(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Αφήγηση vs δεδομένα: πόσο αξιόπιστη είναι η τραυματική μνήμη;

Η βασική υπόθεση πίσω από αυτό το θέμα —ότι η αφήγηση ενός τραυματικού γεγονότος αντανακλά με σχετική ακρίβεια το τι συνέβη— δεν αντέχει χωρίς σημαντικές επιφυλάξεις. Η γνωστική επιστήμη της μνήμης δείχνει σταθερά ότι η μνήμη δεν είναι καταγραφή αλλά ανακατασκευή. Αν αυτό δεν ενσωματωθεί ρητά στην κλινική και, ακόμη περισσότερο, στη δικανική πρακτική, τότε υπάρχει πραγματικός κίνδυνος συστηματικών σφαλμάτων.

Αφήγηση και μνήμη: δεν είναι το ίδιο πράγμα

Στην κλινική πράξη, η αφήγηση συχνά αντιμετωπίζεται ως πρόσβαση στο παρελθόν. Αυτό είναι λειτουργικά χρήσιμο, αλλά επιστημονικά ανακριβές αν ληφθεί κυριολεκτικά. Η μνήμη λειτουργεί ως ανακατασκευαστική διαδικασία, όπου κάθε ανάκληση επηρεάζεται από τρέχουσες πεποιθήσεις, συναισθηματική κατάσταση και εξωτερικά ερεθίσματα.

Η κλασική εργασία της Elizabeth Loftus έδειξε ότι ακόμη και λεπτές γλωσσικές αλλαγές (π.χ. “χτύπησαν” vs “συγκρούστηκαν”) μπορούν να αλλοιώσουν την ανάκληση γεγονότων (Loftus & Palmer, 1974). Αυτό δεν είναι περιφερειακό εύρημα· είναι θεμελιώδες: η μνήμη είναι ευαίσθητη σε μεταγενέστερη πληροφορία. Αν δεχτούμε αυτό, τότε μια άκριτη ισοδυναμία «αφήγηση = γεγονός» δεν είναι απλώς απλοποίηση — είναι σφάλμα κατηγορίας.

Τραυματική μνήμη: πιο «ακριβής» ή απλώς πιο έντονη;

Υπάρχει μια διαδεδομένη, αλλά ανεπαρκώς τεκμηριωμένη, υπόθεση ότι τα τραυματικά γεγονότα αποτυπώνονται με μεγαλύτερη ακρίβεια λόγω της έντασης. Η βιβλιογραφία δείχνει κάτι πιο σύνθετο.

Από τη μία πλευρά, συναισθηματικά φορτισμένα γεγονότα πράγματι ενισχύουν ορισμένες πτυχές της μνήμης (McGaugh, 2004). Από την άλλη, η υψηλή διέγερση σχετίζεται με αποσπασματικότητα, ασυνέπειες και αυξημένη πιθανότητα αλλοιώσεων, ειδικά σε λεπτομέρειες (Brewin, 2014).

Αυτό οδηγεί σε ένα κρίσιμο σημείο: η ένταση της βεβαιότητας δεν είναι δείκτης ακρίβειας.

Με άλλα λόγια, μια αφήγηση μπορεί να είναι εξαιρετικά πειστική, συνεκτική και συναισθηματικά φορτισμένη — και ταυτόχρονα να περιέχει ανακατασκευασμένα ή εσφαλμένα στοιχεία.

Ψευδείς μνήμες και υποβολιμότητα

Η έρευνα για τις ψευδείς μνήμες δείχνει ότι άνθρωποι μπορούν να αναπτύξουν λεπτομερείς αναμνήσεις για γεγονότα που δεν συνέβησαν, ιδιαίτερα όταν υπάρχει επαναλαμβανόμενη έκθεση σε υποβλητικές πληροφορίες (Loftus, 2005).

Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε θεραπευτικά και δικανικά πλαίσια:

  • Κατευθυντικές ερωτήσεις
  • Επαναλαμβανόμενη διερεύνηση συγκεκριμένων θεμάτων
  • Επιβεβαιωτική στάση του επαγγελματία

όλα αυτά μπορούν να ενισχύσουν την πιθανότητα ανακατασκευής.

