(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Γιατί ένας αθώος άνθρωπος να ομολογήσει ένα έγκλημα που δεν διέπραξε;

Αν σας ρωτούσε κάποιος αν ένας αθώος άνθρωπος θα μπορούσε να ομολογήσει ένα έγκλημα που δεν διέπραξε, πιθανότατα θα απαντούσατε αρνητικά.

Η σκέψη μοιάζει παράλογη. Αν κάποιος είναι αθώος, γιατί να παραδεχτεί κάτι που δεν έκανε;

Κι όμως, η ιστορία της ποινικής δικαιοσύνης περιλαμβάνει πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που ομολόγησαν εγκλήματα τα οποία αποδείχθηκε αργότερα ότι δεν είχαν διαπράξει. Μάλιστα, οι ψευδείς ομολογίες αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που έχουν συνδεθεί με λανθασμένες καταδίκες διεθνώς (Kassin et al., 2010).

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι απλώς ένα νομικό παράδοξο. Είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο η ανθρώπινη ψυχολογία μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά και τη λήψη αποφάσεων υπό συγκεκριμένες συνθήκες.

Οι ψευδείς ομολογίες είναι πιο συχνές απ’ όσο πιστεύουμε

Για δεκαετίες, η κυρίαρχη αντίληψη ήταν ότι ένας αθώος άνθρωπος δεν έχει κανέναν λόγο να ομολογήσει.

Ωστόσο, η επιστημονική έρευνα και η μελέτη πραγματικών υποθέσεων έχουν καταδείξει ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Σύμφωνα με στοιχεία από υποθέσεις στις οποίες η αθωότητα επιβεβαιώθηκε μέσω ανάλυσης DNA, σημαντικό ποσοστό των λανθασμένων καταδικών περιλάμβανε ψευδείς ομολογίες (Garrett, 2011).

Το εύρημα αυτό ανάγκασε επιστήμονες, ερευνητές και δικαστικές αρχές να επανεξετάσουν μια βασική παραδοχή: ότι η ομολογία αποτελεί πάντοτε ισχυρή ένδειξη ενοχής.

Γιατί κάποιος να ομολογήσει κάτι που δεν έκανε;

Η απάντηση δεν βρίσκεται στην παράλογη συμπεριφορά, αλλά στην κατανόηση των ψυχολογικών μηχανισμών που ενεργοποιούνται σε συνθήκες πίεσης.

Οι ερευνητές διακρίνουν τρεις βασικές κατηγορίες ψευδών ομολογιών (Kassin et al., 2010).

1. Εκούσιες ψευδείς ομολογίες

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα άτομο μπορεί να ομολογήσει χωρίς να έχει υποστεί εξωτερική πίεση.

Αυτό μπορεί να συμβεί για διάφορους λόγους, όπως η αναζήτηση προσοχής, η επιθυμία προστασίας κάποιου άλλου προσώπου ή η ύπαρξη σοβαρών ψυχιατρικών συμπτωμάτων.

Παρότι αυτές οι περιπτώσεις είναι σχετικά σπάνιες, έχουν καταγραφεί επανειλημμένα στη διεθνή βιβλιογραφία.

2. Εξαναγκασμένες – συμμορφωτικές ομολογίες

Πρόκειται για την πιο γνωστή μορφή ψευδούς ομολογίας.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, το άτομο γνωρίζει ότι είναι αθώο, αλλά αποφασίζει να ομολογήσει προκειμένου να σταματήσει μια ιδιαίτερα στρεσογόνα κατάσταση.

Η παρατεταμένη ανάκριση, η ψυχολογική πίεση, η στέρηση ύπνου, η εξάντληση ή η πεποίθηση ότι η κατάσταση θα επιδεινωθεί εάν συνεχίσει να αρνείται μπορεί να οδηγήσουν σε μια τέτοια απόφαση (Kassin, 2017).

Από ψυχολογική σκοπιά, η ομολογία μπορεί να εκληφθεί ως ένας τρόπος άμεσης διαφυγής από μια αφόρητη κατάσταση, ακόμη και αν οι μακροπρόθεσμες συνέπειες είναι σοβαρές.

3. Εξαναγκασμένες – εσωτερικευμένες ομολογίες

Αυτή είναι ίσως η πιο εντυπωσιακή και λιγότερο γνωστή κατηγορία.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, μετά από έντονη και παρατεταμένη ανάκριση, ένα άτομο μπορεί να αρχίσει να αμφιβάλλει για τη δική του μνήμη και τελικά να πιστέψει ότι ίσως πράγματι διέπραξε το έγκλημα.

