Νεανική Εγκληματικότητα και Ψυχική Υγεία: Πώς συνδέονται
Γράφει η Σταυριανή Μανωλά
Η νεανική εγκληματικότητα αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα κοινωνικά ζητήματα της σύγχρονης εποχής. Παρότι συχνά αποδίδεται σε «αντικοινωνική συμπεριφορά», ανωριμότητα ή έλλειψη ορίων, η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι η παραβατικότητα στην εφηβεία και τη νεαρή ενήλικη ζωή συνδέεται συχνά με βαθύτερους ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Ανάμεσά τους, η ψυχική υγεία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο τόσο στην εμφάνιση όσο και στην πρόληψη της εγκληματικής συμπεριφοράς (Fazel et al., 2016).
Η κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στην ψυχική υγεία και την εγκληματικότητα δεν αποσκοπεί στη δικαιολόγηση των πράξεων, αλλά στην αναγνώριση των παραγόντων κινδύνου και στη δημιουργία αποτελεσματικών παρεμβάσεων πρόληψης και αποκατάστασης.
Ψυχική υγεία και παραβατική συμπεριφορά στους νέους
Πλήθος ερευνών δείχνει ότι ένα σημαντικό ποσοστό νέων που εμπλέκονται σε παραβατικές ή εγκληματικές συμπεριφορές παρουσιάζουν ψυχικές δυσκολίες ή διαγνωσμένες ψυχικές διαταραχές. Οι δυσκολίες αυτές επηρεάζουν τη ρύθμιση των συναισθημάτων, τον έλεγχο των παρορμήσεων και την ικανότητα λήψης αποφάσεων, αυξάνοντας την πιθανότητα αντικοινωνικών συμπεριφορών (Moffitt, 2018).
Ιδιαίτερα συχνή είναι η παρουσία διαταραχών συμπεριφοράς, όπως η διαταραχή διαγωγής, καθώς και χαρακτηριστικών παρορμητικότητας και επιθετικότητας. Όταν αυτά τα χαρακτηριστικά δεν αναγνωρίζονται και δεν υποστηρίζονται έγκαιρα, μπορεί να παγιωθούν και να εκφραστούν μέσα από παραβατικές πράξεις.
Η κατάθλιψη και το άγχος αποτελούν επίσης σημαντικούς, αν και λιγότερο ορατούς, παράγοντες κινδύνου. Νέοι που βιώνουν έντονη συναισθηματική απόσυρση, ματαιότητα ή αίσθηση απώλειας νοήματος μπορεί να εμπλακούν σε επικίνδυνες ή παράνομες συμπεριφορές ως τρόπο εκφόρτισης ή αναζήτησης ελέγχου (Hawton et al., 2012).
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ). Όταν δεν υπάρχει κατάλληλη διάγνωση και υποστήριξη, η παρορμητικότητα και η δυσκολία αυτορρύθμισης που τη χαρακτηρίζουν έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο παραβατικής συμπεριφοράς στην εφηβεία και την ενήλικη ζωή (Barkley, 2015). Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα παιδιά με ΔΕΠΥ θα παραβατίσουν, αλλά ότι υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα να οδηγηθούν προς αυτήν την κατεύθυνση.
Επιπλέον, νέοι που έχουν βιώσει τραυματικά γεγονότα, όπως κακοποίηση, παραμέληση ή σοβαρή βία, ενδέχεται να εμφανίσουν μετατραυματική διαταραχή άγχους (PTSD). Το τραύμα μπορεί να εκδηλωθεί όχι μόνο με φόβο και αποφυγή, αλλά και με θυμό, επιθετικότητα ή επικίνδυνες συμπεριφορές, αυξάνοντας την πιθανότητα σύγκρουσης με τον νόμο (Kerig & Becker, 2015).
Κοινωνικοί και οικογενειακοί παράγοντες
Η ψυχική υγεία των νέων δεν διαμορφώνεται σε κενό. Οικογενειακά και κοινωνικά πλαίσια παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς και της συναισθηματικής ανάπτυξης.
Νέοι που μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα οικογενειακής αστάθειας, βίας, κακοποίησης ή παραμέλησης εμφανίζουν αυξημένα ποσοστά ψυχικών δυσκολιών και παραβατικότητας. Η απουσία ασφαλούς δεσμού και σταθερών ορίων δυσχεραίνει την ανάπτυξη συναισθηματικής ρύθμισης και κοινωνικών δεξιοτήτων (Anda et al., 2006).
Παράλληλα, κοινωνικοί παράγοντες όπως η φτώχεια, ο κοινωνικός αποκλεισμός και η περιορισμένη πρόσβαση σε εκπαιδευτικές και υποστηρικτικές δομές ενισχύουν το αίσθημα ματαίωσης και αδικίας. Σε τέτοια πλαίσια, η παραβατικότητα μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο επιβίωσης, αποδοχής ή διεκδίκησης ταυτότητας (Sampson & Laub, 2005).
