Ηθικός πανικός και ψυχική υγεία: Πότε η δημόσια συζήτηση υπερβάλλει;
Η ψυχική υγεία αποτελεί πλέον αντικείμενο ευρείας δημόσιας συζήτησης. Από τα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα μέχρι την καθημερινή επικοινωνία, όροι όπως «τραύμα», «ναρκισσισμός», «τοξικότητα», «κατάθλιψη» και «ΔΕΠΥ» χρησιμοποιούνται συχνά για να περιγράψουν εμπειρίες, συμπεριφορές και δυσκολίες της καθημερινής ζωής.
Η αυξημένη ορατότητα των ζητημάτων ψυχικής υγείας μπορεί να συμβάλει στην ενημέρωση, να μειώσει το στίγμα και να διευκολύνει την αναζήτηση βοήθειας. Ταυτόχρονα, όμως, η ταχύτητα με την οποία διαδίδονται οι πληροφορίες, η έμφαση σε εντυπωσιακές ιστορίες και η απλοποίηση σύνθετων επιστημονικών ευρημάτων μπορούν να δημιουργήσουν παρανοήσεις.
Πότε, λοιπόν, μια κοινωνική ανησυχία ανταποκρίνεται σε έναν πραγματικό κίνδυνο και πότε η δημόσια αντίδραση γίνεται δυσανάλογη προς τα διαθέσιμα στοιχεία;
Στην κοινωνιολογία, ο όρος «ηθικός πανικός» (moral panic) χρησιμοποιείται για να περιγράψει καταστάσεις στις οποίες ένα πρόσωπο, μια ομάδα ή μια συμπεριφορά παρουσιάζεται ως απειλή για την κοινωνία και η δημόσια αντίδραση ενισχύεται μέσα από υπερβολικές αναπαραστάσεις, γενικεύσεις και εκκλήσεις για έλεγχο ή παρέμβαση (Cohen, 1972).
Η εφαρμογή αυτής της έννοιας στη δημόσια συζήτηση για την ψυχική υγεία απαιτεί προσοχή. Δεν είναι κάθε έντονη ανησυχία υπερβολική, ούτε κάθε αυξημένη αναφορά σε ένα πρόβλημα αποτελεί ένδειξη πανικού.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η ένταση των δημόσιων ισχυρισμών και των προτεινόμενων αντιδράσεων αντιστοιχεί στην ποιότητα και στην ισχύ των διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων.
Τι είναι ο ηθικός πανικός;
Ο όρος συνδέεται με το έργο του κοινωνιολόγου Stanley Cohen, ο οποίος μελέτησε πώς συγκεκριμένες ομάδες και συμπεριφορές μπορούν να παρουσιαστούν ως απειλές για την κοινωνική τάξη και τις κυρίαρχες αξίες.
Σε έναν ηθικό πανικό, ένα σύνθετο κοινωνικό ζήτημα μπορεί να περιοριστεί σε μια απλουστευτική αφήγηση: εντοπίζεται μια υποτιθέμενη απειλή, αποδίδεται η ευθύνη σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή ομάδες και ενισχύεται η αίσθηση ότι απαιτούνται άμεσες και δραστικές λύσεις.
Στη διαδικασία αυτή, τα μέσα ενημέρωσης, οι δημόσιες τοποθετήσεις, οι κοινωνικές αντιδράσεις και οι θεσμικές παρεμβάσεις μπορεί να διαδραματίσουν διαφορετικούς ρόλους. Η επαναλαμβανόμενη προβολή ορισμένων περιστατικών μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ένα φαινόμενο είναι συχνότερο ή πιο ομοιογενές από όσο υποδεικνύουν τα διαθέσιμα δεδομένα.
Η έννοια δεν σημαίνει ότι το αρχικό πρόβλημα είναι απαραίτητα ανύπαρκτο. Ένα πραγματικό κοινωνικό ζήτημα μπορεί να συνοδεύεται από υπερβολικούς ισχυρισμούς, ανακριβείς γενικεύσεις ή δυσανάλογες αντιδράσεις.
