(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Η αναζήτηση της βεβαιότητας ως μηχανισμός διατήρησης του άγχους

Γιατί δυσκολευόμαστε τόσο να μην ξέρουμε;

Έχεις στείλει ένα μήνυμα και δεν έχεις λάβει απάντηση. Αρχίζεις να αναρωτιέσαι αν είπες κάτι λάθος, αν ο άλλος έχει θυμώσει ή αν έχει αλλάξει κάτι στη σχέση σας. Ελέγχεις ξανά το κινητό σου, διαβάζεις το μήνυμα που έστειλες και ζητάς από κάποιον φίλο να σου πει αν ακούστηκε περίεργο.

Για λίγο καθησυχάζεσαι. Στη συνέχεια, όμως, μια νέα αμφιβολία εμφανίζεται: «Κι αν δεν μου λέει όλη την αλήθεια;».

Μια παρόμοια διαδικασία μπορεί να εμφανιστεί όταν περιμένουμε τα αποτελέσματα μιας εξέτασης, όταν πρέπει να πάρουμε μια σημαντική απόφαση ή όταν δεν γνωρίζουμε πώς θα εξελιχθεί μια κατάσταση.

Η αβεβαιότητα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής ζωής. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι σκέφτονται οι άλλοι, πώς θα εξελιχθούν οι σχέσεις μας ή αν κάθε απόφαση θα έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ωστόσο, για ορισμένους ανθρώπους, το να μην έχουν μια ξεκάθαρη απάντηση δεν είναι απλώς δυσάρεστο. Μπορεί να προκαλεί έντονη ανησυχία και την επιτακτική ανάγκη να κάνουν κάτι για να την περιορίσουν.

Εδώ βρίσκεται μια σημαντική ψυχολογική διάκριση: άλλο είναι να επιδιώκουμε την απαραίτητη πληροφόρηση και άλλο να προσπαθούμε να εξαλείψουμε κάθε ενδεχόμενο αμφιβολίας.

Στη γνωσιακή-συμπεριφορική προσέγγιση, η δυσκολία ανοχής της αβεβαιότητας έχει μελετηθεί ως παράγοντας που σχετίζεται με το άγχος και την ανησυχία. Δεν αποτελεί από μόνη της διάγνωση, αλλά μπορεί να συμβάλλει στη διατήρηση ορισμένων δυσκολιών, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές ελέγχου και αναζήτησης διαβεβαίωσης (Rosser, 2019).

Τι είναι η δυσανεξία στην αβεβαιότητα;

Η δυσανεξία στην αβεβαιότητα (intolerance of uncertainty) περιγράφει την τάση να αντιλαμβανόμαστε την έλλειψη βεβαιότητας ως ιδιαίτερα απειλητική ή δύσκολα διαχειρίσιμη. Δεν αφορά απλώς την προτίμηση να γνωρίζουμε τι πρόκειται να συμβεί. Αφορά κυρίως τη δυσκολία να συνεχίσουμε τη ζωή μας όταν δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ένα ανεπιθύμητο ενδεχόμενο.

Για παράδειγμα, δύο άνθρωποι μπορεί να περιμένουν την απάντηση για μια επαγγελματική θέση. Και οι δύο ενδέχεται να αισθάνονται αγωνία. Ο πρώτος συνεχίζει τις δραστηριότητές του, αναγνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να επηρεάσει άμεσα την απόφαση. Ο δεύτερος μπορεί να ελέγχει διαρκώς το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του, να επανεξετάζει κάθε λεπτομέρεια της συνέντευξης και να δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί σε οτιδήποτε άλλο.

Η διαφορά δεν βρίσκεται απαραίτητα στην ένταση της αρχικής ανησυχίας, αλλά στον τρόπο με τον οποίο κάθε άτομο ανταποκρίνεται σε αυτήν.

