(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Η Αποκατάσταση της Εμπιστοσύνης: ‘Οταν το παιδί που κάποτε πονούσε μαθαίνει ξανά να φροντίζει.

Ιεροδιακόνου-Τσιμπίδη Φλωρεντία

(Απόφοιτη Φ.Π.Ψ, Δικαστική Ψυχολόγος)

Η εμπιστοσύνη ως ψυχική μνήμη

Η εμπιστοσύνη δεν είναι μια απλή επιλογή ούτε μια δεξιότητα που αποκτάται μέσα από λογικά επιχειρήματα. Είναι μια βαθιά ενσωματωμένη ψυχική μνήμη, η οποία διαμορφώνεται μέσα από τις πρώτες σχέσεις ζωής και πως αναπτύσσονται οι δεσμοί του παιδιού με τους άλλους. Το παιδί δεν μαθαίνει την εμπιστοσύνη επειδή του εξηγείται, αλλά επειδή την νιώθει. Στην πραγματικότητα την μαθαίνει επειδή τη βιώνει και αντίστοιχα, δεν τη χάνει επειδή την αμφισβητεί, αλλά επειδή πληγώνεται εκεί όπου θα έπρεπε να προστατευτεί.

Όταν το περιβάλλον φροντίδας είναι ασταθές, απορριπτικό ή τραυματικό, η εμπιστοσύνη δεν απουσιάζει απλώς, αλλά διαστρεβλώνεται. Το παιδί μαθαίνει ότι η εγγύτητα εμπεριέχει κίνδυνο, ότι η εξάρτηση οδηγεί σε πόνο και ότι η ευαλωτότητα δεν είναι ασφαλής. Αυτές οι πρώιμες εμπειρίες εγγράφονται ως εσωτερικά μοντέλα σχέσεων, τα οποία συνεχίζουν να οργανώνουν την αντίληψη και τη συμπεριφορά στην ενήλικη ζωή (Mikulincer & Shaver, 2017).

Έτσι, ο ενήλικας που δυσκολεύεται να εμπιστευτεί δεν είναι “κλειστός” ή “αμυντικός” από επιλογή. Είναι ένας άνθρωπος που έχει μάθει ότι η εμπιστοσύνη κοστίζει.

Όταν η φροντίδα γίνεται απειλή: το τραύμα και η αποδιοργάνωση της σχέσης

Σε συνθήκες πρώιμου τραύματος, ιδιαίτερα όταν αυτό προέρχεται από το ίδιο το πρόσωπο φροντίδας, δημιουργείται μια βαθιά ψυχική σύγκρουση: το παιδί χρειάζεται τον άλλον για να επιβιώσει, αλλά ο ίδιος αυτός άλλος αποτελεί πηγή φόβου. Αυτή η αντίφαση οδηγεί σε αποδιοργανωμένη προσκόλληση, μια κατάσταση όπου το σύστημα προσκόλλησης δεν μπορεί να βρει συνεκτική στρατηγική (Mikulincer & Shaver, 2017).

Η σύγχρονη νευροβιολογική έρευνα δείχνει ότι τέτοιες εμπειρίες επηρεάζουν την ανάπτυξη των συστημάτων ρύθμισης του στρες, αυξάνοντας την υπερεπαγρύπνηση και μειώνοντας την ικανότητα συναισθηματικής σταθερότητας (Teicher et al., 2022). Το σώμα μαθαίνει να βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα, ενώ η ψυχή μαθαίνει να αποφεύγει με συνέπειες στις κοινωνικές του σχέσεις και στον τρόπο που το άτομο ορίζει τον ευατό του.

Σε αυτό το πλαίσιο, η δυσκολία εμπιστοσύνης δεν αποτελεί δυσλειτουργία, αλλά προσαρμογή. Είναι ένας τρόπος επιβίωσης που κάποτε υπήρξε απαραίτητος. Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχει αλλά ότι συνεχίζει να λειτουργεί ακόμη και όταν οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Στο πλαίσιο αυτό το άτομο μπορεί να νιώθει ότι βρίσκεται σε μία συνθήκη που δεν μπορεί να ξεφύγει, ειδικά αν η έλλειψη εμπιστοσύνης συνδέεται και με τραυματικά γεγονότα (Gillath et al., 2021).

