(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Τι γίνεται μετά την ψυχομετρική αξιολόγηση;

Η ολοκλήρωση μιας ψυχομετρικής αξιολόγησης είναι συχνά το τέλος μιας διαδικασίας για τον εξεταζόμενο, αλλά στην πραγματικότητα αποτελεί την αρχή της πιο σημαντικής φάσης: της ερμηνείας των αποτελεσμάτων.

Πολλοί άνθρωποι αναρωτιούνται: «Τι σημαίνουν οι βαθμολογίες μου;», «Έχω κάποια διάγνωση;» ή «Τι θα γίνει από εδώ και πέρα;». Οι απαντήσεις δεν είναι πάντα απλές, καθώς τα ψυχομετρικά εργαλεία δεν λειτουργούν όπως μια εξέταση με «σωστές» και «λάθος» απαντήσεις. Αντίθετα, αποτελούν επιστημονικά εργαλεία που βοηθούν τον επαγγελματία ψυχικής υγείας να αποκτήσει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της ψυχολογικής λειτουργίας του ατόμου (Groth-Marnat & Wright, 2016).

Η αξιολόγηση δεν τελειώνει όταν συμπληρώσετε το τεστ

Ένα από τα συχνότερα λάθη είναι η αντίληψη ότι η συμπλήρωση ενός ερωτηματολογίου ισοδυναμεί με την αξιολόγηση. Στην πραγματικότητα, η συμπλήρωση των ψυχομετρικών εργαλείων αποτελεί μόνο ένα μέρος της συνολικής διαδικασίας.

Μετά τη χορήγηση των τεστ, ο ειδικός προχωρά στη βαθμολόγηση, στον έλεγχο της εγκυρότητας των απαντήσεων και στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων σε συνδυασμό με το ιστορικό, τα συμπτώματα, την κλινική συνέντευξη και τον λόγο για τον οποίο πραγματοποιήθηκε η αξιολόγηση. Η ολοκληρωμένη αυτή προσέγγιση μειώνει τον κίνδυνο λανθασμένων συμπερασμάτων και επιτρέπει την εξαγωγή πιο αξιόπιστων κλινικών εκτιμήσεων (Meyer et al., 2001).

Τι ακριβώς δείχνουν οι βαθμολογίες;

Οι περισσότερες ψυχομετρικές δοκιμασίες δεν παράγουν ένα απλό αποτέλεσμα όπως «θετικό» ή «αρνητικό». Οι βαθμολογίες συγκρίνονται με δεδομένα από μεγάλους πληθυσμούς αναφοράς (normative data), ώστε να αξιολογηθεί εάν τα χαρακτηριστικά ή τα συμπτώματα που παρουσιάζει ένα άτομο βρίσκονται εντός των αναμενόμενων ορίων ή αποκλίνουν σημαντικά από αυτά.

Για παράδειγμα, μια αυξημένη βαθμολογία σε μια κλίμακα άγχους δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το άτομο πάσχει από αγχώδη διαταραχή. Υποδηλώνει ότι εμφανίζει περισσότερα συμπτώματα άγχους σε σύγκριση με τον πληθυσμό αναφοράς και ότι το εύρημα αυτό χρειάζεται να ερμηνευθεί στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης.

Με τον ίδιο τρόπο, μια χαμηλή βαθμολογία δεν σημαίνει πάντα ότι δεν υπάρχει δυσκολία. Ορισμένοι άνθρωποι υποεκτιμούν ή δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τα συμπτώματά τους, ενώ άλλοι μπορεί να βρίσκονται σε μια περίοδο όπου τα συμπτώματα έχουν προσωρινά μειωθεί.

Γιατί δύο άνθρωποι με την ίδια βαθμολογία μπορεί να έχουν διαφορετική εικόνα;

Η ερμηνεία των αποτελεσμάτων δεν βασίζεται αποκλειστικά στους αριθμούς. Δύο άτομα μπορεί να έχουν παρόμοιες βαθμολογίες σε μια κλίμακα κατάθλιψης, αλλά να παρουσιάζουν εντελώς διαφορετική κλινική εικόνα. Για παράδειγμα, το ένα μπορεί να βιώνει συμπτώματα μετά από μια πρόσφατη απώλεια, ενώ το άλλο να αντιμετωπίζει μια χρόνια καταθλιπτική διαταραχή.

