(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Ανεπαρκώς τεκμηριωμένες ψυχολογικές γνωματεύσεις: Πώς μπορούν να επηρεάσουν την απονομή της δικαιοσύνης;

Η ψυχολογική γνωμάτευση αποτελεί ένα σημαντικό επιστημονικό εργαλείο, το οποίο χρησιμοποιείται συχνά στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών. Σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, σεξουαλικής κακοποίησης, επιμέλειας ανηλίκων, αποζημιώσεων λόγω ψυχικής βλάβης ή εκτίμησης της επικινδυνότητας ενός ατόμου, οι δικαστικές αρχές καλούνται να αξιολογήσουν γνωματεύσεις και πραγματογνωμοσύνες που συντάσσονται από επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Για τον λόγο αυτό, η επιστημονική ποιότητα και η μεθοδολογική επάρκεια μιας αξιολόγησης δεν αποτελούν μόνο ζήτημα επαγγελματικής δεοντολογίας, αλλά παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την απονομή της δικαιοσύνης (American Psychological Association [APA], 2013).

Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι μια ανεπαρκώς τεκμηριωμένη γνωμάτευση δεν είναι ταυτόσημη με μια ψευδή γνωμάτευση. Η πρώτη αφορά περιπτώσεις στις οποίες η αξιολόγηση παρουσιάζει μεθοδολογικές αδυναμίες, όπως ελλιπή συλλογή πληροφοριών, ανεπαρκή αιτιολόγηση των συμπερασμάτων ή μη χρήση κατάλληλων εργαλείων αξιολόγησης. Αντίθετα, ο χαρακτηρισμός μιας γνωμάτευσης ως ψευδούς αποτελεί νομικό ζήτημα που προϋποθέτει διαφορετική αξιολόγηση και δεν μπορεί να συναχθεί αποκλειστικά από την επιστημονική της ποιότητα.

Η δικανική ψυχολογία διαφέρει ουσιαστικά από την κλινική ψυχολογία. Στο θεραπευτικό πλαίσιο, ο ψυχολόγος έχει ως κύριο στόχο την κατανόηση και τη θεραπευτική υποστήριξη του ατόμου. Στο δικανικό πλαίσιο, όμως, ο ειδικός καλείται να απαντήσει σε συγκεκριμένα νομικά ερωτήματα, διατηρώντας αντικειμενικότητα, επιστημονική ουδετερότητα και ανεξαρτησία από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Η αξιολόγηση δεν αποσκοπεί στην υπεράσπιση ή στην ενοχοποίηση κάποιου, αλλά στην παροχή αξιόπιστων επιστημονικών δεδομένων προς το δικαστήριο (APA, 2013).

Σύμφωνα με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες για τη δικανική ψυχολογία, μια επιστημονικά αξιόπιστη γνωμάτευση πρέπει να βασίζεται σε πολλαπλές πηγές πληροφοριών. Η κλινική συνέντευξη αποτελεί βασικό στοιχείο της αξιολόγησης, ωστόσο από μόνη της δεν αρκεί για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Η λήψη αναλυτικού ιστορικού, η εξέταση σχετικών εγγράφων, η αξιοποίηση πληροφοριών από τρίτες πηγές όταν αυτό είναι εφικτό και η χρήση σταθμισμένων ψυχομετρικών εργαλείων αυξάνουν σημαντικά την αξιοπιστία της αξιολόγησης (Heilbrun, 2001).

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η χρήση ψυχομετρικών εργαλείων με τεκμηριωμένη αξιοπιστία και εγκυρότητα. Εργαλεία όπως το MMPI-2, το MMPI-3 ή άλλα κατάλληλα σταθμισμένα ψυχομετρικά μέσα δεν αντικαθιστούν την κλινική κρίση, αλλά λειτουργούν συμπληρωματικά, προσφέροντας αντικειμενικά δεδομένα που μπορούν να υποστηρίξουν ή να διαφοροποιήσουν τις κλινικές υποθέσεις. Παράλληλα, ο ειδικός οφείλει να αναγνωρίζει τα όρια κάθε εργαλείου και να αποφεύγει την εξαγωγή συμπερασμάτων που δεν υποστηρίζονται από τα διαθέσιμα δεδομένα (APA, 2020).