Η επιστημική εμπιστοσύνη: όταν ο άλλος παύει να είναι αξιόπιστη πηγή

Η έννοια της επιστημικής εμπιστοσύνης προσφέρει ένα ιδιαίτερα χρήσιμο πλαίσιο κατανόησης αυτής της δυσκολίας. Αναφέρεται στην ικανότητα του ατόμου να δέχεται ότι οι πληροφορίες που προέρχονται από τους άλλους είναι αξιόπιστες και σχετικές με τον εαυτό του και άξιες ενσωμάτωσης. Δεν πρόκειται απλώς για το “εμπιστεύομαι κάποιον”. Είναι κάτι πιο λεπτό και πιο βαθύ: αφορά το αν μπορώ να δεχτώ ότι αυτό που μου λέει ο άλλος έχει νόημα για μένα. Με άλλα λόγια, η επιστημική εμπιστοσύνη απαντά σε ένα κρίσιμο ψυχικό ερώτημα: «Μπορώ να μάθω από σένα χωρίς να κινδυνεύω;» (Fonagy et al., 2019).

Σε άτομα με ιστορικό τραύματος, αυτή η ικανότητα συχνά διαταράσσεται. Ο άλλος δεν βιώνεται ως φορέας γνώσης ή φροντίδας, αλλά ως πιθανή απειλή ή ως κάποιος που δεν μπορεί να κατανοήσει. Αυτό οδηγεί είτε σε απόσυρση είτε σε επιφανειακή συμμόρφωση χωρίς ουσιαστική εσωτερική επεξεργασία.

Η θεραπευτική σχέση αποκτά εδώ καθοριστικό ρόλο. Δεν λειτουργεί απλώς ως χώρος “συζήτησης”, αλλά ως πεδίο επαναμάθησης της εμπιστοσύνης. Μέσα από τη συνέπεια, τη συναισθηματική διαθεσιμότητα και την αυθεντικότητα, ο θεραπευτής γίνεται σταδιακά μια αξιόπιστη παρουσία. Και μέσα από αυτή τη σχέση, το άτομο αρχίζει να επανενεργοποιεί την ικανότητα να δέχεται, να επεξεργάζεται και να ενσωματώνει τη φροντίδα (Flückiger et al., 2018). Στόχος μακροπρόθεσμα είναι το αίσθημα ασφάλειας να μην απαντάται μόνο στο πρόσωπο του θεραπευτή αλλά και σε άλλους ανθρώπους. Η επαφή με τον θεραπευτή αποτελεί ένα ταξίδι που μαθαίνονται ξανά τα βήματα, οι τρόποι, τα εργαλεία και οι μέθοδοι που η εμπιστοσύνη δομείται, αξιολογείται και επαναορίζεται χωρίς αυτή η διαδικασία να συνοδεύεται με το τραύμα που προηγήθηκε στο παρελθόν.

Το εσωτερικό παιδί ως ψυχική πραγματικότητα

Αν και ο όρος “εσωτερικό παιδί” δεν αποτελεί αυστηρό επιστημονικό κατασκεύασμα, περιγράφει με ακρίβεια μια ψυχική πραγματικότητα: την παρουσία πρώιμων συναισθηματικών καταστάσεων μέσα στον ενήλικο ψυχισμό. Το τραύμα δεν παραμένει στο παρελθόν, αλλά αποτελεί μεταξύ άλλων έναν μηχανισμό που ενεργοποιείται στο παρόν, μέσα από σχέσεις, ερεθίσματα και εσωτερικές συγκρούσεις.