Επομένως, χρειάζεται να διακρίνουμε δύο διαφορετικά ερωτήματα:
- Υπάρχει πράγματι το πρόβλημα που συζητείται;
- Αν υπάρχει, αποτυπώνεται με ακρίβεια η έκταση, η σοβαρότητα και η αιτιολογία του στη δημόσια συζήτηση;
Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν το αντικείμενο αφορά την ψυχική υγεία, καθώς τόσο η υποτίμηση πραγματικών δυσκολιών όσο και η υπερβολική ή ανακριβής παρουσίασή τους μπορεί να έχουν αρνητικές συνέπειες.
Πώς διαμορφώνεται ο ηθικός πανικός γύρω από την ψυχική υγεία;
Η δημόσια συζήτηση για την ψυχική υγεία δεν επηρεάζεται μόνο από την επιστημονική γνώση. Επηρεάζεται επίσης από τις κοινωνικές αντιλήψεις, τις προσωπικές εμπειρίες, τις πολιτισμικές αξίες και τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα γεγονότα. Ορισμένοι μηχανισμοί μπορούν να ενισχύσουν την υπερβολή ή την παραπληροφόρηση.
1. Η προβολή μεμονωμένων περιστατικών ως γενικού κανόνα
Μια ιδιαίτερα έντονη ή συγκλονιστική ιστορία μπορεί να προκαλέσει ισχυρή συναισθηματική αντίδραση. Ωστόσο, ένα περιστατικό, ακόμη και αν είναι απολύτως πραγματικό, δεν αρκεί για να εκτιμήσουμε πόσο συχνό είναι ένα φαινόμενο ή αν αντιπροσωπεύει την εμπειρία μιας ολόκληρης ομάδας.
Για παράδειγμα, η αναφορά σε μια σοβαρή αρνητική εμπειρία με έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας δεν τεκμηριώνει από μόνη της ότι μια ολόκληρη θεραπευτική προσέγγιση είναι αναποτελεσματική ή επικίνδυνη.
Αντίστοιχα, μια θετική προσωπική εμπειρία δεν αποδεικνύει ότι η ίδια προσέγγιση θα έχει τα ίδια αποτελέσματα για όλους.
Για να αξιολογήσουμε έναν γενικό ισχυρισμό, χρειαζόμαστε δεδομένα που να ανταποκρίνονται στο συγκεκριμένο ερώτημα και να λαμβάνουν υπόψη εναλλακτικές εξηγήσεις.
2. Η σύγχυση ανάμεσα στην ορατότητα και στην πραγματική συχνότητα
Όταν ένα ζήτημα προβάλλεται συχνότερα στα μέσα ενημέρωσης ή στα κοινωνικά δίκτυα, μπορεί να δημιουργείται η εντύπωση ότι έχει αυξηθεί αντίστοιχα και η συχνότητά του.
Ωστόσο, η αυξημένη ορατότητα μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες: μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθητοποίηση, λιγότερο στιγματισμό, αλλαγές στη διάγνωση, βελτιωμένη καταγραφή, μεταβολές στον τρόπο αναφοράς των περιστατικών ή πραγματική αύξηση ενός προβλήματος.
Οι παράγοντες αυτοί δεν είναι αμοιβαία αποκλειόμενοι.
Επομένως, για να εξετάσουμε αν ένα πρόβλημα ψυχικής υγείας έχει πράγματι αυξηθεί, χρειάζεται να εξετάζουμε συγκρίσιμα δεδομένα, τη χρονική περίοδο, τον πληθυσμό και τον τρόπο μέτρησης. Η συχνότερη αναφορά ενός όρου στο διαδίκτυο δεν αποτελεί από μόνη της μέτρο της συχνότητας μιας ψυχικής διαταραχής.