Αντίθετα, όταν μια γνωμάτευση βασίζεται αποκλειστικά σε μία σύντομη συνέντευξη, δεν περιλαμβάνει σαφή περιγραφή της μεθοδολογίας που ακολουθήθηκε ή καταλήγει σε κατηγορηματικά συμπεράσματα χωρίς επαρκή αιτιολόγηση, η αξιοπιστία της μειώνεται σημαντικά. Η επιστημονική τεκμηρίωση απαιτεί διαφάνεια ως προς τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν, τα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν και τον τρόπο με τον οποίο προέκυψαν τα τελικά συμπεράσματα. Επιπλέον, αποτελεί καλή επιστημονική πρακτική ο πραγματογνώμονας να αναφέρει και τους περιορισμούς της αξιολόγησης, αναγνωρίζοντας τα σημεία στα οποία τα διαθέσιμα δεδομένα δεν επιτρέπουν απόλυτες βεβαιότητες.

Οι συνέπειες μιας ανεπαρκώς τεκμηριωμένης αξιολόγησης μπορεί να είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Σε υποθέσεις επιμέλειας ανηλίκων, για παράδειγμα, ενδέχεται να επηρεαστούν αποφάσεις που καθορίζουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα μεγαλώσει ένα παιδί. Σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής ή σεξουαλικής βίας, η αξιολόγηση της ψυχικής κατάστασης του θύματος ή του φερόμενου ως δράστη μπορεί να αποτελέσει ένα από τα στοιχεία που θα συνεκτιμήσει το δικαστήριο. Αντίστοιχα, στις αστικές υποθέσεις αποζημίωσης, η εκτίμηση της ψυχικής βλάβης μπορεί να επηρεάσει το ύψος της αποζημίωσης ή τη δικαστική κρίση ως προς τη βαρύτητα των συνεπειών. Βεβαίως, η ψυχολογική γνωμάτευση δεν υποκαθιστά την κρίση του δικαστηρίου· αποτελεί ένα αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο αξιολογείται σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα στοιχεία της υπόθεσης.

Η αξιοπιστία μιας πραγματογνωμοσύνης εξαρτάται, επομένως, όχι από το εάν το συμπέρασμά της είναι ευνοϊκό για κάποιο από τα εμπλεκόμενα μέρη, αλλά από το κατά πόσο στηρίζεται σε επιστημονικά αποδεκτές μεθόδους, αντικειμενικά δεδομένα και σαφή αιτιολόγηση. Η δικανική ψυχολογία απαιτεί εξειδικευμένη εκπαίδευση, συνεχή επιστημονική κατάρτιση και αυστηρή προσήλωση στις αρχές της δεοντολογίας, καθώς οι αξιολογήσεις που πραγματοποιούνται μπορούν να έχουν καθοριστικές επιπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων.

Οι Πραγματογνωμοσύνες και Γνωμοδοτικές Εκθέσεις χρειάζεται να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες της δικανικής ψυχολογίας, αξιοποιώντας επιστημονικά τεκμηριωμένες μεθόδους αξιολόγησης και, όπου ενδείκνυται, έγκυρα ψυχομετρικά εργαλεία. Στόχος είναι η σύνταξη αντικειμενικών, τεκμηριωμένων και επιστημονικά αξιόπιστων εκθέσεων, οι οποίες μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη διερεύνηση των πραγματικών δεδομένων κάθε υπόθεσης.

Βιβλιογραφία

American Psychological Association. (2013). Specialty guidelines for forensic psychology. American Psychologist, 68(1), 7–19.

American Psychological Association. (2020). Publication manual of the American Psychological Association (7th ed.).

Heilbrun, K. (2001). Principles of forensic mental health assessment. Kluwer Academic/Plenum Publishers.