(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Risk assessment: εκτίμηση επικινδυνότητας ή ψευδαίσθηση ελέγχου;

Τα εργαλεία αξιολόγησης επικινδυνότητας δεν παράγουν προβλέψεις με την έννοια της βεβαιότητας. Παράγουν εκτιμήσεις πιθανότητας, βασισμένες σε παράγοντες που έχουν συσχετιστεί εμπειρικά με αυξημένο κίνδυνο, όπως το ιστορικό βίας, η πρώιμη έναρξη παραβατικής συμπεριφοράς ή συγκεκριμένοι δυναμικοί παράγοντες (Douglas & Skeem, 2005). Εργαλεία όπως το HCR-20 και το Static-99R κατατάσσουν τα άτομα σε κατηγορίες κινδύνου συγκριτικά με ομάδες αναφοράς.

Η κρίσιμη διάκριση είναι ότι αυτή η εκτίμηση έχει νοηματοδότηση σε επίπεδο ομάδας. Δηλαδή, όταν ένα άτομο ταξινομείται ως «υψηλού κινδύνου», αυτό σημαίνει ότι ανήκει σε μια κατηγορία με αυξημένα ποσοστά επανεμφάνισης μιας συμπεριφοράς σε σύγκριση με άλλες κατηγορίες—όχι ότι το ίδιο το άτομο θα επιδείξει τη συμπεριφορά. Αυτή η διάκριση μεταξύ ομαδικού και ατομικού επιπέδου είναι συστηματικά παραγνωρισμένη (Fazel et al., 2012).

Επιπλέον, η προγνωστική απόδοση αυτών των εργαλείων συνήθως εκφράζεται με δείκτες όπως το AUC (Area Under the Curve), που αποτυπώνουν την ικανότητα διάκρισης μεταξύ ομάδων, όχι την ακρίβεια σε μεμονωμένες προβλέψεις. Ένα «καλό» AUC δεν σημαίνει ότι μπορούμε να προβλέψουμε αξιόπιστα τι θα κάνει ένα συγκεκριμένο άτομο.

Το βασικό σφάλμα: από πιθανότητα σε βεβαιότητα

Το πιο κρίσιμο λάθος στην ερμηνεία των risk assessments είναι η μετατροπή μιας “πιθανοτικής” εκτίμησης σε κατηγορική πρόβλεψη. Ένα «υψηλό ρίσκο» συχνά μεταφράζεται σε «πιθανό να συμβεί», ενώ ένα «χαμηλό ρίσκο» σε «δεν θα συμβεί». Αυτό το άλμα δεν υποστηρίζεται από τα δεδομένα και αντανακλά γνωστικές προκαταλήψεις στη διαχείριση αβεβαιότητας (Gigerenzer, 2004).

Για να γίνει πιο σαφές: ακόμη και αν μια κατηγορία «υψηλού κινδύνου» έχει, για παράδειγμα, 30% πιθανότητα επανεμφάνισης, αυτό σημαίνει ότι στο 70% των περιπτώσεων το γεγονός δεν θα συμβεί. Παρ’ όλα αυτά, η κατηγορία συχνά αντιμετωπίζεται ως σχεδόν ντετερμινιστική.

Αντίστοιχα, κατηγορίες «χαμηλού κινδύνου» δεν συνεπάγονται μηδενικό κίνδυνο. Η παραγνώριση αυτής της ασυμμετρίας οδηγεί τόσο σε ψευδώς θετικές όσο και σε ψευδώς αρνητικές εκτιμήσεις (Fazel et al., 2012).

Βαθμονόμηση, βασική συχνότητα και πλαίσιο

Η ερμηνεία των αποτελεσμάτων δεν μπορεί να γίνει ανεξάρτητα από το πλαίσιο μέσα στο οποίο προκύπτουν. Δύο έννοιες είναι κρίσιμες εδώ: η βαθμονόμηση και η βασική συχνότητα ενός φαινομένου.