3. Η ενίσχυση της αγανάκτησης μέσω των κοινωνικών δικτύων
Οι Puryear et al. (2024), μέσα από οκτώ μελέτες, εξέτασαν τη σχέση μεταξύ της αντιλαμβανόμενης διαδικτυακής απήχησης και της ηθικής αγανάκτησης. Τα ευρήματά τους υποδεικνύουν ότι τα σήματα δημοφιλίας μπορούν να ενισχύσουν την έκφραση αγανάκτησης και την αντίληψη απειλής.
Το εύρημα αυτό δεν σημαίνει ότι τα κοινωνικά δίκτυα προκαλούν πάντοτε πανικό ή ότι το περιεχόμενο που γίνεται δημοφιλές είναι ανακριβές. Δείχνει, όμως, γιατί η δημοφιλία ενός ισχυρισμού δεν πρέπει να συγχέεται με την αξιοπιστία του.
4. Η χρήση επιστημονικών όρων χωρίς επαρκές πλαίσιο
Όροι που προέρχονται από την ψυχολογία και την ψυχιατρική χρησιμοποιούνται συχνά στην καθημερινή επικοινωνία με διαφορετική σημασία από εκείνη που έχουν στο επιστημονικό τους πλαίσιο. Για παράδειγμα, η λέξη «ναρκισσιστής» μπορεί να χρησιμοποιείται για οποιονδήποτε συμπεριφέρθηκε εγωκεντρικά, ενώ ο όρος «τραύμα» μπορεί να περιγράφει κάθε δυσάρεστη ή απογοητευτική εμπειρία.
Η καθημερινή χρήση των λέξεων δεν είναι από μόνη της λανθασμένη. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν μια καθημερινή περιγραφή μετατρέπεται σε ισχυρισμό για μια κλινική κατάσταση, χωρίς επαρκή αξιολόγηση. Η διάκριση ανάμεσα στην αναγνώριση μιας δυσκολίας και στην απόδοση μιας διάγνωσης είναι απαραίτητη. Μια συμπεριφορά μπορεί να μας προβληματίζει ή να μας πληγώνει χωρίς να γνωρίζουμε αν σχετίζεται με κάποια ψυχική διαταραχή.
Δείτε περισσότερες πληροφορίες και στο άρθρο μας Ναρκισσισμός, Τραύμα, Gaslighting: Πώς οι κλινικοί όροι έγιναν hashtags
Πότε η αυξημένη ευαισθητοποίηση είναι χρήσιμη και πότε οδηγεί σε υπερβολές;
Η συζήτηση για την ψυχική υγεία έχει ουσιαστική κοινωνική αξία. Μπορεί να βοηθήσει ανθρώπους να αναγνωρίσουν δυσκολίες που προηγουμένως δεν κατανοούσαν, να αναζητήσουν υποστήριξη και να μιλήσουν για εμπειρίες που συνδέονταν με ντροπή ή κοινωνικό αποκλεισμό.
Η κριτική απέναντι στην υπερβολή δεν πρέπει να μετατρέπεται σε αμφισβήτηση της ψυχικής δυσφορίας ή σε επιστροφή σε στερεότυπα που δυσκολεύουν την αναζήτηση βοήθειας.
Από την άλλη πλευρά, η αυξημένη ευαισθητοποίηση δεν σημαίνει ότι κάθε δυσάρεστη εμπειρία αποτελεί ψυχική διαταραχή ή ότι κάθε δυσκολία στις διαπροσωπικές σχέσεις συνιστά κακοποίηση.
Η διάκριση απαιτεί προσοχή σε τέσσερα σημεία:
- Αναγνώριση της εμπειρίας: Ένας άνθρωπος μπορεί να υποφέρει πραγματικά, ακόμη και όταν δεν πληρούνται τα κριτήρια κάποιας ψυχικής διαταραχής.
- Κλινική αξιολόγηση: Η διάγνωση απαιτεί κατάλληλη αξιολόγηση και δεν μπορεί να συναχθεί μόνο από μια ανάρτηση ή μια σύντομη περιγραφή.
