(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Από το διαγενεακό τραύμα στο gentle parenting: Οι προκλήσεις της γονεϊκότητας

Δρ. Μαρία Μουζάκη, Κοινωνιολόγος-Σύμβουλος, MA, MSc

Αν είσαι νέος γονιός κάπου ανάμεσα στα 30-45, τότε σίγουρα έχεις ακούσει για το gentle parenting και το πόσο σημαντικό είναι να μην κάνεις τα λάθη των γονιών σου. Τι είναι όμως το gentle parenting και πως ορίζεις τα λάθη στην ανατροφή ενός παιδιού;

Ο όρος gentle parenting εμφανίστηκε την περίοδο 2015-2016 από τη Βρετανίδα συγγραφέα, Sarah Ockwell-Smith και χρησιμοποιείται προκειμένου να περιγράψει μία σύγχρονη, διαφορετική προσέγγιση ανατροφής η οποία βασίζεται στην ενσυναίσθηση, τον αμοιβαίο σεβασμό, την επικοινωνία και τα ξεκάθαρα, σταθερά όρια. Ένας τρόπος διαπαιδαγώγησης που αποστρέφεται παλαιότερες αναχρονιστικές μεθόδους όπως η τιμωρία, ο φόβος και η επιβολή της εξουσίας, με τους ειδικούς να επισημαίνουν ότι μέσω αυτής της διαδικασίας διαμορφώνονται υγιείς προσωπικότητες και συναισθηματικά ώριμοι ενήλικες, δίχως να φέρουν το διαγενακό τραύμα.

Ένας αρκετά υποσχόμενος στόχος, γεγονός που κάνει τόσο προσφιλή την παραπάνω τεχνική ιδίως στις γενιές των Millennials και των παλαιότερων Gen X (ηλικίες 30–45). 

Το ερώτημα ωστόσο που προκύπτει δεν αφορά στο κατά πόσο είναι εύκολο να το εφαρμόσεις. Αντίθετα, είναι το αν υπάρχει ένα σωστό μοντέλο διαπαιδαγώγησης και το πώς εφαρμόζεται αυτό στην πράξη. 

Η απάντηση είναι όχι δεν υπάρχει, διότι πολύ απλά το κάθε παιδί είναι διαφορετικό, έχοντας τις δικές του ιδιαιτερότητες και τις δικές του ανάγκες. Είναι επίσης σημαντικό να μην ξεχνάμε ότι η οικογένεια δεν παύει να λειτουργεί ως ένα σύστημα, ένας ζωντανός οργανισμός, ο οποίος επηρεάζει και επηρεάζεται από τα μέλη που συντίθεται. Με αυτή την έννοια δεν πρέπει να εστιάζουμε μόνο στο παιδί αλλά και στους δύο γονείς. 

Ο μεγαλύτερος φόβος των γονέων, να μην κάνουν τα λάθη των δικών τους γονέων, αναφέρεται στον πραγματικό τους φόβο να ανατρέξουν στον παρελθόν και να εστιάσουν το εσωτερικό τους παιδί, σε εκείνο που έμαθε από την πρώιμη παιδική ηλικία τα διάφορα «κοινωνικά πρέπει» και «μη» προκειμένου να είναι αρεστό, έχοντας πάντα ένα μέτρο σύγκρισης. Μία διαρκή σύγκριση που το ωθούσε στο να μάθει να είναι πάντα το καλύτερο πρότυπο του εαυτού του. Ένας φόβος που σχετίζεται με την ψευδή εικόνα που έχει χτίσει γύρω από τα πραγματικά του θέλω και πιστεύω και ο οποίος αυτή τη στιγμή είναι πιο υπαρκτός από ποτέ λόγω ακριβώς των προκλήσεων που επιφέρει η γονεϊκότητα. 

Αυτή η υπαρξιακή κρίση είναι πιο έντονη, όταν ένας γονέας προσπαθεί να εφαρμόσει το gentel parenting, διότι πολύ απλά δεν έχει μάθει να ακούει τον δικό του εαυτό. Είναι η στιγμή που οι ενοχές, οι ανασφάλειες και οι ανεπάρκειες κατακλύζουν τον κάθε γονέα, μιας και αυτό που έχει μάθει είναι να προσπαθεί να είναι πάντα αρεστός, όχι για τον ίδιο αλλά για το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο. Μία εμμονή του κοινωνικού φαίνεσθαι, συνώνυμο της τελειότητας που αποζητά η σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ένας γονέας καλείται να ρυθμίσει τα δικά του συναισθήματα, την ίδια στιγμή που το παιδί βρίσκεται σε ένα συναισθηματικό ξέσπασμα ή αλλιώς σε ένα tantrum. 

Στην πραγματικότητα αυτό που καλείται να αντιληφθεί ο σύγχρονος γονέας είναι ότι δεν υπάρχει ένα τέλειο και μοναδικό μοντέλο διαπαιδαγώγησης, ακριβώς διότι η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν υπεισέρχεται σε ταξινομήσεις και πλαίσια. Ταμπέλες όπως “gentle parenting”, “attachment parenting” ή “authoritative parenting” δεν παύουν να είναι θεωρητικά εργαλεία για τους ακαδημαϊκούς. Όροι αρκετά δελεαστικοί και ευανάγνωστοι, που μολονότι γίνονται συχνά περιεχόμενο κριτικής, στην αληθινή ζωή εντούτοις δύσκολα εφαρμόζονται απόλυτα, αφού η γονεϊκότητα είναι ένας ζωντανός, ακατάστατος, καθημερινός αυτοσχεδιασμός. Αυτό που έχει αξία για τον κάθε γονέα -μελλοντικό και μη- είναι να αντιληφθεί ότι τα λάθη είναι συνώνυμα της γονεϊκότητας. Είναι τα ίδια λάθη που θα τον βοηθήσουν να κατανοήσει τις ανάγκες του παιδιού, έχοντας πάντα υπόψιν του, ότι ένα παιδί αντιδρά απέναντι του σαν να έχει έναν καθρέφτη. Το παιδί δεν αντιδρά μόνο σε αυτό που κάνουμε, αλλά καθρεφτίζει αυτό που είμαστε, το άγχος, τις απωθημένες ανάγκες και τα ανεπίλυτα τραύματά μας.

Αν θέλουμε να σπάσουμε στην πράξη το διαγενεακό τραύμα αρκεί να σταθούμε για μια στιγμή και να αφουγκραστούμε τις επιθυμίες και τις ανάγκες ενός παιδιού. Ποιες είναι αυτές; Η αγάπη, ο σεβασμός και τα όρια. Η αγάπη είναι εκείνη που επιφέρει την πολυπόθητη άνευ όρων αποδοχή και ασφάλεια, δύο ανάγκες απαραίτητες καθόλη τη ζωή ενός ατόμου. Ο σεβασμός θα επιτρέψει στο παιδί να μάθει να ακούει τις δικές του ανάγκες και θέλω, δίχως να μπαίνει σε κοινωνικές νόρμες. Να σέβεται και να αγαπά τον εαυτό του, αναπτύσσοντας ελεύθερα την κριτική του σκέψη και υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις. Τέλος, τα όρια είναι απαραίτητα σε ένα παιδί. Δεν δείχνουν απόρριψη. Το μαθαίνουν να νοιάζεται και να κατανοεί τις ανάγκες του άλλου. Ένας νέος άλλωστε δίχως όρια δεν παύει να είναι ένας κακοποιήτης του εαυτού του, μιας και δεν έχει μάθει να προστατευτεί τον ίδιο του τον εαυτό.