Διαταραχές προσωπικότητας και Έγκλημα: τι ΔΕΝ δείχνουν τα δεδομένα
Η σύνδεση μεταξύ διαταραχών προσωπικότητας και εγκληματικής συμπεριφοράς αποτελεί ένα από τα πιο παρεξηγημένα ζητήματα στον δημόσιο λόγο γύρω από την ψυχική υγεία. Συχνά, μετά από σοβαρά εγκλήματα, τα μέσα ενημέρωσης και οι διαδικτυακές συζητήσεις επιχειρούν να ερμηνεύσουν τη βίαιη συμπεριφορά μέσω ψυχιατρικών ετικετών, δημιουργώντας την εντύπωση ότι οι διαταραχές προσωπικότητας συνδέονται άμεσα και σχεδόν αναπόφευκτα με την εγκληματικότητα. Ωστόσο, τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα δεν υποστηρίζουν αυτή την απλουστευτική αντίληψη.
Οι διαταραχές προσωπικότητας αναφέρονται σε σταθερά και δυσπροσαρμοστικά πρότυπα σκέψης, συναισθήματος και συμπεριφοράς που επηρεάζουν τη λειτουργικότητα και τις διαπροσωπικές σχέσεις του ατόμου (American Psychiatric Association, 2022). Η ύπαρξη μιας διάγνωσης δεν συνεπάγεται αυτομάτως βίαιη ή εγκληματική συμπεριφορά. Αντίθετα, η πλειονότητα των ατόμων με διαταραχές προσωπικότητας δεν διαπράττει σοβαρά εγκλήματα και δεν εμφανίζει επικίνδυνη συμπεριφορά (Howard, 2015).
Η περίπτωση της Αντικοινωνικής Διαταραχής Προσωπικότητας
Η Αντικοινωνική Διαταραχή Προσωπικότητας είναι η διάγνωση που συνδέεται συχνότερα με την παραβατικότητα, κυρίως επειδή στα διαγνωστικά της κριτήρια περιλαμβάνονται στοιχεία όπως η παραβίαση κοινωνικών κανόνων, η εξαπάτηση και η παρορμητικότητα (APA, 2022). Παρόλα αυτά, ακόμη και εδώ η σχέση δεν είναι αιτιοκρατική.
Έρευνες σε σωφρονιστικούς πληθυσμούς δείχνουν ότι η συχνότητα της αντικοινωνικής διαταραχής προσωπικότητας κυμαίνεται περίπου μεταξύ 40% και 70% στους άνδρες κρατουμένους, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από εκείνο του γενικού πληθυσμού, όπου εκτιμάται περίπου στο 1%–4% (Fazel & Danesh, 2002). Ωστόσο, το εύρημα αυτό δεν σημαίνει ότι τα περισσότερα άτομα με αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας θα γίνουν εγκληματίες· δείχνει μόνο ότι η διάγνωση εμφανίζεται συχνότερα σε ήδη επιλεγμένους πληθυσμούς υψηλού κινδύνου.
Επιπλέον, η ύπαρξη υψηλών ποσοστών σε φυλακισμένους πληθυσμούς δεν αποδεικνύει αιτιώδη σχέση. Οι συγκεκριμένοι πληθυσμοί χαρακτηρίζονται συχνά από ιστορικό παιδικής κακοποίησης, κοινωνικού αποκλεισμού, φτώχειας και χρήσης ουσιών, παράγοντες που σχετίζονται τόσο με την ανάπτυξη διαταραχών προσωπικότητας όσο και με την παραβατικότητα (Johnson et al., 1999).
Η Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας και τα στερεότυπα περί «επικινδυνότητας»
Η Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας συχνά συνδέεται στερεοτυπικά με επιθετικότητα και βία. Ωστόσο, τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι τα άτομα με οριακή διαταραχή προσωπικότητας εμφανίζουν συχνότερα αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές παρά σοβαρή ετεροκατευθυνόμενη βία.
Μελέτες δείχνουν ότι περίπου το 70%–75% των ατόμων με τη διάγνωση θα πραγματοποιήσει τουλάχιστον μία απόπειρα αυτοκτονίας κατά τη διάρκεια της ζωής του, ενώ οι αυτοτραυματισμοί εμφανίζονται με ιδιαίτερα υψηλή συχνότητα (Black et al., 2004). Επομένως, η κυρίαρχη κοινωνική εικόνα του «επικίνδυνου» ατόμου απέχει σημαντικά από τα βασικά κλινικά χαρακτηριστικά της διαταραχής.
Ναρκισσισμός και εγκληματικότητα: μια υπεραπλουστευμένη σύνδεση
Παρόμοιες υπεργενικεύσεις εμφανίζονται και γύρω από τη Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας. Ο δημόσιος λόγος συχνά παρουσιάζει τα άτομα με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά ως εγγενώς κακοποιητικά ή επικίνδυνα. Ωστόσο, η έρευνα δεν υποστηρίζει μια τόσο απόλυτη σύνδεση.
Ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι ο παθολογικός ναρκισσισμός μπορεί να σχετίζεται με αυξημένη επιθετικότητα όταν το άτομο βιώνει έντονη απειλή της αυτοεικόνας του ή κοινωνική ταπείνωση (Krizan & Herlache, 2018). Παρόλα αυτά, οι περισσότεροι άνθρωποι με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά δεν εμφανίζουν εγκληματική συμπεριφορά, ενώ παράγοντες όπως η χρήση ουσιών, το ιστορικό βίας και η κοινωνική απορρύθμιση φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη προγνωστική αξία.
