέγγιση στη διάκριση ανάμεσα στην ανθεκτικότητα και την επιβλαβή επιμονή
Η ανθρώπινη εμπειρία χαρακτηρίζεται από την ανάγκη προσαρμογής σε προκλήσεις. Ωστόσο, στη σύγχρονη κουλτούρα αυτοβελτίωσης, η έννοια της «αντοχής στον πόνο» συχνά παρουσιάζεται ως απόλυτη αρετή, ενώ η αποχώρηση ή η αλλαγή πορείας ταυτίζεται με αδυναμία. Αυτή η αντίληψη δεν επιβεβαιώνεται από την ψυχολογία, τη νευροεπιστήμη ή την κλινική πράξη.
Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη: δεν είναι κάθε πόνος εξελικτικός και δεν είναι κάθε παραίτηση αποτυχία.
Ο πόνος δεν είναι πάντα δείκτης ανάπτυξης
Ο πόνος μπορεί να προκύπτει από:
- φυσιολογική προσαρμογή,
- γνωστική υπερφόρτωση,
- συναισθηματική απειλή,
- ή χρόνια ενεργοποίηση του συστήματος στρες.
Η νευροβιολογία δείχνει ότι όταν το άτομο εκτίθεται παρατεταμένα σε στρεσογόνα ερεθίσματα χωρίς επαρκή ανάκαμψη, ενεργοποιείται διαρκώς ο άξονας υποθαλάμου–υπόφυσης–επινεφριδίων (HPA axis), οδηγώντας σε αυξημένη κορτιζόλη, φλεγμονή και γνωστική εξάντληση (McEwen, 2017).
Σε αυτές τις συνθήκες, η «επιμονή» δεν χτίζει ανθεκτικότητα, αλλά αυξάνει τον κίνδυνο burnout, κατάθλιψης, αγχώδους απορρύθμισης και σωματοποίησης.
Η παραίτηση δεν είναι πάντα φυγή – μπορεί να είναι ρύθμιση
Στη σύγχρονη ψυχολογία, γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στην αποφυγή (avoidance) και τη στρατηγική αποδέσμευση (adaptive disengagement). Η δεύτερη αποτελεί υγιή δεξιότητα.
Η στρατηγική αποδέσμευση δεν είναι παραίτηση από φόβο, τεμπελιά ή αδυναμία. Είναι μια ενεργητική, συνειδητή και ρυθμισμένη απόφαση να αποσυρθείς από έναν στόχο, μια κατάσταση ή μια προσπάθεια που δεν είναι πλέον εφικτή, δεν ευθυγραμμίζεται με τις αξίες σου, προκαλεί δυσανάλογο ψυχικό ή σωματικό κόστος ή δεν προσφέρει πια νόημα ή προοπτική εξέλιξης.
Στη βιβλιογραφία ονομάζεται και ως goal disengagement capacity (ικανότητα αποδέσμευσης από μη εφικτούς στόχους) και θεωρείται βασικός δείκτης ψυχικής υγείας.
Έρευνες δείχνουν ότι η ικανότητα εγκατάλειψης μη ρεαλιστικών ή επιβλαβών στόχων συνδέεται με χαμηλότερα επίπεδα κατάθλιψης, καλύτερη ψυχική υγεία και μεγαλύτερη ικανοποίηση ζωής (Wrosch et al., 2003; Wrosch & Scheier, 2020). Αντίθετα, άτομα με άκαμπτη επιμονή παγιδεύονται σε φαύλους κύκλους ματαίωσης, αυξάνουν την κορτιζόλη και παρουσιάζουν συναισθηματική εξάντληση.
Η ψυχική ανθεκτικότητα δεν είναι η επιμονή με κάθε κόστος, αλλά η ευελιξία να γνωρίζεις πότε να συνεχίσεις και πότε να αλλάξεις κατεύθυνση.
Ο εγκέφαλος δεν μαθαίνει με εξαναγκασμό αλλά με ασφάλεια
Η θεωρία του πολυπνευρικού συστήματος (Porges, 2011) δείχνει ότι όταν το νευρικό σύστημα αντιλαμβάνεται απειλή ενεργοποιείται άμυνα, ενώ όταν νιώθει ασφάλεια ενεργοποιείται μάθηση, προσαρμογή και δημιουργικότητα.
