Θεσμική Προδοσία: Όταν οι θεσμοί αποτυγχάνουν να προστατεύσουν
Όταν ένας άνθρωπος βιώνει κακοποίηση, βία ή κάποια άλλη σοβαρή παραβίαση των δικαιωμάτων του, συχνά στρέφεται σε έναν θεσμό για να αναζητήσει προστασία, δικαιοσύνη και υποστήριξη. Μπορεί να απευθυνθεί στην αστυνομία, σε ένα νοσοκομείο, σε μια κοινωνική υπηρεσία, σε ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα ή σε έναν οργανισμό που έχει αναλάβει την προστασία ευάλωτων ομάδων.
Υπάρχει, ωστόσο, μια λιγότερο αναγνωρισμένη διάσταση αυτών των εμπειριών: τι συμβαίνει όταν ο ίδιος ο θεσμός στον οποίο απευθύνεται το άτομο για βοήθεια αποτυγχάνει να το προστατεύσει ή, ακόμη χειρότερα, συμβάλλει στην περαιτέρω επιβάρυνσή του;
Η αμφισβήτηση της καταγγελίας, η υποβάθμιση της σοβαρότητας ενός περιστατικού, η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη διερεύνηση, η συγκάλυψη παραβιάσεων ή η απουσία ουσιαστικής υποστήριξης μπορούν να δημιουργήσουν μια πρόσθετη εμπειρία αδικίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η βλάβη δεν προέρχεται αποκλειστικά από το αρχικό περιστατικό, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά ο οργανισμός που έχει ευθύνη να προστατεύσει το άτομο.
Το φαινόμενο αυτό περιγράφεται στην επιστημονική βιβλιογραφία ως θεσμική προδοσία (institutional betrayal) και αποτελεί ένα σημαντικό πεδίο μελέτης στην ψυχολογία του τραύματος και στην έρευνα για τις επιπτώσεις της θεσμικής αποτυχίας (Smith & Freyd, 2014).
Τι είναι η θεσμική προδοσία;
Ο όρος institutional betrayal εισήχθη συστηματικά στην ψυχολογική βιβλιογραφία από τις Smith και Freyd (2014), για να περιγράψει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οργανισμοί στους οποίους οι άνθρωποι βασίζονται για την ασφάλεια και την ευημερία τους ενεργούν με τρόπους που τους προκαλούν βλάβη ή αποτυγχάνουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις προστασίας τους.
Η θεσμική προδοσία μπορεί να εκδηλωθεί με διαφορετικούς τρόπους. Δεν προϋποθέτει απαραίτητα μια συνειδητή απόφαση ενός οργανισμού να βλάψει κάποιον. Μπορεί να προκύψει τόσο από ενεργητικές ενέργειες όσο και από παραλείψεις, αδράνεια ή συστηματικές δυσλειτουργίες.
Ενδεικτικά, μπορεί να περιλαμβάνει:
- Την αποτυχία ενός οργανισμού να λάβει προληπτικά μέτρα για την αποτροπή κακοποιητικών συμπεριφορών.
- Την αμφισβήτηση ή υποβάθμιση καταγγελιών που αφορούν βία, παρενόχληση ή κακοποίηση.
- Τη συγκάλυψη περιστατικών ή την προστασία προσώπων που κατηγορούνται για σοβαρές παραβιάσεις.
- Την άσκηση πίεσης σε ένα άτομο ώστε να αποσύρει μια καταγγελία ή να μη δημοσιοποιήσει όσα συνέβησαν.
- Την απουσία κατάλληλων διαδικασιών διερεύνησης και υποστήριξης.
- Την άνιση μεταχείριση ή την αντίποινα σε βάρος ανθρώπων που αναφέρουν περιστατικά κακοποίησης.