- Επιστημονική τεκμηρίωση: Οι ισχυρισμοί για τη συχνότητα, τις αιτίες και τις συνέπειες ενός φαινομένου χρειάζονται δεδομένα ανάλογα με το ερώτημα.
- Αναλογικότητα της αντίδρασης: Οι προτεινόμενες λύσεις πρέπει να ανταποκρίνονται στη σοβαρότητα και στα χαρακτηριστικά του προβλήματος, χωρίς να στιγματίζουν αδικαιολόγητα πρόσωπα ή ομάδες.
Η υπεύθυνη ενημέρωση δεν υποβαθμίζει τις δυσκολίες των ανθρώπων. Αντίθετα, προσπαθεί να τις κατανοήσει με ακρίβεια, χωρίς να μετατρέπει κάθε κοινωνική ανησυχία σε βεβαιότητα ή κάθε διαφωνία σε απόδειξη κινδύνου.
Πώς ξεχωρίζουμε τα επιστημονικά δεδομένα από τις κοινωνικές φοβίες;
Δεν υπάρχει ένας απλός δείκτης που να μας επιτρέπει να χαρακτηρίσουμε μια δημόσια συζήτηση ως ηθικό πανικό. Μπορούμε, ωστόσο, να εξετάζουμε συστηματικά ορισμένες πτυχές της.
Πρώτον, εξετάζουμε τι ακριβώς ισχυρίζεται η πηγή. Περιγράφει μια προσωπική εμπειρία, παρουσιάζει ένα ερευνητικό εύρημα ή διατυπώνει έναν γενικό ισχυρισμό για την κοινωνία; Οι τρεις αυτές μορφές πληροφορίας δεν έχουν την ίδια αποδεικτική ισχύ.
Δεύτερον, αναζητούμε την αρχική πηγή. Μια αναφορά σε επιστημονική μελέτη δεν αρκεί, αν δεν γνωρίζουμε τι εξέτασε, ποιον πληθυσμό περιέλαβε και ποια ήταν τα πραγματικά αποτελέσματά της.
Τρίτον, ελέγχουμε αν τα συμπεράσματα είναι ανάλογα των δεδομένων. Μια συσχέτιση δεν αποδεικνύει απαραίτητα αιτιότητα. Ένα εύρημα σε συγκεκριμένο δείγμα δεν μπορεί να γενικευθεί αυτόματα σε ολόκληρο τον πληθυσμό.
Τέταρτον, εξετάζουμε αν παρουσιάζονται εναλλακτικές εξηγήσεις. Η παράλειψη άλλων πιθανών παραγόντων μπορεί να οδηγήσει σε υπεραπλουστευτικά συμπεράσματα.
Πέμπτον, παρατηρούμε τη γλώσσα που χρησιμοποιείται. Απόλυτες διατυπώσεις, όπως «όλοι», «πάντα», «ποτέ» ή «αυτό αποδεικνύει ότι», χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή όταν αφορούν σύνθετα ανθρώπινα φαινόμενα.
Τέλος, διακρίνουμε την επιστημονική αβεβαιότητα από την απουσία γνώσης. Το γεγονός ότι μια επιστημονική ερώτηση δεν έχει οριστική απάντηση δεν σημαίνει ότι δεν διαθέτουμε χρήσιμα δεδομένα. Αντίστοιχα, το γεγονός ότι υπάρχει μια μελέτη δεν σημαίνει ότι το ζήτημα έχει επιλυθεί.
Η επιστημονική σκέψη δεν απαιτεί να απορρίπτουμε κάθε νέο ισχυρισμό. Απαιτεί να προσαρμόζουμε τον βαθμό βεβαιότητάς μας στην ποιότητα των διαθέσιμων στοιχείων.