Αν λοιπόν ένα άτομο «πιέζει» τον εαυτό του διαρκώς ενώ βιώνει φόβο, ντροπή ή εξάντληση ο εγκέφαλος δεν εκπαιδεύεται, απλώς επιβιώνει. Η πραγματική ανάπτυξη συμβαίνει μόνο μέσα σε ανεκτά επίπεδα δυσφορίας, όχι σε κατάσταση υπερδιέγερσης.
Η ανθεκτικότητα δεν είναι αντοχή – είναι ρύθμιση
Η σύγχρονη βιβλιογραφία ορίζει την ψυχική ανθεκτικότητα ως «τη δυναμική ικανότητα προσαρμογής σε στρεσογόνες εμπειρίες με διατήρηση της λειτουργικότητας» (Kalisch et al., 2017) και περιλαμβάνει:
- αυτοπαρατήρηση
- συναισθηματική ρύθμιση
- γνωστική ευελιξία
- υποστήριξη από άλλους
- αποδοχή ορίων
Όχι εξιδανίκευση του πόνου.
Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι “πόνος ή παραίτηση”
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι:
➤ Αυτό που κάνω με φέρνει πιο κοντά στη ζωή που θέλω ή με απομακρύνει από τον εαυτό μου;
Γιατί:
- Ο πόνος με νόημα είναι ανεκτός.
- Ο πόνος χωρίς νόημα γίνεται τραύμα.
- Η παραίτηση από κάτι επιβλαβές είναι πράξη φροντίδας.
- Η εμμονή σε κάτι που σε διαλύει δεν είναι γενναιότητα.
Συμπέρασμα
Η ψυχική ανθεκτικότητα δεν είναι το να «αντέχεις τα πάντα». Είναι το να ξέρεις πότε να επιμένεις και πότε να αποσύρεσαι. Δεν χτίζεται με αυτοτιμωρία, αλλά με επίγνωση, ρεαλισμό, αυτοσυμπόνια, νευροβιολογική κατανόηση και ασφαλείς σχέσεις.
Και τελικά, το πιο ώριμο ερώτημα δεν είναι:
«Αντέχω;»
Αλλά:
«Με βοηθά αυτό να ζήσω ή απλώς να επιβιώνω;»
Βιβλιογραφία
Kalisch, R., Baker, D. G., Basten, U., Boks, M. P., Bonanno, G. A., Brummelman, E., Chmitorz, A., Fernàndez, G., Fiebach, C. J., Galatzer-Levy, I., Geuze, E., Groppa, S., Helmreich, I., Hendler, T., Hermans, E. J., Jovanovic, T., Kubiak, T., Lieb, K., Lutz, B., Müller, M. B., … Kleim, B. (2017). The resilience framework as a strategy to combat stress-related disorders. Nature human behaviour, 1(11), 784–790. https://doi.org/10.1038/s41562-017-0200-8
McEwen B. S. (2017). Neurobiological and Systemic Effects of Chronic Stress. Chronic stress (Thousand Oaks, Calif.), 1, 2470547017692328. https://doi.org/10.1177/2470547017692328
Porges, S. W. (2011). The polyvagal theory: Neurophysiological foundations of emotions, attachment, communication, and self-regulation. W. W. Norton & Company.
Wrosch, C., Scheier, M. F., Miller, G. E., Schulz, R., & Carver, C. S. (2003). Adaptive Self-Regulation of Unattainable Goals: Goal Disengagement, Goal Reengagement, and Subjective Well-Being. Personality and Social Psychology Bulletin, 29(12), 1494–1508. https://doi.org/10.1177/0146167203256921
Wrosch, C., & Scheier, M. F. (2020). Adaptive self-regulation, subjective well-being, and physical health: The importance of goal adjustment capacities. In A. J. Elliot (Ed.), Advances in motivation science (pp. 199–238). Elsevier Academic Press. https://doi.org/10.1016/bs.adms.2019.07.001