Ένα κρίσιμο χαρακτηριστικό είναι ότι η θεσμική προδοσία μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και σε οργανισμούς που έχουν επίσημα αναλάβει την προστασία των ανθρώπων. Ένα πανεπιστήμιο, ένας χώρος εργασίας, ένα νοσοκομείο ή μια υπηρεσία μπορεί να διαθέτει πολιτικές και διαδικασίες προστασίας, αλλά να αποτυγχάνει να τις εφαρμόσει στην πράξη (Christl et al., 2024).
Πώς μπορεί ένας θεσμός να προκαλέσει πρόσθετη ψυχολογική επιβάρυνση;
Όταν κάποιος αποκαλύπτει μια εμπειρία κακοποίησης ή βίας, η αντίδραση του περιβάλλοντος και των αρμόδιων οργανισμών μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της εμπειρίας του.
Η απόρριψη, η αμφισβήτηση και η έλλειψη υποστήριξης μπορούν να ενισχύσουν αισθήματα ανασφάλειας, απομόνωσης και απώλειας εμπιστοσύνης. Το άτομο μπορεί να αισθανθεί ότι δεν έχει πού να απευθυνθεί, ότι δεν θα γίνει πιστευτό ή ότι η αναζήτηση βοήθειας ενδέχεται να επιδεινώσει την κατάστασή του.
Οι Smith και Freyd (2013) εξέτασαν τη σχέση μεταξύ της θεσμικής προδοσίας και των επιπτώσεων της σεξουαλικής κακοποίησης. Η έρευνά τους ανέδειξε ότι η θεσμική προδοσία συνδέεται με εντονότερη ψυχολογική επιβάρυνση, πέρα από εκείνη που σχετίζεται με το ίδιο το περιστατικό της σεξουαλικής κακοποίησης.
Σε μεταγενέστερη εργασία τους, οι Smith και Freyd (2017) εξέτασαν τη σύνδεση της διαπροσωπικής και της θεσμικής προδοσίας με δείκτες ψυχικής υγείας και αποσύνδεσης. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία της εξέτασης όχι μόνο του αρχικού επιβλαβούς γεγονότος, αλλά και των σχέσεων και των θεσμικών πλαισίων μέσα στα οποία αυτό εκτυλίσσεται.
Αυτό σημαίνει ότι η αξιολόγηση των συνεπειών μιας εμπειρίας βίας δεν θα πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά στο τι συνέβη, αλλά να λαμβάνει υπόψη και το πώς ανταποκρίθηκαν οι οργανισμοί στους οποίους απευθύνθηκε το άτομο.
Πού συναντάμε τη θεσμική προδοσία;
Η θεσμική προδοσία δεν αφορά έναν συγκεκριμένο τύπο οργανισμού. Μπορεί να εμφανιστεί σε διαφορετικά περιβάλλοντα, ιδίως όταν υπάρχει ανισορροπία ισχύος και εξάρτηση των ανθρώπων από έναν οργανισμό για την προστασία ή την πρόσβαση σε σημαντικούς πόρους.
1. Εκπαιδευτικά ιδρύματα
Ένα πανεπιστήμιο ή σχολείο μπορεί να αποτύχει να προστατεύσει τους φοιτητές ή τους μαθητές του από σεξουαλική παρενόχληση, εκφοβισμό ή κακοποιητικές συμπεριφορές. Η απουσία αποτελεσματικών μηχανισμών καταγγελίας, η αμφισβήτηση των αναφερόμενων περιστατικών ή η προτεραιοποίηση της δημόσιας εικόνας του ιδρύματος έναντι της ασφάλειας των μελών του αποτελούν ενδεικτικές περιπτώσεις θεσμικής αποτυχίας.
2. Χώροι εργασίας
Ένας εργαζόμενος που καταγγέλλει παρενόχληση ή κακοποιητική συμπεριφορά μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με αδιαφορία, υποβάθμιση του περιστατικού ή ακόμη και επαγγελματικά αντίποινα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο οργανισμός δεν αποτυγχάνει απλώς να επιλύσει μια διαφωνία, αλλά ενδέχεται να επιβαρύνει την κατάσταση του ανθρώπου που ζήτησε προστασία.