Η θεωρία της νοητικοποίησης αναδεικνύει ότι η ικανότητα κατανόησης αυτών των εσωτερικών καταστάσεων αποτελεί κεντρικό στοιχείο της ψυχικής υγείας (Luyten et al., 2020). Όταν το άτομο μπορεί να αναγνωρίσει ότι η ένταση που βιώνει σήμερα συνδέεται με εμπειρίες του παρελθόντος, δημιουργείται ένας χώρος αποσυγχώνευσης λόγω του ότι μπορεί πλέον να βρει την αρχή του προβλήματος, επομένως και την θεραπεία. Όταν το άτομο μπορεί να αντιληφθεί αυτήν την σύνδεση παύει να κατηγορεί ενδεχομένως τον ευατό του και γυρνώντας πίσω μοιάζει όλα πλέον να βγάζουν νόημα, επομένως ακόμα και μέσα από το φίλτρο του τραύματος μοιάζουν όλα πιο ξεκάθαρα. Το επόμενο και βασικότερο βήμα μετά από αυτό είναι το άτομο να ζητήσει υποστήριξη ώστε να λάβει βοήθεια από κάποιον που δεν διακρίνει τα πράγματα από το θολό φίλτρο του τραύματος και μπορεί εν τέλει να καθοδηγήσει το άτομο με ασφάλεια.

Αυτός ο διαχωρισμός επιτρέπει την εμφάνιση της αυτοσυμπόνιας και εκεί ξεκινά η φροντίδα. Όχι ως τεχνική, αλλά ως στάση απέναντι στον εαυτό.

Μαθαίνοντας να φροντίζω: από την εξάρτηση στην εσωτερική επάρκεια

Η φροντίδα, για το τραυματισμένο άτομο, δεν είναι αυτονόητη εμπειρία. Πολύ συχνά, έχει συνδεθεί είτε με έλλειψη είτε με όρους και προϋποθέσεις. Έτσι, η μετάβαση προς την αυτοφροντίδα δεν αφορά απλώς την υιοθέτηση “υγιών συνηθειών”, αλλά μια βαθιά αναδόμηση της σχέσης με τον εαυτό (Flückiger et al., 2018).

Αρχικά, η φροντίδα βιώνεται ως κάτι εξωτερικό, σαν κάτι που προσφέρεται από έναν άλλον, συνήθως μέσα στο πλαίσιο της θεραπευτικής σχέσης. Η συνέπεια, η προβλεψιμότητα και η συναισθηματική διαθεσιμότητα δημιουργούν ένα νέο βίωμα: ότι η ανάγκη δεν οδηγεί απαραίτητα σε απόρριψη. Σταδιακά, αυτή η εμπειρία εσωτερικεύεται. Ο ενήλικας αρχίζει να αναπτύσσει μια νέα εσωτερική λειτουργία, η οποία μπορεί να αναγνωρίζει τις ανάγκες, να τις νοηματοδοτεί και να ανταποκρίνεται σε αυτές με επάρκεια. Αυτή η διαδικασία συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη της νοητικοποίησης και της συναισθηματικής ρύθμισης (Luyten et al., 2020).

Ωστόσο, η πορεία αυτή δεν είναι γραμμική. Συχνά, η φροντίδα ενεργοποιεί παλαιά τραύματα γιατί φέρνει το άτομο σε επαφή με όσα δεν έλαβε. Σε αυτές τις στιγμές, είναι κρίσιμο να αναγνωριστεί ότι η αντίσταση δεν είναι άρνηση της φροντίδας, αλλά φόβος απέναντί της .

Η εμπιστοσύνη στις σχέσεις: ανάμεσα στην επιθυμία και τον φόβο

Η ανάγκη για σύνδεση παραμένει ενεργή, ακόμη και όταν η εμπιστοσύνη έχει τραυματιστεί. Αυτό δημιουργεί μια εσωτερική αμφιθυμία: το άτομο επιθυμεί την εγγύτητα, αλλά ταυτόχρονα τη φοβάται. Πλησιάζει και απομακρύνεται, ανοίγεται και κλείνεται, δημιουργώντας συχνά μοτίβα σχέσεων που χαρακτηρίζονται από ένταση και αστάθεια (Gillath et al., 2021).

