Η σημασία της ανεξάρτητης πραγματογνωμοσύνης σε υποθέσεις κακοποίησης και έμφυλης βίας
Οι υποθέσεις κακοποίησης και έμφυλης βίας αποτελούν από τις πλέον σύνθετες και απαιτητικές διαδικασίες στο πλαίσιο της απονομής της δικαιοσύνης. Συχνά δεν υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες ή άμεσα αποδεικτικά στοιχεία, ενώ η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών, της ψυχολογικής κατάστασης των εμπλεκομένων και των επιπτώσεων της τραυματικής εμπειρίας αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανεξάρτητη ψυχολογική πραγματογνωμοσύνη μπορεί να αποτελέσει ένα ουσιαστικό επιστημονικό εργαλείο για την υποστήριξη της δικαστικής κρίσης, αρκεί να πραγματοποιείται με αντικειμενικότητα, επιστημονική τεκμηρίωση και αυστηρή τήρηση της επαγγελματικής δεοντολογίας (American Psychological Association [APA], 2013).
Η αποστολή του πραγματογνώμονα δεν είναι να επιβεβαιώσει ή να απορρίψει τους ισχυρισμούς κάποιου από τα εμπλεκόμενα μέρη ούτε να λειτουργήσει ως συνήγορος υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς. Αντίθετα, ο ρόλος του είναι να αξιολογήσει αντικειμενικά τα διαθέσιμα δεδομένα, να χρησιμοποιήσει επιστημονικά τεκμηριωμένες μεθόδους αξιολόγησης και να παρουσιάσει τα ευρήματά του με σαφήνεια, αναγνωρίζοντας παράλληλα τα όρια της αξιολόγησης. Η ανεξαρτησία αποτελεί θεμελιώδη αρχή της δικανικής ψυχολογίας και προϋπόθεση για την αξιοπιστία κάθε πραγματογνωμοσύνης (APA, 2013).
Η ανάγκη αυτή είναι ακόμη μεγαλύτερη στις υποθέσεις κακοποίησης και έμφυλης βίας, όπου οι έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις, οι κοινωνικές προκαταλήψεις και τα στερεότυπα μπορούν να επηρεάσουν τόσο την ερμηνεία των γεγονότων όσο και την αξιολόγηση των εμπλεκομένων. Η διεθνής βιβλιογραφία έχει αναδείξει ότι μύθοι σχετικά με τη σεξουαλική βία, την ενδοοικογενειακή κακοποίηση ή τη συμπεριφορά των θυμάτων μπορούν να οδηγήσουν σε λανθασμένες ερμηνείες, εάν δεν αναγνωρίζονται και δεν αντιμετωπίζονται με επιστημονική επάρκεια (World Health Organization, 2021).
Τι είναι η Trauma-Informed προσέγγιση
Παράλληλα, η σύγχρονη δικανική ψυχολογία υιοθετεί ολοένα και περισσότερο την trauma-informed προσέγγιση. Η προσέγγιση αυτή βασίζεται στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο το ψυχολογικό τραύμα επηρεάζει τη μνήμη, τη συμπεριφορά, τη συναισθηματική έκφραση και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Ένα άτομο που έχει βιώσει τραυματικές εμπειρίες ενδέχεται να παρουσιάζει αποσπασματικές αναμνήσεις, καθυστέρηση στην αποκάλυψη των γεγονότων, δυσκολία στη χρονολογική αφήγηση ή ακόμη και περιορισμένη συναισθηματική έκφραση. Τα χαρακτηριστικά αυτά αποτελούν αναγνωρισμένες αντιδράσεις στο τραύμα και δεν μπορούν να αξιολογούνται ως ενδείξεις αναξιοπιστίας χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση (Substance Abuse and Mental Health Services Administration [SAMHSA], 2014).
Η trauma-informed αξιολόγηση δεν συνεπάγεται ότι ο πραγματογνώμονας αποδέχεται άκριτα κάθε ισχυρισμό ούτε ότι υιοθετεί τη θέση οποιουδήποτε από τα εμπλεκόμενα μέρη. Αντίθετα, προϋποθέτει ότι η αξιολόγηση πραγματοποιείται με γνώση της ψυχοπαθολογίας του τραύματος, αποφεύγοντας δευτερογενή θυματοποίηση και λαμβάνοντας υπόψη τις επιστημονικά τεκμηριωμένες επιδράσεις των τραυματικών εμπειριών στη λειτουργικότητα του ατόμου (SAMHSA, 2014).
Εξίσου σημαντική είναι η χρήση αξιόπιστων ψυχομετρικών εργαλείων, όταν αυτά ενδείκνυνται, σε συνδυασμό με κλινική συνέντευξη, αναλυτική λήψη ιστορικού και διασταύρωση των διαθέσιμων πληροφοριών. Η δικανική αξιολόγηση δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην προσωπική εντύπωση του ειδικού ούτε σε μία μόνο πηγή δεδομένων. Η τεκμηρίωση των συμπερασμάτων μέσα από πολλαπλές πηγές πληροφοριών αποτελεί βασική αρχή της επιστημονικής αξιοπιστίας (Heilbrun, 2001).
Παράλληλα, η επαγγελματική δεοντολογία επιβάλλει στον πραγματογνώμονα να ενεργεί με αμεροληψία, να αποφεύγει τις συγκρούσεις συμφερόντων και να διατυπώνει μόνο συμπεράσματα που μπορούν να υποστηριχθούν από τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα. Η υπέρβαση των ορίων της επιστημονικής γνώσης ή η διατύπωση απόλυτων βεβαιοτήτων χωρίς επαρκή τεκμηρίωση μπορεί να μειώσει την αξιοπιστία της γνωμοδότησης και να επηρεάσει αρνητικά τη δικαστική διαδικασία (APA, 2017).