Η βαθμονόμηση αναφέρεται στο κατά πόσο οι εκτιμώμενες πιθανότητες αντιστοιχούν στις πραγματικές. Ένα εργαλείο μπορεί να διακρίνει ικανοποιητικά μεταξύ ατόμων υψηλού και χαμηλού κινδύνου, αλλά να υπερεκτιμά ή να υποεκτιμά συστηματικά την πραγματική πιθανότητα εμφάνισης της συμπεριφοράς. Με άλλα λόγια, μπορεί να είναι «καλό στο να ξεχωρίζει», αλλά όχι απαραίτητα ακριβές στο «πόσο συχνά συμβαίνει».

Η βασική συχνότητα αφορά το πόσο συχνά εμφανίζεται ένα φαινόμενο σε έναν συγκεκριμένο πληθυσμό. Αυτός ο παράγοντας επηρεάζει καθοριστικά την ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Σε πληθυσμούς όπου ένα γεγονός είναι σπάνιο, ακόμη και άτομα που ταξινομούνται ως «υψηλού κινδύνου» μπορεί να έχουν σχετικά χαμηλή απόλυτη πιθανότητα να το εμφανίσουν. Αντίθετα, σε πληθυσμούς με υψηλότερη συχνότητα, η ίδια κατηγορία κινδύνου αποκτά διαφορετική βαρύτητα (Gigerenzer, 2004).

Αυτό σημαίνει ότι η ίδια ένδειξη κινδύνου δεν έχει σταθερή σημασία ανεξάρτητα από το πλαίσιο. Για παράδειγμα, μια εκτίμηση «υψηλού κινδύνου» σε ένα σωφρονιστικό περιβάλλον δεν είναι άμεσα συγκρίσιμη με την ίδια εκτίμηση σε ένα γενικό πληθυσμό.

Η αγνόηση αυτών των παραμέτρων δημιουργεί μια ψευδή αίσθηση ακρίβειας και γενικευσιμότητας. Τα αποτελέσματα φαίνονται σταθερά και αντικειμενικά, ενώ στην πραγματικότητα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το πλαίσιο στο οποίο εφαρμόζονται.

Η ψευδαίσθηση ελέγχου

Η χρήση δομημένων εργαλείων, αριθμητικών σκορ και κατηγοριών κινδύνου δημιουργεί την εντύπωση ότι η αβεβαιότητα έχει «ελεγχθεί». Στην πραγματικότητα, η αβεβαιότητα παραμένει· απλώς εκφράζεται με ποσοτικούς όρους.

Η ψευδαίσθηση ελέγχου προκύπτει όταν:

  • η ποσοτικοποίηση εκλαμβάνεται ως ακρίβεια σε ατομικό επίπεδο
  • αγνοείται το εύρος σφάλματος
  • υποτιμάται η μεταβλητότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς

Αυτό οδηγεί σε υπερεμπιστοσύνη στα αποτελέσματα και σε αποφάσεις που εμφανίζονται ως «αντικειμενικές», ενώ στην πραγματικότητα ενσωματώνουν σημαντική αβεβαιότητα (Gigerenzer, 2004).

Παράγοντες κινδύνου και αιτιότητα

Οι μεταβλητές που χρησιμοποιούνται στα εργαλεία risk assessment είναι προγνωστικοί δείκτες, όχι αιτιώδεις μηχανισμοί. Το ιστορικό βίας, για παράδειγμα, είναι από τους ισχυρότερους δείκτες μελλοντικής βίας, αλλά δεν αποτελεί αιτία με την αυστηρή έννοια (Douglas & Skeem, 2005).

Η σύγχυση μεταξύ συσχέτισης και αιτιότητας οδηγεί σε δύο σφάλματα: αφενός, υπεραπλουστευμένες εξηγήσεις της συμπεριφοράς και, αφετέρου, παρεμβάσεις που δεν στοχεύουν σε τροποποιήσιμους παράγοντες. Η διάκριση μεταξύ στατικών (μη μεταβαλλόμενων) και δυναμικών (μεταβαλλόμενων) παραγόντων είναι εδώ κρίσιμη για τον σχεδιασμό παρέμβασης.

