Διατροφικές Διαταραχές: Τα σημάδια που δεν πρέπει να αγνοήσετε
Γράφει η Ράνια Ματσούκη
Οι διατροφικές διαταραχές αποτελούν σοβαρές ψυχικές καταστάσεις που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο σχετίζεται με το φαγητό, το σώμα και την αυτοεικόνα του. Δεν αφορούν απλώς τη διατροφή ή το βάρος, αλλά συνδέονται με βαθύτερους ψυχολογικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς. Πρόκειται για πολυπαραγοντικές διαταραχές, στις οποίες εμπλέκονται βιολογικοί, ψυχολογικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες, και οι οποίες μπορούν να έχουν σοβαρές συνέπειες τόσο στη σωματική όσο και στην ψυχική υγεία (American Psychiatric Association [APA], 2013· Fairburn, 2008).
Συχνά εξελίσσονται σταδιακά και «σιωπηλά», γεγονός που καθιστά δύσκολη την έγκαιρη αναγνώρισή τους. Ωστόσο, η πρώιμη ανίχνευση των συμπτωμάτων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την πρόληψη επιπλοκών και τη βελτίωση της θεραπευτικής έκβασης.
Κύριες διατροφικές διαταραχές σύμφωνα με το DSM-5
Σύμφωνα με το DSM-5, οι βασικές διατροφικές διαταραχές είναι η Νευρική Ανορεξία, η Νευρική Βουλιμία και η Διαταραχή Υπερφαγίας (APA, 2013).
Η Νευρική Ανορεξία χαρακτηρίζεται από επίμονο περιορισμό της πρόσληψης τροφής, που οδηγεί σε σημαντικά χαμηλό σωματικό βάρος σε σχέση με την ηλικία, το φύλο και την αναπτυξιακή πορεία του ατόμου. Συνοδεύεται από έντονο φόβο αύξησης βάρους και διαστρεβλωμένη αντίληψη της εικόνας σώματος, με το άτομο να υποτιμά τη σοβαρότητα της κατάστασής του.
Η Νευρική Βουλιμία περιλαμβάνει επαναλαμβανόμενα επεισόδια υπερφαγίας, κατά τα οποία καταναλώνεται μεγάλη ποσότητα τροφής σε σύντομο χρονικό διάστημα, με αίσθηση απώλειας ελέγχου. Τα επεισόδια ακολουθούνται από αντισταθμιστικές συμπεριφορές, όπως πρόκληση εμετού, χρήση καθαρτικών ή υπερβολική άσκηση. Η αυτοεκτίμηση επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από το βάρος και το σχήμα του σώματος.
Η Διαταραχή Υπερφαγίας χαρακτηρίζεται επίσης από επεισόδια υπερφαγίας, χωρίς όμως την παρουσία αντισταθμιστικών συμπεριφορών. Μετά τα επεισόδια, το άτομο βιώνει έντονη ντροπή, ενοχές και δυσφορία, ενώ συχνά παρατηρείται αυξημένο σωματικό βάρος ή παχυσαρκία (APA, 2013).
Σωματικά συμπτώματα: σημάδια που συχνά γίνονται ορατά
Τα σωματικά συμπτώματα διαφέρουν ανάλογα με τη διαταραχή, ωστόσο αποτελούν συχνά τις πρώτες ενδείξεις ότι κάτι δεν λειτουργεί σωστά.
Στη Νευρική Ανορεξία παρατηρείται έντονη απώλεια βάρους, αίσθημα συνεχούς κρύου λόγω χαμηλού σωματικού λίπους, διαταραχές ή διακοπή της έμμηνου ρύσης, ξηρό δέρμα, εύθραυστα νύχια και λέπτυνση των μαλλιών. Συχνά συνυπάρχουν ζάλη, κόπωση και χαμηλή αρτηριακή πίεση.
Στη Νευρική Βουλιμία, τα σωματικά σημάδια σχετίζονται κυρίως με τις αντισταθμιστικές συμπεριφορές. Εμφανίζονται φθορές στα δόντια λόγω συχνού εμετού, ερεθισμός του οισοφάγου, πρήξιμο στο πρόσωπο ή στους σιελογόνους αδένες, αφυδάτωση και ηλεκτρολυτικές διαταραχές, καθώς και γαστρεντερικά προβλήματα όπως φουσκώματα.
Στη Διαταραχή Υπερφαγίας, συχνότερα παρατηρείται σταδιακή ή ταχεία αύξηση βάρους, αίσθημα κόπωσης, μειωμένη ενεργητικότητα, δυσπεψία και κοιλιακή δυσφορία. Σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζονται και ορμονικές διαταραχές.