Η σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι η ασφαλής προσκόλληση μπορεί να αναπτυχθεί και στην ενήλικη ζωή, μέσα από επαναλαμβανόμενες εμπειρίες σχέσεων που χαρακτηρίζονται από συνέπεια και συναισθηματική ανταπόκριση (Gillath et al., 2021). Αυτές οι εμπειρίες λειτουργούν ως “διορθωτικές”, όχι επειδή ακυρώνουν το παρελθόν, αλλά επειδή προσθέτουν νέα δεδομένα στο εσωτερικό σύστημα του ατόμου. Η εμπιστοσύνη, σε αυτό το πλαίσιο, δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Χτίζεται σταδιακά, μέσα από μικρές στιγμές όπου ο άλλος παραμένει, ανταποκρίνεται, αντέχεικ αι κάθε τέτοια στιγμή λειτουργεί ως ένα μικρό αντίβαρο στην παλιά πεποίθηση ότι “οι άνθρωποι φεύγουν” ή “οι άνθρωποι πληγώνουν”.

Όταν το τραύμα γίνεται κληρονομιά: η διαγενεακή διάσταση της εμπιστοσύνης

Η εμπειρία της εμπιστοσύνης ή της απουσίας της  δεν περιορίζεται στο άτομο. Μεταφέρεται, συχνά άρρητα, από γενιά σε γενιά. Οι γονείς που δεν έμαθαν να εμπιστεύονται, δυσκολεύονται να προσφέρουν ένα περιβάλλον συναισθηματικής ασφάλειας, όχι από έλλειψη πρόθεσης, αλλά από έλλειψη εμπειρίας.

Η βιβλιογραφία δείχνει ότι το τραύμα μπορεί να επηρεάσει τα γονεϊκά μοτίβα, διαμορφώνοντας τον τρόπο με τον οποίο ο γονέας αντιλαμβάνεται και ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παιδιού (Van IJzendoorn et al., 2020). Αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο αναπαραγωγής των ίδιων μοτίβων.

Ωστόσο, εδώ αναδύεται και η δυνατότητα αλλαγής. Η επίγνωση του τραύματος και η ενεργή επεξεργασία του μπορούν να λειτουργήσουν ως παράγοντες διακοπής αυτού του κύκλου. Ο ενήλικας που εργάζεται πάνω στη δική του εμπειρία αποκτά τη δυνατότητα να σταθεί διαφορετικά απέναντι στο παιδί του έχοντας περισσότερη κατανόηση, λιγότερη αντιδραστικότητα και μεγαλύτερη συναισθηματική διαθεσιμότητα. Με αυτόν τον τρόπο, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης αποκτά μια ευρύτερη σημασία: δεν αφορά μόνο την προσωπική θεραπεία, αλλά και τη δημιουργία ενός διαφορετικού σχεσιακού περιβάλλοντος για την επόμενη γενιά.

Η εμπιστοσύνη ως πράξη: μια νέα σχέση με τον εαυτό και τον άλλον

Ίσως ένα από τα πιο σημαντικά σημεία στην πορεία αποκατάστασης της εμπιστοσύνης είναι η μετατόπιση από την αναμονή στην πράξη. Το άτομο δεν περιμένει πλέον να “νιώσει έτοιμο” για να εμπιστευτεί. Αρχίζει να πειραματίζεται με μικρές πράξεις εμπιστοσύνης, όπως να εκφράζει, να ζητά, να επιτρέπει. Αυτό δεν σημαίνει απουσία φόβου. Σημαίνει συνύπαρξη φόβου και επιλογής και σε αυτή τη συνύπαρξη, η εμπιστοσύνη μετατρέπεται από συναίσθημα σε στάση.

Παράλληλα, η σχέση με τον εαυτό μετασχηματίζεται. Από κριτική και απαιτητική γίνεται πιο υποστηρικτική. Το άτομο αρχίζει να αναγνωρίζει τις ανάγκες του χωρίς να τις ακυρώνει, να θέτει όρια χωρίς ενοχή, να επιτρέπει την ευαλωτότητα χωρίς ντροπή. Αυτή η εσωτερική μετατόπιση αποτελεί ίσως το πιο σταθερό θεμέλιο για κάθε εξωτερική σχέση.