Ποιες είναι οι συνέπειες όταν η δημόσια συζήτηση απομακρύνεται από τα δεδομένα;
Οι υπερβολικές γενικεύσεις γύρω από την ψυχική υγεία μπορούν να έχουν διαφορετικές συνέπειες.
Μπορεί να ενισχύσουν τον στιγματισμό, όταν μια ψυχική διαταραχή παρουσιάζεται ως ένδειξη επικινδυνότητας ή ηθικής ανεπάρκειας. Μπορεί επίσης να οδηγήσουν σε αυτοδιάγνωση χωρίς επαρκή αξιολόγηση ή στην ερμηνεία κάθε δυσκολίας μέσα από έναν κλινικό όρο.
Από την άλλη πλευρά, η αμφισβήτηση πραγματικών προβλημάτων ως «υπερβολών» μπορεί να αποθαρρύνει ανθρώπους από το να μιλήσουν για τις εμπειρίες τους ή να αναζητήσουν υποστήριξη.
Η έρευνα των Pavlova και Berkers (2020) για τη δημόσια συζήτηση γύρω από την ψυχική υγεία στο Twitter ανέδειξε ότι τα κοινωνικά δίκτυα μπορούν να λειτουργούν τόσο ως χώροι ενημέρωσης και κοινωνικής υποστήριξης όσο και ως περιβάλλοντα όπου αναπαράγονται στερεότυπα και στιγματιστικές αναπαραστάσεις.
Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι να περιοριστεί η δημόσια συζήτηση για την ψυχική υγεία. Είναι να βελτιωθεί η ποιότητά της.
Χρειαζόμαστε ενημέρωση που να αναγνωρίζει πραγματικές δυσκολίες, να αποφεύγει τις ατεκμηρίωτες γενικεύσεις και να διατηρεί τη διάκριση ανάμεσα στην προσωπική εμπειρία, την κοινωνική ερμηνεία και την επιστημονική γνώση.
Συμπέρασμα
Ο ηθικός πανικός αποτελεί χρήσιμη έννοια για να εξετάσουμε πώς οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται και αντιμετωπίζουν ορισμένες απειλές. Δεν πρέπει, όμως, να χρησιμοποιείται ως εύκολος χαρακτηρισμός κάθε δημόσιας ανησυχίας ή κάθε προσπάθειας ευαισθητοποίησης. Στον χώρο της ψυχικής υγείας, η πρόκληση είναι διπλή: να μην υποτιμούμε πραγματικά προβλήματα και ταυτόχρονα να μην παρουσιάζουμε ως επιστημονικά δεδομένα ισχυρισμούς που δεν υποστηρίζονται επαρκώς.
Για να πετύχουμε αυτή την ισορροπία, χρειάζεται να εξετάζουμε την ποιότητα των πηγών, τη μεθοδολογία των ερευνών, τα όρια των συμπερασμάτων και τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρονται τα επιστημονικά ευρήματα στη δημόσια συζήτηση. Η επιστημονική ενημέρωση δεν σημαίνει ότι αποφεύγουμε την ανησυχία ή την κριτική. Σημαίνει ότι δεν επιτρέπουμε στην ένταση της αντίδρασης να υποκαθιστά την αξιολόγηση των δεδομένων.
Βιβλιογραφία
Cohen, S. (1972). Folk devils and moral panics: The creation of the Mods and Rockers. MacGibbon and Kee.
Pavlova, A., & Berkers, P. (2020). Mental health discourse and social media: Which mechanisms of cultural power drive discourse on Twitter. Social Science & Medicine, 263, Article 113250. https://doi.org/10.1016/j.socscimed.2020.113250
Puryear, C., Vandello, J. A., & Gray, K. (2024). Moral panics on social media are fueled by signals of virality. Journal of Personality and Social Psychology, 127(1), 84–103. https://doi.org/10.1037/pspa0000379
Walsh, J. P. (2020). Social media and moral panics: Assessing the effects of technological change on societal reaction. International Journal of Cultural Studies, 23(6). https://doi.org/10.1177/1367877920912257