Συσχέτιση δεν σημαίνει αιτιότητα
Ένα από τα σημαντικότερα μεθοδολογικά σφάλματα στη δημόσια συζήτηση είναι η σύγχυση μεταξύ συσχέτισης και αιτιότητας. Το γεγονός ότι μια διάγνωση εμφανίζεται συχνότερα σε έναν σωφρονιστικό πληθυσμό δεν σημαίνει ότι η διάγνωση «προκάλεσε» την εγκληματική συμπεριφορά.
Οι κρατούμενοι εμφανίζουν συχνά πολλαπλούς επιβαρυντικούς παράγοντες, όπως:
- παιδική κακοποίηση,
- χρόνια έκθεση σε βία,
- φτώχεια,
- κοινωνικό αποκλεισμό,
- σχολική αποτυχία,
- εξάρτηση από ουσίες,
- και τραυματικές εμπειρίες.
Οι παράγοντες αυτοί σχετίζονται τόσο με την ανάπτυξη ψυχικών δυσκολιών όσο και με αυξημένο κίνδυνο παραβατικότητας (Johnson et al., 1999).
Τι προβλέπει περισσότερο τη βίαιη συμπεριφορά;
Η έρευνα δείχνει ότι οι ισχυρότεροι προβλεπτικοί παράγοντες βίαιης συμπεριφοράς συχνά δεν είναι οι ίδιες οι διαγνώσεις προσωπικότητας. Παράγοντες όπως:
- η προηγούμενη ιστορία βίας,
- η κατάχρηση αλκοόλ και ουσιών,
- η κοινωνική απομόνωση,
- η ανεργία,
- η έκθεση σε χρόνια τραυματικά περιβάλλοντα,
- και η συννοσηρότητα πολλαπλών ψυχιατρικών δυσκολιών,
φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη προγνωστική αξία (Skeem et al., 2011).
Για παράδειγμα, μετα-ανάλυση των Fazel et al. (2009) έδειξε ότι ο κίνδυνος βίας αυξάνεται σημαντικά κυρίως όταν συνυπάρχει κατάχρηση ουσιών και όχι αποκλειστικά λόγω ψυχιατρικής διάγνωσης.
Οι κοινωνικές συνέπειες του στιγματισμού
Η υπεραπλούστευση της σχέσης μεταξύ διαταραχών προσωπικότητας και εγκληματικότητας έχει σημαντικές κοινωνικές συνέπειες. Η συστηματική σύνδεση της ψυχικής διαταραχής με την επικινδυνότητα ενισχύει το κοινωνικό στίγμα και μπορεί να αποτρέψει άτομα από το να αναζητήσουν ψυχολογική ή ψυχιατρική υποστήριξη.
Παράλληλα, η παρουσίαση των δραστών βίαιων εγκλημάτων ως «ψυχικά διαταραγμένων» συχνά απομακρύνει τη συζήτηση από κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες που συμβάλλουν στη βία και την παραβατικότητα.
Συμπεράσματα
Τα επιστημονικά δεδομένα δεν υποστηρίζουν την αντίληψη ότι οι διαταραχές προσωπικότητας οδηγούν αναπόφευκτα σε εγκληματική συμπεριφορά. Υποστηρίζουν, αντίθετα, ότι ορισμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας μπορεί — υπό συγκεκριμένες συνθήκες και σε συνδυασμό με κοινωνικούς, αναπτυξιακούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες — να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο παραβατικότητας.
Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης τόσο για την επιστημονική ακρίβεια όσο και για την αποφυγή στιγματιστικών και ανακριβών γενικεύσεων.
Βιβλιογραφία
American Psychiatric Association. (2022). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed., text rev.; DSM-5-TR). American Psychiatric Publishing.
Black, D. W., Blum, N., Pfohl, B., & Hale, N. (2004). Suicidal behavior in borderline personality disorder: Prevalence, risk factors, prediction, and prevention. Journal of Personality Disorders, 18(3), 226–239. https://doi.org/10.1521/pedi.18.3.226.35445
Fazel, S., & Danesh, J. (2002). Serious mental disorder in 23,000 prisoners: A systematic review of 62 surveys. The Lancet, 359(9306), 545–550. https://doi.org/10.1016/S0140-6736(02)07740-1
Fazel, S., Gulati, G., Linsell, L., Geddes, J. R., & Grann, M. (2009). Schizophrenia and violence: Systematic review and meta-analysis. PLoS Medicine, 6(8), e1000120. https://doi.org/10.1371/journal.pmed.1000120
Howard, R. C. (2015). Personality disorders and violence: What is the link? Borderline Personality Disorder and Emotion Dysregulation, 2(12). https://doi.org/10.1186/s40479-015-0033-x
Johnson, J. G., Cohen, P., Brown, J., Smailes, E. M., & Bernstein, D. P. (1999). Childhood maltreatment increases risk for personality disorders during early adulthood. Archives of General Psychiatry, 56(7), 600–606. https://doi.org/10.1001/archpsyc.56.7.600
Krizan, Z., & Herlache, A. D. (2018). The narcissism spectrum model: A synthetic view of narcissistic personality. Personality and Social Psychology Review, 22(1), 3–31. https://doi.org/10.1177/1088868316685018
Skeem, J. L., Manchak, S., & Peterson, J. K. (2011). Correctional policy for offenders with mental illness: Creating a new paradigm for recidivism reduction. Law and Human Behavior, 35(2), 110–126. https://doi.org/10.1007/s10979-010-9223-7