Όταν η αβεβαιότητα εκλαμβάνεται ως κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να εξαλειφθεί, η προσοχή στρέφεται συνεχώς στην αναζήτηση μιας απάντησης. Η σκέψη μπορεί να περιστρέφεται γύρω από ερωτήματα όπως:

  • «Κι αν συμβεί κάτι κακό;»
  • «Πώς μπορώ να είμαι απολύτως σίγουρος/η;»
  • «Μήπως μου διαφεύγει κάτι σημαντικό;»
  • «Αν δεν ελέγξω ξανά, πώς θα ξέρω ότι όλα είναι εντάξει;»

Το πρόβλημα δεν είναι ότι αυτά τα ερωτήματα εμφανίζονται. Είναι ότι μπορεί να αρχίσουμε να πιστεύουμε πως πρέπει να απαντηθούν οριστικά προτού μπορέσουμε να ηρεμήσουμε ή να προχωρήσουμε.

Πώς η αναζήτηση βεβαιότητας μπορεί να συντηρεί το άγχος

Μια συμπεριφορά που μας ανακουφίζει προσωρινά δεν είναι απαραίτητα και η πιο βοηθητική μακροπρόθεσμα.

Ας υποθέσουμε ότι κάποιος ανησυχεί μήπως έχει προσβάλει έναν φίλο του. Του στέλνει ένα μήνυμα για να ρωτήσει αν όλα είναι καλά. Ο φίλος απαντά ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα και το άγχος μειώνεται.

Η ανακούφιση είναι πραγματική. Ωστόσο, αν το άτομο αρχίσει να αναζητά επανειλημμένα την ίδια επιβεβαίωση κάθε φορά που εμφανίζεται αμφιβολία, μπορεί να δημιουργηθεί ένας επαναλαμβανόμενος κύκλος:

Αβεβαιότητα → ανησυχία → έλεγχος ή αναζήτηση διαβεβαίωσης → προσωρινή ανακούφιση → νέα αμφιβολία.

Η προσωρινή μείωση του άγχους μπορεί να ενισχύσει την πιθανότητα να επαναλάβουμε τη συμπεριφορά στο μέλλον. Στη θεωρία της μάθησης, αυτή η διαδικασία συνδέεται με την αρνητική ενίσχυση: μια συμπεριφορά γίνεται πιθανότερο να επαναληφθεί επειδή απομακρύνει ή μειώνει προσωρινά ένα δυσάρεστο συναίσθημα.

Έτσι, το άτομο μπορεί σταδιακά να δυσκολεύεται να ανεχθεί την αμφιβολία χωρίς να ελέγξει, να ρωτήσει ή να αναζητήσει επιβεβαίωση.

Έρευνα σε άτομα που αναζητούσαν θεραπεία για διαταραχές άγχους και ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή έδειξε ότι η υπερβολική αναζήτηση διαβεβαίωσης σχετίζεται με την κλινική συμπτωματολογία, ενώ η μείωσή της κατά τη διάρκεια γνωσιακής-συμπεριφορικής θεραπείας συνδέθηκε με βελτίωση των συμπτωμάτων (Rector et al., 2019).

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε έλεγχος ή αίτημα επιβεβαίωσης είναι προβληματικό. Η σημασία του εξαρτάται από τη συχνότητα, το πλαίσιο, τη λειτουργία και τις συνέπειές του.

Οι πιο συνηθισμένοι τρόποι με τους οποίους αναζητούμε βεβαιότητα

Η ανάγκη για βεβαιότητα δεν εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους. Μπορεί να εμφανιστεί ως εξωτερική συμπεριφορά ή ως επαναλαμβανόμενη νοητική διαδικασία.

1. Συνεχής αναζήτηση διαβεβαίωσης

Ρωτάμε επανειλημμένα τους ίδιους ανθρώπους αν όλα είναι καλά, αν πήραμε τη σωστή απόφαση ή αν υπάρχει λόγος να ανησυχούμε. Ακόμη και όταν λαμβάνουμε μια απάντηση, μπορεί να δυσκολευόμαστε να τη διατηρήσουμε ως επαρκή και να χρειαζόμαστε μια νέα επιβεβαίωση.