Σε κλινικό επίπεδο, η υπερεμπιστοσύνη στα εργαλεία μπορεί να οδηγήσει είτε σε υπερ-περιοριστικές παρεμβάσεις (λόγω υπερεκτίμησης κινδύνου) είτε σε ανεπαρκή μέτρα (λόγω υποεκτίμησης). Και στις δύο περιπτώσεις, η απόφαση φαίνεται «τεκμηριωμένη», ενώ βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία (Douglas & Skeem, 2005).

Σε δικανικά πλαίσια, το διακύβευμα είναι υψηλότερο. Οι εκτιμήσεις κινδύνου επηρεάζουν αποφάσεις για περιορισμό ελευθερίας, άδειες ή μέτρα επιτήρησης. Η μετατροπή μιας πιθανοτικής εκτίμησης σε κατηγορηματική κρίση δημιουργεί ηθικά και νομικά ζητήματα, ιδιαίτερα όταν δεν λαμβάνεται υπόψη η αβεβαιότητα (Fazel et al., 2012).

Συμπέρασμα

Η κριτική στην υπερεμπιστοσύνη δεν συνεπάγεται απόρριψη των εργαλείων. Η έρευνα δείχνει ότι οι δομημένες ή ημιδομημένες προσεγγίσεις υπερέχουν της μη δομημένης κλινικής κρίσης ως προς την ακρίβεια και τη συνέπεια (Ægisdóttir et al., 2006). Το κρίσιμο ζήτημα είναι η σωστή ενσωμάτωση: τα εργαλεία πρέπει να λειτουργούν ως μέρος μιας πολυπαραγοντικής αξιολόγησης και όχι ως αυτόνομοι μηχανισμοί λήψης αποφάσεων.

Η αξιολόγηση επικινδυνότητας δεν εξαλείφει την αβεβαιότητα· την οργανώνει. Όταν αυτή η οργανωμένη αβεβαιότητα ερμηνεύεται ως πρόβλεψη, δημιουργείται ψευδαίσθηση ελέγχου.

Η διατήρηση της διάκρισης μεταξύ πιθανότητας και βεβαιότητας δεν είναι θεωρητική λεπτομέρεια. Είναι προϋπόθεση για αποφάσεις που είναι ταυτόχρονα επιστημονικά τεκμηριωμένες και ηθικά υπερασπίσιμες.

Βιβλιογραφία

Ægisdóttir, S., White, M. J., Spengler, P. M., Maugherman, A. S., Anderson, L. A., Cook, R. S., Nichols, C. N., Lampropoulos, G. K., Walker, B. S., Cohen, G., & Rush, J. D. (2006). The Meta-Analysis of Clinical Judgment Project: Fifty-Six Years of Accumulated Research on Clinical Versus Statistical Prediction Stefanía Ægisdóttir. The Counseling Psychologist, 34(3), 341–382. https://doi.org/10.1177/0011000005285875

Douglas, K. S., & Skeem, J. L. (2005). Violence risk assessment: Getting specific about being dynamic. Psychology, Public Policy, and Law, 11(3), 347–383. https://doi.org/10.1037/1076-8971.11.3.347

Fazel, S., Singh, J. P., Doll, H., & Grann, M. (2012). Use of risk assessment instruments to predict violence and antisocial behaviour in 73 samples involving 24 827 people: systematic review and meta-analysis. BMJ (Clinical research ed.)345, e4692. https://doi.org/10.1136/bmj.e4692

Gigerenzer, G. (2004). Mindless statistics. The Journal of Socio-Economics, 33(5), 587–606. https://doi.org/10.1016/j.socec.2004.09.033

Μετάβαση στο περιεχόμενο
Verified by MonsterInsights