(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Ενσυναίσθηση ή υπερπροσαρμογή; Όταν το “καταλαβαίνω τους άλλους” κοστίζει

Η ενσυναίσθηση θεωρείται συχνά ένδειξη ψυχολογικής ωριμότητας και βασικό στοιχείο υγιών σχέσεων. Η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κανείς την εμπειρία του άλλου και να ανταποκρίνεται με ευαισθησία διευκολύνει τη σύνδεση και την κατανόηση. Ωστόσο, υπάρχει ένα σημείο στο οποίο η ενσυναίσθηση παύει να λειτουργεί ως δεξιότητα και μετατρέπεται σε μοτίβο υπερ-προσαρμογής. Σε αυτό το σημείο, το «καταλαβαίνω τον άλλον» δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη επαφή με τον εαυτό.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η ενσυναίσθηση είναι θετική, αλλά πότε η λειτουργία της μετατοπίζεται από την κατανόηση στη συμμόρφωση.

Τι είναι η ενσυναίσθηση σε λειτουργικούς όρους

Η ενσυναίσθηση δεν είναι μία ενιαία ικανότητα αλλά περιλαμβάνει τουλάχιστον δύο διαστάσεις: τη γνωστική κατανόηση της οπτικής του άλλου και τη συναισθηματική ανταπόκριση στην εμπειρία του. Σε λειτουργικό επίπεδο, αποτελεί μέρος της κοινωνικής νόησης και σχετίζεται με την ικανότητα ρύθμισης της διαπροσωπικής απόστασης (Decety & Jackson, 2004).

Σημαντικό είναι ότι η ενσυναίσθηση, όταν λειτουργεί επαρκώς, δεν καταργεί τα όρια του εαυτού. Αντίθετα, προϋποθέτει τη δυνατότητα να αναγνωρίζεται η διαφορά μεταξύ «εγώ» και «άλλος». Χωρίς αυτή τη διάκριση, η κατανόηση του άλλου μετατρέπεται σε συγχώνευση με την εμπειρία του.

Από την ενσυναίσθηση στην υπερ-προσαρμογή

Η υπερ-προσαρμογή, συχνά περιγραφόμενη ως people-pleasing, δεν αφορά απλώς την ευγένεια ή τη συνεργατικότητα. Πρόκειται για ένα μοτίβο στο οποίο η συμπεριφορά οργανώνεται γύρω από την αποφυγή δυσαρέσκειας των άλλων, ακόμη και εις βάρος των προσωπικών αναγκών.

Η μετάβαση από την ενσυναίσθηση στην υπερ-προσαρμογή δεν είναι πάντα εμφανής, επειδή οι εξωτερικές συμπεριφορές μπορεί να μοιάζουν. Και στις δύο περιπτώσεις το άτομο δείχνει κατανόηση, προσαρμοστικότητα και ενδιαφέρον. Η διαφορά βρίσκεται στη λειτουργία της συμπεριφοράς. Στην ενσυναίσθηση, η κατανόηση του άλλου συνυπάρχει με την αυτοαναφορά. Στην υπερ-προσαρμογή, η αυτοαναφορά υποχωρεί.

Με άλλα λόγια, το ερώτημα δεν είναι «καταλαβαίνω τον άλλον;», αλλά «σε ποιο βαθμό παραμένω σε επαφή με τον εαυτό μου ενώ τον καταλαβαίνω».

Ο ρόλος της συναισθηματικής αυτορρύθμισης

Η διάκριση αυτή σχετίζεται άμεσα με τη συναισθηματική αυτορρύθμιση. Η ικανότητα να αντέχει κανείς τη δυσφορία —την πιθανότητα σύγκρουσης, απόρριψης ή απογοήτευσης— επιτρέπει την ύπαρξη ορίων χωρίς αποσύνδεση. Όταν αυτή η ικανότητα είναι περιορισμένη, η προσαρμογή στον άλλον λειτουργεί ως τρόπος μείωσης του άγχους.

Η έρευνα για τη ρύθμιση του συναισθήματος δείχνει ότι η αποφυγή αρνητικής συναισθηματικής εμπειρίας, ακόμη και μέσω διαπροσωπικών στρατηγικών, μπορεί να διατηρεί ή και να ενισχύει το άγχος μακροπρόθεσμα (Gross, 2015). Στο πλαίσιο των σχέσεων, αυτό μεταφράζεται σε μια σταδιακή μετατόπιση προς συμπεριφορές που μειώνουν τη σύγκρουση αλλά περιορίζουν την αυθεντικότητα.

