(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Οι πιο συχνοί μύθοι γύρω από τις ψευδείς καταγγελίες

Οι υποθέσεις που αφορούν καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση, ενδοοικογενειακή βία, ψυχολογική κακοποίηση ή άλλα σοβαρά αδικήματα προκαλούν συχνά έντονες αντιδράσεις και δημόσιο διάλογο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, κυκλοφορούν πολλές λανθασμένες αντιλήψεις σχετικά με τις ψευδείς καταγγελίες, οι οποίες επηρεάζουν όχι μόνο την κοινή γνώμη αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα εμπλεκόμενα πρόσωπα.

Η επιστημονική βιβλιογραφία δείχνει ότι το ζήτημα είναι πολύ πιο σύνθετο από όσο παρουσιάζεται συχνά στα μέσα ενημέρωσης ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η αντικειμενική αξιολόγηση κάθε υπόθεσης απαιτεί προσεκτική εξέταση των διαθέσιμων στοιχείων, χωρίς προκαταλήψεις υπέρ ή κατά οποιασδήποτε πλευράς.

Μύθος 1: «Οι ψευδείς καταγγελίες είναι πολύ συχνές»

Ένας από τους συχνότερους ισχυρισμούς είναι ότι οι περισσότερες καταγγελίες για σοβαρά αδικήματα είναι ψευδείς. Ωστόσο, τα διαθέσιμα ερευνητικά δεδομένα δεν υποστηρίζουν αυτή την άποψη.

Μελέτες που εξέτασαν αστυνομικά αρχεία και δικαστικές υποθέσεις έχουν δείξει ότι οι αποδεδειγμένα ψευδείς καταγγελίες αποτελούν σχετικά μικρό ποσοστό των συνολικών καταγγελιών. Ανάλογα με τον τρόπο που ορίζεται μια «ψευδής καταγγελία» και τη μεθοδολογία κάθε έρευνας, τα ποσοστά κυμαίνονται συνήθως μεταξύ 2% και 10% (Kelly et al., 2005· Lisak et al., 2010).

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι όλες οι υπόλοιπες καταγγελίες είναι κατ’ ανάγκη αληθείς. Σημαίνει ότι η επιστήμη δεν υποστηρίζει την αντίληψη πως οι ψευδείς καταγγελίες αποτελούν τον κανόνα.

Μύθος 2: «Αφού ο κατηγορούμενος αθωώθηκε, η καταγγελία ήταν ψευδής»

Η αθώωση ενός κατηγορουμένου ή η αρχειοθέτηση μιας υπόθεσης δεν αποδεικνύει ότι η καταγγελία ήταν ψευδής.

Στο ποινικό δίκαιο, η καταδίκη απαιτεί η ενοχή να αποδεικνύεται πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία. Εάν τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία δεν επαρκούν, το δικαστήριο οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο, ακόμη και αν δεν μπορεί να διαπιστωθεί τι ακριβώς συνέβη.

Είναι, επομένως, σημαντικό να διακρίνουμε τρεις διαφορετικές έννοιες:

  • μια αποδεδειγμένα ψευδή καταγγελία,
  • μια καταγγελία που δεν κατέστη δυνατό να αποδειχθεί, και
  • μια καταγγελία που αποσύρθηκε ή αρχειοθετήθηκε.

Οι έννοιες αυτές δεν είναι ταυτόσημες και δεν πρέπει να συγχέονται (Kelly et al., 2005).

Μύθος 3: «Οι ψευδείς καταγγελίες φαίνονται από τη συμπεριφορά του ανθρώπου»

Πολλοί πιστεύουν ότι κάποιος που ψεύδεται αποφεύγει τη βλεμματική επαφή, δείχνει νευρικός ή παρουσιάζει συγκεκριμένες εκφράσεις του προσώπου.

Η επιστημονική έρευνα, όμως, δεν επιβεβαιώνει ότι υπάρχουν αξιόπιστα μη λεκτικά σημάδια που να αποκαλύπτουν την εξαπάτηση. Οι άνθρωποι μπορεί να εμφανίζουν άγχος, συγκίνηση ή ασυνήθιστη συμπεριφορά τόσο όταν λένε την αλήθεια όσο και όταν ψεύδονται (Vrij, 2008).

Αυτός είναι και ο λόγος που οι επαγγελματίες της δικαστικής ψυχολογίας δεν βασίζονται σε στερεότυπα ή στη «διαίσθησή» τους, αλλά σε δομημένες διαδικασίες αξιολόγησης και στη συνεκτίμηση πολλαπλών πηγών πληροφόρησης.

Μύθος 4: «Υπάρχει ένα τεστ που δείχνει αν κάποιος λέει ψέματα»

Ένας ακόμη διαδεδομένος μύθος είναι ότι υπάρχει κάποιο ψυχομετρικό εργαλείο ή ψυχολογικό τεστ που μπορεί να αποδείξει αν μια καταγγελία είναι αληθής ή ψευδής.