2. Επαναλαμβανόμενος έλεγχος

Ελέγχουμε ξανά και ξανά τα μηνύματα, τα έγγραφα, τις εργασίες ή πληροφορίες που έχουμε ήδη εξετάσει. Ο έλεγχος μπορεί αρχικά να εξυπηρετεί έναν πρακτικό σκοπό, αλλά να γίνεται δυσανάλογος σε σχέση με τον πραγματικό κίνδυνο ή την πιθανότητα λάθους.

3. Υπερανάλυση και νοητική ανακύκλωση

Επανεξετάζουμε συζητήσεις, αποφάσεις και πιθανά σενάρια, προσπαθώντας να βρούμε την ερμηνεία που θα μας απαλλάξει από την αμφιβολία. Η σκέψη μπορεί να δίνει την αίσθηση ότι λύνουμε ένα πρόβλημα, ενώ στην πραγματικότητα επαναλαμβάνουμε τα ίδια ερωτήματα χωρίς να προκύπτουν νέα δεδομένα.

4. Αναβολή αποφάσεων

Περιμένουμε να αισθανθούμε απολύτως έτοιμοι ή σίγουροι προτού ενεργήσουμε. Ωστόσο, σε πολλές σημαντικές αποφάσεις δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε εκ των προτέρων όλες τις συνέπειες. Η αναμονή μπορεί επομένως να παρατείνεται, περιορίζοντας τη δράση μας.

5. Αποφυγή καταστάσεων με απρόβλεπτη έκβαση

Αποφεύγουμε μια συζήτηση, μια νέα δραστηριότητα ή μια ευκαιρία επειδή δεν γνωρίζουμε πώς θα εξελιχθεί. Η αποφυγή μπορεί να μειώνει την ανησυχία βραχυπρόθεσμα, αλλά ταυτόχρονα περιορίζει τις ευκαιρίες να διαπιστώσουμε ότι μπορούμε να διαχειριστούμε την αβεβαιότητα.

Οι παραπάνω συμπεριφορές δεν είναι από μόνες τους ενδείξεις κάποιας διαταραχής. Χρειάζεται να εξετάζουμε τη λειτουργία τους και το κατά πόσο επηρεάζουν ουσιαστικά την καθημερινότητα.

Γιατί η λογική διαβεβαίωση δεν αρκεί πάντα;

Όταν κάποιος ανησυχεί, είναι φυσικό να προσπαθεί να βρει λογικά επιχειρήματα που θα τον καθησυχάσουν. Μπορεί να εξετάσει τις πιθανότητες, να αναζητήσει πληροφορίες ή να συζητήσει το θέμα με έναν άνθρωπο που εμπιστεύεται.

Αυτές οι στρατηγικές μπορούν να είναι χρήσιμες. Η δυσκολία εμφανίζεται όταν η αναζήτηση πληροφοριών δεν έχει σαφές τέλος και κάθε απάντηση δημιουργεί την ανάγκη για μια ακόμη πιο συγκεκριμένη απάντηση.

Για παράδειγμα:

  • «Μου είπε ότι δεν είναι θυμωμένος μαζί μου».
  • «Κι αν το είπε απλώς για να μη με στενοχωρήσει;»
  • «Αν δεν ήταν θυμωμένος, γιατί απάντησε τόσο σύντομα;»
  • «Μήπως πρέπει να τον ρωτήσω ξανά;»

Σε αυτή την περίπτωση, η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο τα διαθέσιμα δεδομένα. Η απαίτηση έχει μετατοπιστεί προς την εξάλειψη κάθε εναλλακτικής εξήγησης.

Όμως, καμία διαβεβαίωση δεν μπορεί να προσφέρει απόλυτη εγγύηση για όλες τις πιθανές εκβάσεις. Όσο περισσότερο εξαρτάται η ηρεμία μας από την απόκτηση αυτής της εγγύησης, τόσο πιθανότερο είναι να χρειαστούμε νέα επιβεβαίωση όταν εμφανιστεί η επόμενη αμφιβολία.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να εγκαταλείψουμε τη λογική σκέψη ή να αγνοούμε πραγματικούς κινδύνους. Είναι να διακρίνουμε πότε χρειαζόμαστε ουσιαστική πληροφόρηση και πότε προσπαθούμε να εξασφαλίσουμε μια βεβαιότητα που δεν είναι διαθέσιμη.

