(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Γιατί έχουμε την τάση να μας λυπούνται;

Γράφει η Πηνελόπη Πόπα.

Στο σήμερα παρατηρείται μια αβάσταχτη κοινωνική δίψα : πολλοί άνθρωποι φαίνεται να επιδιώκουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, τη λύπηση των άλλων. Η έκθεση του προσωπικού πόνου έχει αποκτήσει πρωτοφανή δημόσια ορατότητα. Από τις αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα μέχρι τις τηλεοπτικές ομιλίες και τη δημόσια συζήτηση, η δυσκολία, η απογοήτευση και το τραύμα συχνά μετατρέπονται σε κοινωνικά «spicy» θέμα συζήτησης. Η λύπηση δεν αποτελεί πλέον απλώς μια ανθρώπινη αντίδραση απέναντι στον πόνο· μοιάζει να έχει εξελιχθεί σε έναν τρόπο κοινωνικής αναγνώρισης. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο γιατί οι άνθρωποι επιθυμούν να τους λυπούνται, αλλά τι αποκαλύπτει αυτή η ανάγκη για τη σύγχρονη κοινωνία.

Αρχικά, η ανάγκη για αποδοχή και αναγνώριση αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Σύμφωνα με τον Abraham Maslow (1943), η ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει σε μια ομάδα και να αναγνωρίζεται από τους άλλους βρίσκεται στον πυρήνα του ως ένας τρόπος επιβεβαίωσης της ύπαρξης και της αξίας του. Η φράση «κοίτα πόσο υποφέρω» κατά βάθος σημαίνει «κοίτα με, αναγνώρισέ με».

Το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά μέσα από την ψυχολογία του ατόμου. Αποτελεί κυρίως αντανάκλαση των χαρακτηριστικών της σύγχρονης κοινωνίας. Στην κουλτούρα του έντονου ανταγωνισμού, όπου η αξία του ατόμου διαφαίνεται μόνο με  βάση την επιτυχία, την παραγωγικότητα και την κοινωνική προβολή, η αποτυχία μεταφράζεται ως  προσωπικό ελάττωμα. Ο άνθρωπος που δυσκολεύεται να ξεχωρίσει μέσα από τις επιτυχίες του, χρησιμοποιεί τον πόνο για να γίνει ορατός, ότι υπάρχει και έχει σημασία. 

Παράλληλα, η σύγχρονη κουλτούρα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχει ενισχύσει αυτήν την τάση. Οι αλγόριθμοι επιβραβεύουν ό,τι προκαλεί αντίδραση. Πλατφόρμες όπως το Instagram, το TikTok και το Facebook επιτρέπουν τη δημόσια έκθεση προσωπικών δυσκολιών, συναισθημάτων και τραυματικών εμπειριών. Η  συνεχής αναζήτηση επιβεβαίωσης μέσω σχολίων, «likes» και διαδικτυακών συμπεριφορών  συμπάθειας μπορούν  να δημιουργήσουν έναν φαύλο κύκλο εξάρτησης της προσοχής και κοινωνικής επιβεβαίωσης. Ο κοινωνιολόγος Erving Goffman (1959) είχε ήδη περιγράψει την κοινωνική ζωή ως μια μορφή «παρουσίασης εαυτού», όπου τα άτομα διαχειρίζονται την εικόνα τους ανάλογα με το κοινό τους. 

Επιπλέον, η λύπηση συχνά λειτουργεί ως μηχανισμός αποφυγής ευθύνης. Όταν κάποιος παρουσιάζεται ως «θύμα» , ενδέχεται να αποφεύγει να αντιμετωπίσει το δικό του προσωπείο και να «συγκρουστεί» με τα όντα προβλήματά του. Η ψυχολογία αναγνωρίζει ότι η αίσθηση ελέγχου πάνω στη ζωή μας συνδέεται με υψηλότερα επίπεδα ψυχικής ευεξίας (Bandura, 1997). Αντίθετα, η συνεχής αναζήτηση οίκτου μπορεί να ενισχύσει την αίσθηση αδυναμίας.

Ορισμένοι σύγχρονοι κοινωνιολόγοι, όπως οι Bradley Campbell και Jason Manning, (2018) περιγράφουν αυτή την τάση ως «κουλτούρα της θυματοποίησης» (victimhood culture). Υποστηρίζουν ότι αναγνωρίζουμε ήθος, δύναμη, και κύρος σε εκείνον που παρουσιάζεται ως θύμα μιας αδικίας, ότι τα κατάφερε και άντεξε και αποτελεί πρότυπο για τους υπόλοιπους, ενώ η δυσκολία που αντιμετώπισε είναι δυσανάλογη των περιστάσεων. Η παρατήρηση αυτή δεν σημαίνει ότι οι αδικίες είναι ανύπαρκτες ή ότι τα θύματα δεν πρέπει να ακούγονται, αλλά αντίθετα, αναδεικνύει τον κίνδυνο όταν η ταυτότητα του ανθρώπου αρχίζει να ορίζεται αποκλειστικά από όσα υπέστη.

Τέλος,  η λύπηση μπορεί να λειτουργεί και ως υποκατάστατο της ουσιαστικής σύνδεσης. Οι άνθρωποι με τις επιφανειακές ανούσιες σχέσεις τους, δεν αναζητούν μόνο τον οίκτο. Αναζητούν να ακουστούν, να γίνουν κατανοητοί και να νιώσουν ότι δεν είναι αόρατοι μέσα σε μια κοινωνία, χρησιμοποιώντας τον πόνο ως κοινό κανάλι επικοινωνίας και σύνδεσης.

Ωστόσο, είναι σημαντικό να διακρίνουμε τη λύπηση από τη συμπόνια. Η λύπηση διαβάζεται ως κάτι κατώτερο, αδύναμο και ανήμπορο. Η συμπόνια, αντίθετα, αναγνωρίζει τον πόνο με αξιοπρέπεια και την προσωπική δύναμη του ατόμου. Σύμφωνα με την Brené Brown (2018), η ενσυναίσθηση δημιουργεί σύνδεση, ενώ η λύπηση συχνά δημιουργεί απόσταση.

Η μεγάλη πρόκληση της εποχής μας είναι να οικοδομήσουμε μια κοινωνία όπου δεν θα εμπορευματοποιείται ο πόνος , θα τον αναγνωρίζει  χωρίς να τον εξιδανικεύει και από την άλλη δεν θα γίνεται κομμάτι του εαυτού μας ως βασικό χαρακτηριστικό της ταυτότητας. Αυτό που παρουσιάζεται ως ανάγκη για λύπηση μπορεί στην πραγματικότητα να είναι μια κραυγή για αναγνώριση και ουσιαστική ανθρώπινη επαφή. Δεν ζητούν να τους λυπηθούν, αλλά να τους δουν.

Βιβλιογραφία

Bandura, A. (1997). Self-Efficacy: The Exercise of Control. New York: W.H. Freeman.

Brown, B. (2018). Dare to Lead. New York: Random House.

Campbell, B., & Manning, J. (2018). The Rise of Victimhood Culture: Microaggressions, Safe Spaces, and the New Culture Wars. Cham: Palgrave Macmillan.

Campbell, B., & Manning, J. (2014). “Microaggression and Moral Cultures”. Comparative Sociology, 13(6), 692–726.

Goffman, E. (1959). The Presentation of Self in Everyday Life. New York: Doubleday.

Maslow, A. H. (1943). “A Theory of Human Motivation”. Psychological Review, 50(4), 370–396.