Ψυχικά και συμπεριφορικά συμπτώματα
Πέρα από τα σωματικά σημάδια, οι διατροφικές διαταραχές συνοδεύονται από έντονη ψυχική και συναισθηματική επιβάρυνση. Κοινά χαρακτηριστικά αποτελούν η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η αυξημένη αυτοκριτική, το άγχος, η καταθλιπτική διάθεση και η δυσκολία ρύθμισης των συναισθημάτων (Fairburn, 2008).
Στην ανορεξία κυριαρχεί ο φόβος αύξησης βάρους και η εμμονική ενασχόληση με θερμίδες, δίαιτες και άσκηση. Το άτομο συχνά αποφεύγει γεύματα, κρύβει τροφή και αποσύρεται από κοινωνικές δραστηριότητες που σχετίζονται με το φαγητό.
Στη βουλιμία, έντονα συναισθήματα ενοχής και ντροπής εμφανίζονται μετά τα επεισόδια υπερφαγίας. Παρατηρείται συχνά εναλλαγή μεταξύ απώλειας ελέγχου και αυστηρής προσπάθειας ελέγχου, καθώς και αυξημένη συναισθηματική αστάθεια.
Στη διαταραχή υπερφαγίας, το φαγητό λειτουργεί συχνά ως μέσο συναισθηματικής παρηγοριάς. Το άτομο βιώνει απώλεια ελέγχου κατά τη διάρκεια του φαγητού, ακολουθούμενη από έντονη αυτοκριτική και κοινωνική απόσυρση.
Παράγοντες κινδύνου
Οι διατροφικές διαταραχές δεν εμφανίζονται τυχαία, αλλά προκύπτουν από τη δυναμική αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων. Βιολογικοί παράγοντες, όπως η γενετική προδιάθεση, ψυχολογικοί παράγοντες, όπως η τελειομανία, το τραύμα, το άγχος και η κατάθλιψη, καθώς και κοινωνικοί παράγοντες, όπως τα πρότυπα σώματος και ο εκφοβισμός λόγω βάρους, έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διατροφικών διαταραχών (Treasure et al., 2020).
Ιδιαίτερα η συνεχής έκθεση σε μη ρεαλιστικές εικόνες σώματος στα κοινωνικά μέσα φαίνεται να ενισχύει την ανασφάλεια και τις διαταραγμένες διατροφικές συμπεριφορές, κυρίως σε νεαρούς πληθυσμούς (Holland & Tiggemann, 2016).
Θεραπεία και σημασία της έγκαιρης παρέμβασης
Η αντιμετώπιση των διατροφικών διαταραχών απαιτεί πολυδιάστατη και εξατομικευμένη προσέγγιση, η οποία συνδυάζει ψυχοθεραπεία, ιατρική παρακολούθηση και διατροφική υποστήριξη. Σε ορισμένες περιπτώσεις κρίνεται απαραίτητη και η φαρμακευτική αγωγή για τη διαχείριση συνυπαρχουσών ψυχικών καταστάσεων (Fairburn, 2008).
Η έγκαιρη παρέμβαση συνδέεται με καλύτερα θεραπευτικά αποτελέσματα, μειωμένο κίνδυνο χρονιότητας και μικρότερη επιβάρυνση για το άτομο και το περιβάλλον του (Treasure et al., 2020).
Συμπέρασμα
Οι διατροφικές διαταραχές δεν είναι επιλογή, ούτε ζήτημα αυτοελέγχου. Είναι σοβαρές ψυχικές καταστάσεις που απαιτούν κατανόηση, επιστημονική τεκμηρίωση και έγκαιρη υποστήριξη. Η αναγνώριση των πρώτων σωματικών, ψυχικών και συμπεριφορικών σημείων μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό βήμα προς την ανάρρωση και την αποκατάσταση της σχέσης του ατόμου με το σώμα και το φαγητό.
Βιβλιογραφία
American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.). Author.
Fairburn, C. G. (2008). Cognitive behavior therapy and eating disorders. Guilford Press.
Holland, G., & Tiggemann, M. (2016). A systematic review of the impact of the use of social networking sites on body image and disordered eating outcomes. Body Image, 17, 100–110. https://doi.org/10.1016/j.bodyim.2016.02.008
Treasure, J., Duarte, T. A., & Schmidt, U. (2020). Eating disorders. The Lancet, 395(10227), 899–911. https://doi.org/10.1016/S0140-6736(20)30059-3