People-pleasing ως στρατηγική ρύθμισης

Η υπερ-προσαρμογή μπορεί να κατανοηθεί ως μια στρατηγική ρύθμισης της σχέσης και όχι απλώς ως χαρακτηριστικό προσωπικότητας. Το άτομο «διαβάζει» τον άλλον με ακρίβεια, αλλά χρησιμοποιεί αυτή την πληροφορία για να προσαρμόσει τη δική του συμπεριφορά με τρόπο που μειώνει τον κίνδυνο αρνητικής αντίδρασης.

Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο. Η ενσυναίσθηση, που αρχικά λειτουργεί ως μέσο σύνδεσης, μετατρέπεται σε εργαλείο πρόβλεψης και ελέγχου της σχέσης. Η προσαρμογή δεν γίνεται για να κατανοηθεί ο άλλος, αλλά για να αποφευχθεί η δυσφορία.

Σχέση με μοτίβα προσκόλλησης

Τα μοτίβα αυτά συνδέονται συχνά με το στυλ προσκόλλησης. Σε άτομα με αυξημένη ευαισθησία στην απόρριψη, η προσαρμογή στον άλλον μπορεί να λειτουργεί ως τρόπος διατήρησης της σχέσης. Αντίστοιχα, η δυσκολία στη διατήρηση ορίων δεν σχετίζεται απαραίτητα με έλλειψη κατανόησης, αλλά με δυσκολία ανεκτικότητας της συναισθηματικής έντασης που συνεπάγεται η διαφοροποίηση (Mikulincer & Shaver, 2016).

Αυτό σημαίνει ότι το people-pleasing δεν είναι απλώς «κακή συνήθεια», αλλά ενσωματωμένο μοτίβο που εξυπηρετεί μια λειτουργία: τη διατήρηση της σχέσης με κάθε κόστος.

Η υπερ-προσαρμογή έχει συγκεκριμένες συνέπειες. Η σταδιακή απομάκρυνση από τις προσωπικές ανάγκες μπορεί να οδηγήσει σε κόπωση και δυσκολία διατύπωσης επιθυμιών. Παράλληλα, οι σχέσεις που διαμορφώνονται μέσα από αυτό το μοτίβο συχνά βασίζονται σε ανισορροπία, καθώς η προσαρμογή δεν είναι αμοιβαία.

Το σημαντικό εδώ είναι ότι το κόστος δεν γίνεται πάντα άμεσα αντιληπτό. Συχνά εμφανίζεται ως γενικευμένη δυσφορία ή ως αίσθηση ότι «κάτι δεν λειτουργεί», χωρίς σαφή αιτία.

Η σημασία της διάκρισης

Η διάκριση μεταξύ ενσυναίσθησης και υπερ-προσαρμογής δεν αφορά την εγκατάλειψη της κατανόησης του άλλου, αλλά την αποκατάσταση της ισορροπίας. Η ενσυναίσθηση ως δεξιότητα προϋποθέτει την ταυτόχρονη ύπαρξη δύο σημείων αναφοράς: του εαυτού και του άλλου. Όταν ένα από τα δύο εξαφανίζεται, η λειτουργία αλλάζει.

Η αναγνώριση αυτής της μετατόπισης δεν είναι πάντα άμεση. Συχνά απαιτεί διερεύνηση των μοτίβων σχέσεων και της λειτουργίας των αντιδράσεων, πέρα από το επίπεδο της συμπεριφοράς.

Συμπέρασμα

Η ενσυναίσθηση δεν είναι πρόβλημα. Η απουσία ορίων είναι. Το να κατανοεί κανείς τον άλλον αποτελεί σημαντική δεξιότητα, αλλά δεν αρκεί από μόνο του για τη διατήρηση υγιών σχέσεων. Η κατανόηση χρειάζεται να συνοδεύεται από αυτοαναφορά και ικανότητα διαφοροποίησης.

Το ζητούμενο δεν είναι να μειωθεί η ενσυναίσθηση, αλλά να αποκατασταθεί η ισορροπία της. Εκεί όπου το «σε καταλαβαίνω» συνυπάρχει με το «υπάρχω κι εγώ».

Βιβλιογραφία 

Decety, J., & Jackson, P. L. (2004). The functional architecture of human empathy. Behavioral and cognitive neuroscience reviews3(2), 71–100. https://doi.org/10.1177/1534582304267187

Gross, J. J. (2015). Emotion regulation: Current status and future prospects. Psychological Inquiry, 26(1), 1–26. https://doi.org/10.1080/1047840X.2014.940781

Mikulincer, M., & Shaver, P. R. (2007). Attachment in adulthood: Structure, dynamics, and change. The Guilford Press.

Μετάβαση στο περιεχόμενο
Verified by MonsterInsights