Στην πραγματικότητα, κανένα ψυχομετρικό εργαλείο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως “ανιχνευτής ψεύδους”. Τα ψυχομετρικά τεστ αξιολογούν στοιχεία όπως η προσωπικότητα, τα συμπτώματα ψυχικών διαταραχών ή συγκεκριμένες γνωστικές λειτουργίες. Δεν έχουν σχεδιαστεί για να κρίνουν την αξιοπιστία μιας κατάθεσης ούτε μπορούν να αποδείξουν αν ένα συγκεκριμένο γεγονός συνέβη.

Για τον λόγο αυτό, στις δικαστικές ψυχολογικές αξιολογήσεις, τα ψυχομετρικά εργαλεία αποτελούν μόνο ένα μέρος της συνολικής διαδικασίας αξιολόγησης.

Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα για τον ρόλο των ψυχομετρικών εργαλείων, μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο «Γιατί δύο ψυχολόγοι μπορεί να χρησιμοποιήσουν διαφορετικά ψυχομετρικά εργαλεία;» ή να ενημερωθείτε για τις υπηρεσίες Ψυχομετρικών Εργαλείων του TraumaHelp.

Μύθος 5: «Οι ειδικοί μπορούν πάντα να καταλάβουν αν κάποιος λέει ψέματα»

Στον κινηματογράφο και στις τηλεοπτικές σειρές, οι ειδικοί συχνά παρουσιάζονται ως άνθρωποι που μπορούν να αναγνωρίσουν ένα ψέμα παρατηρώντας λίγες κινήσεις ή εκφράσεις του προσώπου.

Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Μετα-αναλύσεις δείχνουν ότι η ανθρώπινη ικανότητα ανίχνευσης της εξαπάτησης είναι γενικά περιορισμένη και μόνο λίγο καλύτερη από την τυχαία πρόβλεψη όταν βασίζεται αποκλειστικά στη συμπεριφορά του ατόμου (Bond & DePaulo, 2006).

Για τον λόγο αυτό, οι ειδικοί δεν εξάγουν συμπεράσματα από τη νευρικότητα, τη στάση του σώματος ή τη βλεμματική επαφή. Η αξιολόγηση βασίζεται στην ανάλυση όλων των διαθέσιμων στοιχείων, στη συνέπεια των πληροφοριών, στις καταθέσεις, στα αντικειμενικά ευρήματα και, όπου απαιτείται, στη συνεργασία με άλλες επιστημονικές ειδικότητες.

Μύθος 6: «Ένα ψυχολογικό προφίλ μπορεί να αποδείξει τι συνέβη»

Η ψυχολογική αξιολόγηση μπορεί να προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για τη λειτουργικότητα, τα συμπτώματα ή την ψυχική κατάσταση ενός ανθρώπου, δεν μπορεί όμως να αποδείξει ότι ένα συγκεκριμένο περιστατικό συνέβη ή δεν συνέβη.

Η διάγνωση μιας ψυχικής διαταραχής, η παρουσία συμπτωμάτων τραύματος ή τα αποτελέσματα ενός ψυχομετρικού τεστ δεν αποτελούν από μόνα τους αποδείξεις για τα πραγματικά περιστατικά μιας υπόθεσης. Η διερεύνηση ενός ισχυρισμού απαιτεί τη συνεκτίμηση όλων των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων και πραγματοποιείται στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας.

Γιατί είναι σημαντικό να αποφεύγουμε τους μύθους;

Οι μύθοι γύρω από τις ψευδείς καταγγελίες μπορούν να οδηγήσουν σε βιαστικά συμπεράσματα και να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται τόσο οι καταγγέλλοντες όσο και οι καταγγελλόμενοι. Η υιοθέτηση στερεοτύπων μπορεί να δυσκολέψει τη δίκαιη και αντικειμενική διερεύνηση μιας υπόθεσης.

Η σύγχρονη επιστημονική και δικαστική πρακτική βασίζεται στην αρχή ότι κάθε υπόθεση πρέπει να αξιολογείται εξατομικευμένα, με αντικειμενικότητα, επιστημονική τεκμηρίωση και σεβασμό στα δικαιώματα όλων των εμπλεκομένων.

Στο Traumahelp, οι δικαστικές ψυχολογικές αξιολογήσεις, οι επιστημονικές τεχνικές εκθέσεις και οι υπηρεσίες διερεύνησης πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές της δικαστικής ψυχολογίας, με στόχο την παροχή αντικειμενικής και επιστημονικά τεκμηριωμένης αξιολόγησης κάθε περίπτωσης.

Βιβλιογραφία

American Psychological Association. (2013). Specialty Guidelines for Forensic Psychology. American Psychologist, 68(1), 7–19. https://doi.org/10.1037/a0029889

Bond, C. F., Jr., & DePaulo, B. M. (2006). Accuracy of deception judgments. Personality and Social Psychology Review, 10(3), 214–234. https://doi.org/10.1207/s15327957pspr1003_2

Kelly, L., Lovett, J., & Regan, L. (2005). A gap or a chasm? Attrition in reported rape cases. Home Office Research Study 293.

Lisak, D., Gardinier, L., Nicksa, S. C., & Cote, A. M. (2010). False allegations of sexual assault: An analysis of ten years of reported cases. Violence Against Women, 16(12), 1318–1334. https://doi.org/10.1177/1077801210387747

Vrij, A. (2008). Detecting Lies and Deceit: Pitfalls and Opportunities (2nd ed.). John Wiley & Sons.