Η υπόθεση ότι «ο θεραπευτικός χώρος είναι ουδέτερος» δεν είναι βιώσιμη. Είναι περιβάλλον υψηλής επιρροής.

Δικανικές συνέπειες: όταν η αφήγηση γίνεται αποδεικτικό στοιχείο

Εδώ το ζήτημα παύει να είναι θεωρητικό. Σε δικανικά πλαίσια, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας μιας μαρτυρίας δεν μπορεί να βασίζεται στην εσωτερική συνοχή ή στην συναισθηματική της ένταση.

Η έρευνα δείχνει ότι η αυτοπεποίθηση του μάρτυρα δεν συσχετίζεται ισχυρά με την ακρίβεια (Wixted & Wells, 2017) και ότι η επαναλαμβανόμενη ανάκληση μπορεί να ενισχύσει την πεποίθηση, όχι απαραίτητα την ορθότητα.

Αν αυτό αγνοηθεί, τότε η διαδικασία μετατρέπεται από αξιολόγηση δεδομένων σε αξιολόγηση αφήγησης — κάτι που είναι γνωστικά και νομικά προβληματικό.

Αντίλογος: μήπως η κριτική υπονομεύει τους ανθρώπους που έχουν βιώσει τραύμα;

Εδώ χρειάζεται ακρίβεια. Η επισήμανση της ανακατασκευαστικής φύσης της μνήμης δεν συνεπάγεται ότι οι εμπειρίες δεν είναι πραγματικές ούτε ότι οι αφηγήσεις είναι «ψευδείς» με ηθική έννοια.

Αντίθετα, σημαίνει ότι η μνήμη είναι ευάλωτη σε αλλοιώσεις, ανεξαρτήτως πρόθεσης.

Η άρνηση αυτής της πολυπλοκότητας δεν προστατεύει τα άτομα — απλώς μειώνει την επιστημονική εγκυρότητα της αξιολόγησης.

Κλινικές συνέπειες

Για την κλινική πράξη, το ερώτημα δεν είναι «είναι αληθινή η αφήγηση;» αλλά:

  • ποια είναι η λειτουργία της;
  • πώς επηρεάζει τη συμπεριφορά και τα συναισθήματα;
  • ποια στοιχεία είναι σταθερά και ποια μεταβαλλόμενα;

Η θεραπευτική δουλειά δεν απαιτεί ιστορική ακρίβεια σε κάθε λεπτομέρεια. Αλλά απαιτεί επίγνωση των ορίων της μνήμης.

Συμπέρασμα

Η βασική ένταση δεν είναι μεταξύ «αλήθειας» και «ψεύδους», αλλά μεταξύ εμπειρίας όπως βιώνεται και γεγονότος όπως μπορεί να τεκμηριωθεί. Η αποτυχία διάκρισης αυτών των δύο επιπέδων οδηγεί είτε σε άκριτη αποδοχή είτε σε αδικαιολόγητη απόρριψη. Και τα δύο είναι επιστημονικά ανεπαρκή.

Βιβλιογραφία 

Brewin, C. R. (2014). Episodic memory, perceptual memory, and their interaction: Foundations for a theory of posttraumatic stress disorder. Psychological Bulletin, 140(1), 69–97. https://doi.org/10.1037/a0033722

Loftus, E. F. (2005). Planting misinformation in the human mind: A 30-year investigation of the malleability of memory. Learning & Memory, 12(4), 361–366. https://doi.org/10.1101/lm.94705

Loftus, E. F., & Palmer, J. C. (1974). Reconstruction of automobile destruction: An example of the interaction between language and memory. Journal of Verbal Learning and Verbal Behavior, 13(5), 585–589.

McGaugh, J. L. (2004). The amygdala modulates the consolidation of memories of emotionally arousing experiences. Annual Review of Neuroscience, 27, 1–28. https://doi.org/10.1146/annurev.neuro.27.070203.144157

Wixted, J. T., & Wells, G. L. (2017). The relationship between eyewitness confidence and identification accuracy: A new synthesis. Psychological Science in the Public Interest, 18(1), 10–65. https://doi.org/10.1177/1529100616686966

Μετάβαση στο περιεχόμενο
Verified by MonsterInsights