Κατά την εφηβεία, η επιρροή της ομάδας συνομηλίκων αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η ανάγκη για αποδοχή και ένταξη μπορεί να οδηγήσει νέους σε παραβατικές συμπεριφορές, ειδικά όταν αυτές αποτελούν κανόνα ή μέσο κύρους μέσα στην ομάδα.
Παρεμβάσεις και πρόληψη της νεανικής εγκληματικότητας
Η επιστημονική βιβλιογραφία συμφωνεί ότι η πρόληψη της εγκληματικότητας στους νέους περνά αναγκαστικά μέσα από την ενίσχυση της ψυχικής υγείας. Παρεμβάσεις που επικεντρώνονται αποκλειστικά στην τιμωρία χωρίς ψυχοκοινωνική υποστήριξη εμφανίζουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα και υψηλά ποσοστά υποτροπής (Fazel et al., 2016).
Η έγκαιρη ψυχολογική και ψυχιατρική υποστήριξη μπορεί να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο παραβατικότητας, βοηθώντας τους νέους να κατανοήσουν και να διαχειριστούν τον ψυχικό τους πόνο με λειτουργικότερους τρόπους. Παράλληλα, προγράμματα που ενισχύουν την αυτοεκτίμηση, τη συναισθηματική ανθεκτικότητα και τις κοινωνικές δεξιότητες συμβάλλουν στη μείωση αντικοινωνικών συμπεριφορών.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι οικογενειακές παρεμβάσεις, οι οποίες μπορούν να βελτιώσουν την επικοινωνία, να αποκαταστήσουν σχέσεις και να δημιουργήσουν πιο ασφαλή πλαίσια ανάπτυξης για τους νέους (Henggeler & Schoenwald, 2011).
Ο ρόλος της κοινότητας και των κοινωνικών δομών
Η πρόληψη της νεανικής εγκληματικότητας δεν αποτελεί αποκλειστικά ευθύνη του ατόμου ή της οικογένειας. Σχολεία, κοινωνικές υπηρεσίες, δομές ψυχικής υγείας και οργανώσεις της κοινότητας μπορούν να λειτουργήσουν ως προστατευτικοί παράγοντες, προσφέροντας ασφαλείς χώρους έκφρασης, υποστήριξη και εναλλακτικές διαδρομές ένταξης.
Η δημιουργία προσβάσιμων και μη στιγματιστικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας για νέους αποτελεί βασικό πυλώνα μιας αποτελεσματικής πολιτικής πρόληψης.
Συμπέρασμα
Η σχέση ανάμεσα στην ψυχική υγεία και την εγκληματικότητα στους νέους είναι σύνθετη, αλλά επιστημονικά τεκμηριωμένη. Η αναγνώριση και η έγκαιρη αντιμετώπιση των ψυχικών δυσκολιών, σε συνδυασμό με κοινωνικές και οικογενειακές παρεμβάσεις, μπορεί να μειώσει ουσιαστικά την παραβατικότητα και να ενισχύσει την κοινωνική ένταξη. Η επένδυση στην ψυχική υγεία των νέων δεν αποτελεί μόνο ζήτημα πρόληψης του εγκλήματος, αλλά θεμελιώδη προϋπόθεση για μια πιο δίκαιη και υγιή κοινωνία.
Βιβλιογραφία
Anda, R. F., Felitti, V. J., Bremner, J. D., Walker, J. D., Whitfield, C., Perry, B. D., Dube, S. R., & Giles, W. H. (2006). The enduring effects of abuse and related adverse experiences in childhood. European Archives of Psychiatry and Clinical Neuroscience, 256(3), 174–186. https://doi.org/10.1007/s00406-005-0624-4
Barkley, R. A. (2015). Attention-deficit hyperactivity disorder: A handbook for diagnosis and treatment (4th ed.). Guilford Press.
Fazel, S., Wolf, A., Chang, Z., Larsson, H., Goodwin, G. M., & Lichtenstein, P. (2016). Mental disorders and violence: A systematic review and meta-analysis. PLoS Medicine, 13(12), e1002037. https://doi.org/10.1371/journal.pmed.1002037
Hawton, K., Saunders, K., & O’Connor, R. (2012). Case fatality of deliberate self-harm. The Lancet, 379(9834), 108–109. https://doi.org/10.1016/S0140-6736(11)61149-7
Henggeler, S. W., & Schoenwald, S. K. (2011). Social policy report: Evidence-based interventions for juvenile offenders and juvenile justice policies. Society for Research in Child Development, 25(1), 1–20.
Kerig, P. K., & Becker, S. P. (2015). Trauma and girls’ delinquency. Journal of Child & Adolescent Trauma, 8(3), 173–185. https://doi.org/10.1007/s40653-015-0063-1
Moffitt, T. E. (2018). Male antisocial behaviour in adolescence and beyond. Nature Human Behaviour, 2(3), 177–186. https://doi.org/10.1038/s41562-018-0309-4
Sampson, R. J., & Laub, J. H. (2005). A life-course view of the development of crime. Annals of the American Academy of Political and Social Science.