3. Υπηρεσίες υγείας
Η θεσμική προδοσία μπορεί να εμφανιστεί και στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών υγείας, όταν οι ανάγκες ή οι αναφορές ενός ασθενούς δεν αντιμετωπίζονται με την απαιτούμενη σοβαρότητα, όταν απουσιάζουν κατάλληλες διαδικασίες διαχείρισης παραπόνων ή όταν ένας οργανισμός αποφεύγει να αναλάβει την ευθύνη για προβληματικές πρακτικές.
Η Smith (2017) εξετάζει ειδικά τη σχέση μεταξύ θεσμικής προδοσίας και εμπιστοσύνης στους οργανισμούς υγειονομικής περίθαλψης, αναδεικνύοντας τη σημασία της θεσμικής λογοδοσίας και της αρχής της μη πρόκλησης βλάβης.
4. Υπηρεσίες προστασίας και δικαιοσύνης
Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η περίπτωση των οργανισμών που έχουν άμεση ευθύνη για την προστασία ανθρώπων που έχουν υποστεί βία ή κακοποίηση. Όταν μια καταγγελία δεν διερευνάται επαρκώς, όταν το άτομο εκτίθεται σε επαναλαμβανόμενες διαδικασίες χωρίς κατάλληλη υποστήριξη ή όταν δεν λαμβάνονται μέτρα για την ασφάλειά του, η θεσμική ανταπόκριση μπορεί να αποτελέσει πρόσθετη πηγή επιβάρυνσης.
Όταν η σιωπή γίνεται μέρος του προβλήματος
Μία από τις πιο σύνθετες πλευρές της θεσμικής προδοσίας είναι ότι δεν εκδηλώνεται πάντοτε μέσα από μια σαφή πράξη βλάβης. Μπορεί να εμφανιστεί ως σιωπή, αδράνεια ή αποφυγή ανάληψης ευθύνης.
Ένας οργανισμός μπορεί να γνωρίζει ότι υπάρχουν επαναλαμβανόμενα περιστατικά κακοποίησης, αλλά να μην προχωρά σε ουσιαστικές ενέργειες. Μπορεί να επιλέγει να διαχειρίζεται κάθε περιστατικό ως μεμονωμένο συμβάν, αποφεύγοντας να εξετάσει αν υπάρχει ένα ευρύτερο πρόβλημα στις διαδικασίες ή στην οργανωσιακή κουλτούρα του.
Η έλλειψη διαφάνειας και λογοδοσίας μπορεί να επιτρέψει την επανάληψη επιβλαβών συμπεριφορών και να δυσχεράνει την αναζήτηση βοήθειας από όσους επηρεάζονται.
Η Brown (2021) χρησιμοποιεί τον όρο institutional cowardice (θεσμική δειλία) για να περιγράψει μια ιδιαίτερη εκδήλωση θεσμικής προδοσίας, στην οποία οι οργανισμοί αποφεύγουν να αναλάβουν δράση απέναντι σε προβλήματα που απαιτούν ουσιαστική ευθύνη και αντιμετώπιση.
Η διάκριση αυτή είναι σημαντική: η θεσμική ευθύνη δεν εξαντλείται στην ύπαρξη επίσημων κανονισμών. Απαιτεί την εφαρμογή τους, τη διαφάνεια και τη δυνατότητα ουσιαστικής διερεύνησης των παραβιάσεων.
Τι δείχνουν οι νεότερες επιστημονικές έρευνες;
Η μελέτη της θεσμικής προδοσίας έχει επεκταθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανασκόπηση των Christl και συνεργατών (2024), οι οποίοι εξέτασαν τη σχετική εμπειρική βιβλιογραφία και συμπεριέλαβαν 37 μελέτες στην ανασκόπησή τους.