Αντίστοιχα, δύο άτομα μπορεί να εμφανίζουν παρόμοια επίπεδα παρορμητικότητας, αλλά οι επιπτώσεις στην καθημερινότητά τους να είναι πολύ διαφορετικές, ανάλογα με την προσωπικότητα, το περιβάλλον, τις στρατηγικές αντιμετώπισης και τη συνολική ψυχική τους κατάσταση. Για τον λόγο αυτό, οι βαθμολογίες αποκτούν νόημα μόνο όταν εξετάζονται μέσα στο ευρύτερο κλινικό πλαίσιο.

Η σημασία της εγκυρότητας των αποτελεσμάτων

Ένα σημαντικό στοιχείο πολλών ψυχομετρικών εργαλείων είναι ότι δεν αξιολογούν μόνο τα συμπτώματα, αλλά και την εγκυρότητα των απαντήσεων.

Ορισμένες δοκιμασίες, όπως το MMPI-2, περιλαμβάνουν ειδικές κλίμακες εγκυρότητας που βοηθούν τον επαγγελματία να εκτιμήσει εάν οι απαντήσεις είναι συνεπείς, εάν υπάρχει τάση υπερβολής ή υποεκτίμησης των δυσκολιών ή εάν το προφίλ είναι κατάλληλο για αξιόπιστη ερμηνεία (Ben-Porath & Tellegen, 2020).

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος «λέει ψέματα». Παράγοντες όπως το έντονο άγχος, η κόπωση, η δυσκολία κατανόησης των ερωτήσεων ή ακόμη και η επιθυμία να παρουσιαστεί κανείς με έναν συγκεκριμένο τρόπο μπορούν να επηρεάσουν τις απαντήσεις. Η αξιολόγηση αυτών των παραγόντων αποτελεί μέρος της επιστημονικής διαδικασίας.

Μπορεί ένα ψυχομετρικό τεστ να δώσει διάγνωση;

Μία από τις πιο συχνές παρανοήσεις είναι ότι ένα ψυχομετρικό τεστ μπορεί από μόνο του να οδηγήσει σε διάγνωση. Στην πραγματικότητα, οι διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες επισημαίνουν ότι οι ψυχομετρικές δοκιμασίες αποτελούν εργαλεία υποστήριξης της κλινικής κρίσης και όχι υποκατάστατό της (American Educational Research Association et al., 2014).

Η διάγνωση βασίζεται στη σύνθεση πολλών διαφορετικών πηγών πληροφόρησης, όπως:

  • το αναλυτικό ιστορικό,
  • η κλινική συνέντευξη,
  • η παρατήρηση της συμπεριφοράς,
  • τα αποτελέσματα των ψυχομετρικών εργαλείων,
  • και, όταν χρειάζεται, πληροφορίες από άλλους επαγγελματίες ή μέλη της οικογένειας.

Με άλλα λόγια, τα ψυχομετρικά τεστ δεν «βάζουν διάγνωση». Παρέχουν αντικειμενικά δεδομένα που συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας τεκμηριωμένης κλινικής εκτίμησης.

Μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, ο επαγγελματίας συντάσσει μια αναφορά που παρουσιάζει τα βασικά ευρήματα. Ανάλογα με τον σκοπό της αξιολόγησης, η αναφορά μπορεί να περιλαμβάνει:

  • τον λόγο παραπομπής ή αξιολόγησης,
  • τα ψυχομετρικά εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν,
  • τα βασικά αποτελέσματα,
  • την επιστημονική ερμηνεία των ευρημάτων,
  • τα συμπεράσματα,
  • και εξατομικευμένες συστάσεις.