Συμπεράσματα: όταν το παιδί βρίσκει τελικά φροντίδα

Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης δεν είναι μια διαδικασία επιστροφής σε κάτι που χάθηκε. Είναι μια διαδικασία δημιουργίας κάτι νέου. Το παιδί που κάποτε πονούσε δεν “θεραπεύεται” με την έννοια της διαγραφής του παρελθόντος. Παραμένει παρόν, αλλά σε ένα διαφορετικό πλαίσιο. Η διαφορά είναι ότι πλέον δεν είναι μόνο του και πλέον έχει τα όπλα στην φαρέτρα του για να σταθεί πιο δυνατό με εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και με την πίστη ότι η εμπιστοσύνη δεν σημαίνει πάντα τραύμα ή ότι ακόμα και αν πληγωθεί η εμπιστοσύνη του θα δει τελικά μάθημα που φέρνει εξέλιξη και όχι απώλεια, προδοσία και μοναξιά.

Ο ενήλικας που αναπτύσσεται μέσα από τη θεραπεία και τις σχέσεις αποκτά τη δυνατότητα να στραφεί προς αυτό το παιδί με κατανόηση αντί για κριτική, με φροντίδα αντί για απόρριψη και μέσα από αυτή τη νέα σχέση, δημιουργείται κάτι βαθιά μετασχηματιστικό: μια εσωτερική εμπειρία ασφάλειας.

Η εμπιστοσύνη, τελικά, δεν αφορά μόνο τον άλλον. Αφορά τη δυνατότητα να παραμείνει κανείς παρών μέσα στη σχέση, μέσα στο συναίσθημα, μέσα στον εαυτό του και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία της φροντίδας: στο ότι, ακόμη και όταν το παρελθόν δεν αλλάζει, το παρόν μπορεί να γίνει ένας χώρος όπου η εμπιστοσύνη μαθαίνεται ξανά. Ίσως μέσα από αυτό το ταξίδι μαθαίνουμε και στους άλλους ότι ο κύκλος σπάει και μπορούμε να δημιουργήσουμε τα δικά μας σχήματα με αυτούς που επιλέγουμε.

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Fonagy, P., Luyten, P., Allison, E., & Campbell, C. (2019). Mentalizing, epistemic trust and the phenomenology of psychotherapy. Psychopathology, 52(2), 94–103. https://doi.org/10.1159/000501526

Flückiger, C., Del Re, A. C., Wampold, B. E., & Horvath, A. O. (2018). The alliance in adult psychotherapy: A meta-analytic synthesis. Psychotherapy, 55(4), 316-340. https://doi.org/10.1037/pst0000172.

Gillath, O., Karantzas, G. C., & Fraley, R. C. (2021). Adult attachment: A concise introduction to theory and research. Academic Press.

Luyten, P., Campbell, C., Allison, E., & Fonagy, P. (2020). The mentalizing approach to psychopathology: State of the Art and Future Directions. Annual Review of Clinical Psychology, 16, 297-325. Doi: 10.1146/annurev-clinpsy-071919-015355.

Mikulincer, M., & Shaver, P. R. (2017). Attachment in adulthood: Structure, dynamics and change. Guilford Press.

Teicher, M. H., Gordon, J. B., & Nemeroff, C. B. (2022). Recognizing the importance of childhood maltreatment as a critical factor in psychiatric diagnoses,treatment, research, prevention, and education. Molecular Psychiatry, 2022, Mar 27,(3):1331-1338. Doi: 10.1038/s41380-021-01367-9.

Van IJzendoorn, M. H., Bakermans-Kranenburg, M. J., & Coughlan, B. (2020). Annual research review: Umbrella synthesis of meta-analyses on child maltreatment antecedents and interventions. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 61(3), 272-290. https://doi.org/10.1111/jcpp.13147.

Μετάβαση στο περιεχόμενο
Verified by MonsterInsights