Η εργασία τους καταγράφει τα ερευνητικά πεδία, τους πληθυσμούς και τις συνέπειες που έχουν μελετηθεί σε σχέση με τη θεσμική προδοσία. Παράλληλα, αναδεικνύει την ανάγκη για περισσότερες διαχρονικές έρευνες και για επέκταση της μελέτης σε διαφορετικούς πληθυσμούς και θεσμικά περιβάλλοντα.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η μελέτη των Adams-Clark και Freyd (2021), οι οποίοι εξέτασαν τη θεσμική προδοσία στο πλαίσιο της διαχείρισης της πανδημίας COVID-19 από πανεπιστημιακά ιδρύματα. Σε δύο μελέτες τους, περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες ανέφεραν τουλάχιστον μία εμπειρία θεσμικής προδοσίας σχετική με τη διαχείριση της πανδημίας. Υψηλότερα επίπεδα θεσμικής προδοσίας συσχετίστηκαν με εντονότερα συμπτώματα τραυματικού στρες.
Τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι η θεσμική προδοσία δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις σεξουαλικής βίας ή κακοποίησης. Μπορεί να αφορά και ευρύτερες συνθήκες στις οποίες οι άνθρωποι εξαρτώνται από οργανισμούς για την προστασία της υγείας, της ασφάλειας και των δικαιωμάτων τους.
Χρειάζεται, βέβαια, να σημειωθεί ότι οι συσχετίσεις που εντοπίζονται στις σχετικές έρευνες δεν αποδεικνύουν από μόνες τους αιτιώδη σχέση. Η επιστημονική διερεύνηση του φαινομένου συνεχίζεται και απαιτούνται περισσότερα δεδομένα για να κατανοήσουμε πλήρως τους μηχανισμούς και τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις του.
Πώς μπορούν οι θεσμοί να αποτρέψουν τη θεσμική προδοσία;
Η αντιμετώπιση της θεσμικής προδοσίας δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην ευαισθητοποίηση των εργαζομένων ή σε γενικές διακηρύξεις περί προστασίας. Χρειάζεται ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι οργανισμοί λειτουργούν, ανταποκρίνονται στις καταγγελίες και αναλαμβάνουν ευθύνη.
Ορισμένα βασικά μέτρα περιλαμβάνουν:
- Διαφανείς διαδικασίες καταγγελιών: Σαφείς και προσβάσιμοι μηχανισμοί αναφοράς περιστατικών, με συγκεκριμένα στάδια διερεύνησης.
- Προστασία από αντίποινα: Διασφάλιση ότι όσοι αναφέρουν περιστατικά δεν θα υφίστανται εκφοβισμό, επαγγελματική ή κοινωνική τιμωρία.
- Λογοδοσία: Ανάληψη ευθύνης όταν διαπιστώνονται παραλείψεις, ακατάλληλες πρακτικές ή παραβιάσεις.
- Εκπαίδευση προσωπικού: Κατάρτιση των επαγγελματιών στην κατάλληλη διαχείριση καταγγελιών, στην επικοινωνία με ευάλωτα άτομα και στην αποφυγή δευτερογενούς επιβάρυνσης.
- Ανεξάρτητη αξιολόγηση: Δυνατότητα ελέγχου των διαδικασιών από ανεξάρτητους φορείς, ώστε η διερεύνηση να μην περιορίζεται στον ίδιο τον οργανισμό που αφορά η καταγγελία.
Οι Smith και Freyd (2014) υπογραμμίζουν τη σημασία της αναγνώρισης της θεσμικής προδοσίας ως προϋπόθεσης για την αντιμετώπισή της. Η μετατόπιση από την προστασία της εικόνας ενός οργανισμού προς την προστασία των ανθρώπων που εξαρτώνται από αυτόν αποτελεί βασική προϋπόθεση ουσιαστικής θεσμικής αλλαγής.