Η ανεξάρτητη πραγματογνωμοσύνη δεν αποσκοπεί στην αντικατάσταση του έργου του δικαστηρίου. Αντίθετα, αποτελεί ένα εξειδικευμένο επιστημονικό μέσο που συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση των ψυχολογικών παραμέτρων μιας υπόθεσης. Η τελική κρίση ανήκει πάντοτε στις δικαστικές αρχές, οι οποίες συνεκτιμούν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης.
Η διεθνής διάσταση: Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης και ο ρόλος της αντικειμενικής αξιολόγησης
Η σημασία της ανεξάρτητης και επιστημονικά τεκμηριωμένης πραγματογνωμοσύνης αναγνωρίζεται και σε διεθνές επίπεδο. Η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας, γνωστή ως Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, υπογραμμίζει ότι τα κράτη οφείλουν να διασφαλίζουν διαδικασίες που προστατεύουν τα δικαιώματα των θυμάτων και βασίζονται σε επιστημονικά τεκμηριωμένες πρακτικές, χωρίς διακρίσεις, στερεότυπα ή προκαταλήψεις (Council of Europe, 2011).
Στο ίδιο πλαίσιο, η Ομάδα Εμπειρογνωμόνων για τη Δράση κατά της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας (GREVIO) έχει επισημάνει επανειλημμένα ότι οι επαγγελματίες που συμμετέχουν σε δικαστικές διαδικασίες θα πρέπει να διαθέτουν εξειδικευμένη εκπαίδευση στις επιπτώσεις του τραύματος, στις δυναμικές της έμφυλης βίας και στην αποφυγή στερεοτυπικών αντιλήψεων που ενδέχεται να επηρεάσουν την αξιολόγηση μιας υπόθεσης (GREVIO, 2019).
Η ανάγκη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς οι αντιδράσεις ενός ατόμου μετά από τραυματικά γεγονότα δεν ακολουθούν πάντοτε τα στερεότυπα που συχνά επικρατούν στη δημόσια αντίληψη. Για παράδειγμα, η καθυστερημένη αποκάλυψη ενός περιστατικού, οι αποσπασματικές αναμνήσεις, η φαινομενικά «ουδέτερη» συναισθηματική έκφραση ή ακόμη και η συνέχιση της επικοινωνίας με τον φερόμενο ως δράστη έχουν περιγραφεί στη βιβλιογραφία ως πιθανές αντιδράσεις στο ψυχολογικό τραύμα και δεν μπορούν να ερμηνεύονται αυτόματα ως ένδειξη αναξιοπιστίας ή αναλήθειας (SAMHSA, 2014).
Για τον λόγο αυτό, μια trauma-informed πραγματογνωμοσύνη δεν προδικάζει την έκβαση μιας υπόθεσης ούτε επιβεβαιώνει άκριτα τους ισχυρισμούς οποιουδήποτε εμπλεκόμενου. Αντίθετα, επιδιώκει την αντικειμενική αξιολόγηση όλων των διαθέσιμων δεδομένων μέσα από το πρίσμα της σύγχρονης επιστημονικής γνώσης για το ψυχολογικό τραύμα. Η προσέγγιση αυτή συμβάλλει τόσο στην προστασία των δικαιωμάτων των πιθανών θυμάτων όσο και στη διασφάλιση μιας δίκαιης διαδικασίας για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη.
Η ανεξαρτησία του πραγματογνώμονα αποτελεί, συνεπώς, θεμελιώδη προϋπόθεση για την αξιοπιστία της διαδικασίας. Ο ειδικός οφείλει να παραμένει ανεπηρέαστος από κοινωνικές πιέσεις, προσωπικές πεποιθήσεις ή προκαταλήψεις και να διατυπώνει συμπεράσματα αποκλειστικά βάσει των διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων. Μόνο μέσα από μια αντικειμενική, μεθοδολογικά τεκμηριωμένη και δεοντολογικά ορθή αξιολόγηση μπορεί η ψυχολογική πραγματογνωμοσύνη να συμβάλει ουσιαστικά στην απονομή της δικαιοσύνης.
Η χρήση επιστημονικά τεκμηριωμένων μεθόδων, η αντικειμενικότητα και η αυστηρή τήρηση της επαγγελματικής δεοντολογίας αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη σύνταξη αξιόπιστων εκθέσεων, οι οποίες μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην απονομή της δικαιοσύνης και στην προστασία των δικαιωμάτων όλων των εμπλεκομένων.
Βιβλιογραφία
American Psychological Association. (2013). Specialty Guidelines for Forensic Psychology. American Psychologist, 68(1), 7–19.
American Psychological Association. (2017). Ethical Principles of Psychologists and Code of Conduct.
Council of Europe. (2011). Council of Europe Convention on Preventing and Combating Violence against Women and Domestic Violence (CETS No. 210).
Group of Experts on Action against Violence against Women and Domestic Violence (GREVIO). (2019). Baseline Evaluation Report: Greece.
Heilbrun, K. (2001). Principles of Forensic Mental Health Assessment. Kluwer Academic/Plenum Publishers.
Substance Abuse and Mental Health Services Administration. (2014). SAMHSA’s Concept of Trauma and Guidance for a Trauma-Informed Approach.
World Health Organization. (2021). Violence against women prevalence estimates, 2018.