Σε περιπτώσεις δικαστικής χρήσης ή πραγματογνωμοσύνης, η αναφορά ακολουθεί συγκεκριμένες επιστημονικές και δεοντολογικές προδιαγραφές, ώστε να είναι αντικειμενική, τεκμηριωμένη και κατάλληλη για χρήση στο αντίστοιχο νομικό πλαίσιο.

Τι ακολουθεί μετά την αξιολόγηση;

Η επόμενη φάση εξαρτάται από τον λόγο για τον οποίο πραγματοποιήθηκε η αξιολόγηση και από τα ευρήματα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα αποτελέσματα καθησυχάζουν το άτομο και δεν απαιτείται κάποια περαιτέρω παρέμβαση. Σε άλλες, μπορεί να προταθεί ψυχοθεραπεία, ψυχιατρική αξιολόγηση, νευροψυχολογικός έλεγχος, επαναξιολόγηση ή παρακολούθηση της πορείας των συμπτωμάτων.

Όταν η αξιολόγηση αφορά ζητήματα όπως η ΔΕΠΥ ενηλίκων, οι διαταραχές προσωπικότητας, το τραύμα ή άλλες πιο σύνθετες κλινικές καταστάσεις, τα αποτελέσματα βοηθούν στον σχεδιασμό μιας εξατομικευμένης θεραπευτικής προσέγγισης και στην επιλογή των καταλληλότερων παρεμβάσεων.

Γιατί είναι σημαντικό να συζητήσετε τα αποτελέσματα με τον ειδικό;

Η ανατροφοδότηση (feedback) αποτελεί ουσιαστικό μέρος της ψυχομετρικής αξιολόγησης. Κατά τη διάρκεια αυτής της συνάντησης, ο επαγγελματίας εξηγεί τι σημαίνουν τα ευρήματα, απαντά σε ερωτήσεις και βοηθά το άτομο να κατανοήσει πώς συνδέονται τα αποτελέσματα με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει.

Η συζήτηση αυτή είναι εξίσου σημαντική με τη χορήγηση των ίδιων των τεστ. Οι αριθμοί και οι βαθμολογίες αποκτούν πραγματική αξία μόνο όταν ερμηνεύονται με τρόπο επιστημονικά τεκμηριωμένο και εξατομικευμένο.

Συμπέρασμα

Η ψυχομετρική αξιολόγηση δεν έχει ως στόχο να χαρακτηρίσει ή να «τοποθετήσει μια ετικέτα» σε έναν άνθρωπο. Στόχος της είναι να συγκεντρώσει αντικειμενικά δεδομένα που θα βοηθήσουν στην κατανόηση των δυσκολιών, των δυνατοτήτων και των αναγκών του.

Τα αποτελέσματα των ψυχομετρικών εργαλείων αποκτούν νόημα μόνο όταν ερμηνεύονται από κατάλληλα εκπαιδευμένο επαγγελματία και συνδυάζονται με το ιστορικό, την κλινική εικόνα και τον λόγο της αξιολόγησης. Με αυτόν τον τρόπο, μπορούν να αποτελέσουν πολύτιμο οδηγό για τη διάγνωση, τον σχεδιασμό της θεραπείας ή τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων σε κλινικό, εκπαιδευτικό ή δικαστικό πλαίσιο.

Βιβλιογραφία 

American Educational Research Association, American Psychological Association, & National Council on Measurement in Education. (2014). Standards for Educational and Psychological Testing. American Educational Research Association.

Ben-Porath, Y. S., & Tellegen, A. (2020). MMPI-2: Minnesota Multiphasic Personality Inventory-2: Manual for administration, scoring, and interpretation (Rev. ed.). University of Minnesota Press.

Groth-Marnat, G., & Wright, A. J. (2016). Handbook of Psychological Assessment (6th ed.). Wiley.

Meyer, G. J., Finn, S. E., Eyde, L. D., Kay, G. G., Moreland, K. L., Dies, R. R., Eisman, E. J., Kubiszyn, T. W., & Reed, G. M. (2001). Psychological testing and psychological assessment: A review of evidence and issues. American Psychologist, 56(2), 128–165. https://doi.org/10.1037/0003-066X.56.2.128