Η προστασία δεν είναι μόνο υπόσχεση, είναι ευθύνη
Η θεσμική προδοσία αναδεικνύει μια σημαντική διάσταση της ψυχολογικής επιβάρυνσης: η βλάβη δεν προκύπτει πάντοτε μόνο από τις πράξεις ενός ατόμου, αλλά μπορεί να ενισχυθεί και από την αποτυχία των οργανισμών που έχουν την ευθύνη να προστατεύσουν όσους την υφίστανται.
Για έναν άνθρωπο που έχει βιώσει κακοποίηση ή βία, η αναζήτηση βοήθειας μπορεί να αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό βήμα. Όταν αυτή η προσπάθεια συναντά αδιαφορία, αμφισβήτηση ή συγκάλυψη, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς μπορεί να κλονιστεί σοβαρά.
Η αναγνώριση της θεσμικής προδοσίας δεν σημαίνει ότι κάθε διοικητικό λάθος ή καθυστέρηση αποτελεί αυτομάτως περίπτωση θεσμικής προδοσίας. Σημαίνει, όμως, ότι οι οργανισμοί πρέπει να αξιολογούνται όχι μόνο με βάση τις επίσημες αρμοδιότητες και τις διακηρύξεις τους, αλλά και με βάση τον πραγματικό τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ανθρώπων που τους εμπιστεύονται.
Ένας θεσμός δεν εκπληρώνει τον προστατευτικό του ρόλο απλώς επειδή δηλώνει ότι προστατεύει. Τον εκπληρώνει όταν διαθέτει τις κατάλληλες διαδικασίες, αναγνωρίζει τις αστοχίες του, αναλαμβάνει την ευθύνη και διασφαλίζει ότι οι άνθρωποι που απευθύνονται σε αυτόν δεν θα βρεθούν αντιμέτωποι με μια δεύτερη εμπειρία βλάβης.
Γιατί η προστασία δεν πρέπει να σταματά στην αναγνώριση ενός περιστατικού. Πρέπει να αποδεικνύεται και από τον τρόπο με τον οποίο ένας θεσμός επιλέγει να ανταποκριθεί.
Βιβλιογραφία
Adams-Clark, A. A., & Freyd, J. J. (2021). COVID-19-related institutional betrayal associated with trauma symptoms among undergraduate students. PLOS ONE, 16(10), e0258294. https://doi.org/10.1371/journal.pone.0258294
Brown, L. S. (2021). Institutional cowardice: A powerful, often invisible manifestation of institutional betrayal. Journal of Trauma & Dissociation, 22(3), 241–248. https://doi.org/10.1080/15299732.2020.1801307
Christl, M.-E., Tran Pham, K.-C., Rosenthal, A., & DePrince, A. P. (2024). When institutions harm those who depend on them: A scoping review of institutional betrayal. Trauma, Violence, & Abuse, 25(4), 2797–2813. https://doi.org/10.1177/15248380241226627
Smith, C. P. (2017). First, do no harm: Institutional betrayal and trust in health care organizations. Journal of Multidisciplinary Healthcare, 10, 133–144. https://doi.org/10.2147/JMDH.S125885
Smith, C. P., & Freyd, J. J. (2013). Dangerous safe havens: Institutional betrayal exacerbates sexual trauma. Journal of Traumatic Stress, 26(1), 119–124. https://doi.org/10.1002/jts.21778
Smith, C. P., & Freyd, J. J. (2014). Institutional betrayal. American Psychologist, 69(6), 575–587. https://doi.org/10.1037/a0037564
Smith, C. P., & Freyd, J. J. (2017). Insult, then injury: Interpersonal and institutional betrayal linked to health and dissociation. Journal of Aggression, Maltreatment & Trauma, 26(10), 1117–1131. https://doi.org/10.1080/10926771.2017.1322654