Οι έρευνες έχουν δείξει ότι η μνήμη είναι περισσότερο εύπλαστη απ’ όσο συχνά θεωρούμε και μπορεί να επηρεαστεί από υποβολή, επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις και ψυχολογική πίεση (Loftus, 2005).

Με άλλα λόγια, σε ορισμένες περιπτώσεις το πρόβλημα δεν είναι ότι το άτομο λέει συνειδητά ψέματα. Είναι ότι αρχίζει να αμφισβητεί την ίδια του την πραγματικότητα.

Οι ευάλωτοι πληθυσμοί

Δεν κινδυνεύουν όλοι οι άνθρωποι στον ίδιο βαθμό. Η έρευνα δείχνει ότι ορισμένοι παράγοντες αυξάνουν την πιθανότητα μιας ψευδούς ομολογίας, όπως:

  • η νεαρή ηλικία,
  • οι γνωστικές δυσκολίες,
  • οι αναπτυξιακές διαταραχές,
  • η αυξημένη υποβολιμότητα,
  • τα προβλήματα ψυχικής υγείας,
  • η έντονη ανάγκη συμμόρφωσης με πρόσωπα εξουσίας (Kassin et al., 2010).

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα άτομα αυτά είναι λιγότερο αξιόπιστα. Σημαίνει ότι μπορεί να είναι πιο ευάλωτα σε συγκεκριμένες ανακριτικές συνθήκες.

Τι μας διδάσκει αυτό για τη δικαιοσύνη;

Το σημαντικότερο συμπέρασμα ίσως είναι ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν είναι πάντα τόσο προβλέψιμη όσο πιστεύουμε. Πολλοί άνθρωποι θεωρούν ότι θα αναγνώριζαν αμέσως μια ψευδή ομολογία.

Ωστόσο, όταν ακούμε ότι κάποιος «παραδέχθηκε» μια πράξη, τείνουμε να θεωρούμε την ενοχή σχεδόν αυτονόητη. Αυτό είναι ένα ισχυρό γνωστικό σφάλμα που μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο το ευρύ κοινό αλλά και επαγγελματίες του συστήματος δικαιοσύνης (Kassin, 2017).

Η επιστημονική μελέτη των ψευδών ομολογιών υπενθυμίζει ότι η αναζήτηση της αλήθειας απαιτεί περισσότερα από μια φαινομενικά πειστική παραδοχή.

Απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση των συνθηκών υπό τις οποίες δόθηκε, των ψυχολογικών παραγόντων που ενδέχεται να την επηρέασαν και των υπόλοιπων αποδεικτικών στοιχείων της υπόθεσης.

Η αξία της ψυχολογικής και εγκληματολογικής προσέγγισης

Η δικαιοσύνη δεν αφορά μόνο την εφαρμογή του νόμου. Αφορά και την κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Η ψυχολογία, η εγκληματολογία και η δικαστική ψυχολογία προσφέρουν πολύτιμα εργαλεία για την κατανόηση των παραγόντων που επηρεάζουν τις καταθέσεις, τις ομολογίες και τις αποφάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο μιας ποινικής διαδικασίας.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο σημαντικό δίδαγμα.

Το γεγονός ότι κάποιος ομολόγησε δεν απαντά πάντοτε στο ερώτημα τι συνέβη. Μερικές φορές, το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί ομολόγησε.

Βιβλιογραφία 

Garrett, B. L. (2011). Convicting the Innocent: Where Criminal Prosecutions Go Wrong. Harvard University Press.

Kassin, S. M. (2017). False confessions: Causes, consequences, and implications for reform. Current Directions in Psychological Science, 26(3), 249–253. https://doi.org/10.1177/0963721417692808

Kassin, S. M., Drizin, S. A., Grisso, T., Gudjonsson, G. H., Leo, R. A., & Redlich, A. D. (2010). Police-induced confessions: Risk factors and recommendations. Law and Human Behavior, 34(1), 3–38. https://doi.org/10.1007/s10979-009-9188-6

Loftus, E. F. (2005). Planting misinformation in the human mind: A 30-year investigation of the malleability of memory. Learning & Memory, 12(4), 361–366. https://doi.org/10.1101/lm.94705