Πώς μπορούμε να αλλάξουμε τη σχέση μας με την αβεβαιότητα;

Η αντιμετώπιση της δυσανεξίας στην αβεβαιότητα δεν προϋποθέτει να πάψουμε να ανησυχούμε. Προϋποθέτει να μάθουμε να ανταποκρινόμαστε διαφορετικά όταν η ανησυχία εμφανίζεται.

1. Αναγνωρίζουμε πότε έχουμε αρκετές πληροφορίες

Πριν αναζητήσουμε ακόμη μία απάντηση, μπορούμε να αναρωτηθούμε: «Υπάρχει κάποια ουσιαστική πληροφορία που μου λείπει ή προσπαθώ να αποκτήσω απόλυτη σιγουριά;».

Αν υπάρχει συγκεκριμένο πρακτικό ζήτημα, η αναζήτηση πληροφοριών μπορεί να είναι αναγκαία. Αν, αντίθετα, επαναλαμβάνουμε τον ίδιο έλεγχο χωρίς νέα δεδομένα, ίσως χρειάζεται να εξετάσουμε τη λειτουργία αυτής της συμπεριφοράς.

2. Διαχωρίζουμε την πιθανότητα από τη βεβαιότητα

Το ότι κάτι είναι πιθανό δεν σημαίνει ότι θα συμβεί. Αντίστοιχα, το ότι δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ένα ενδεχόμενο δεν σημαίνει ότι πρέπει να οργανώσουμε τη ζωή μας γύρω από αυτό.

Μπορούμε να αναγνωρίζουμε ένα ενδεχόμενο χωρίς να το αντιμετωπίζουμε ως δεδομένο ή ως κάτι που απαιτεί άμεση δράση.

3. Περιορίζουμε σταδιακά τους επαναλαμβανόμενους ελέγχους

Όταν ο έλεγχος έχει γίνει επαναλαμβανόμενη αντίδραση στην αμφιβολία, μπορούμε να εξασκηθούμε στο να καθυστερούμε έναν μη αναγκαίο έλεγχο ή να αποφεύγουμε την επανάληψή του χωρίς νέα αιτία.

Στόχος δεν είναι να παραλείπουμε ελέγχους που είναι πραγματικά απαραίτητοι για την ασφάλεια ή την ορθή εκτέλεση μιας εργασίας. Είναι να μειώνουμε τις συμπεριφορές που επαναλαμβάνονται κυρίως για να εξασφαλίσουμε προσωρινή ανακούφιση.

4. Εξασκούμαστε στην ανοχή της αμφιβολίας

Αντί να περιμένουμε να εξαφανιστεί η ανησυχία για να συνεχίσουμε μια δραστηριότητα, μπορούμε να δοκιμάσουμε να προχωρήσουμε ενώ εξακολουθούμε να νιώθουμε κάποια αβεβαιότητα.

Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι συνεχίζουμε την εργασία μας ενώ περιμένουμε μια απάντηση ή ότι παίρνουμε μια εύλογη απόφαση χωρίς να εξετάσουμε κάθε πιθανό σενάριο.

Με αυτόν τον τρόπο, η εμπειρία δεν περιορίζεται στο «τελικά όλα πήγαν καλά». Περιλαμβάνει και κάτι ακόμη: «Μπορώ να συνεχίσω ακόμη κι όταν δεν γνωρίζω ακριβώς τι θα συμβεί».

5. Εξετάζουμε τι εξυπηρετεί η ανησυχία

Μερικές φορές η συνεχής σκέψη μάς δίνει την αίσθηση ότι προετοιμαζόμαστε για κάθε ενδεχόμενο. Άλλες φορές λειτουργεί ως προσπάθεια να αποφύγουμε την ενοχή, την απογοήτευση ή το ενδεχόμενο ενός λάθους.

Μπορούμε να αναρωτηθούμε: «Η σκέψη αυτή με βοηθά να κάνω κάτι συγκεκριμένο ή απλώς με κρατά σε εγρήγορση;».

Η διάκριση αυτή μάς βοηθά να κατευθύνουμε την ενέργειά μας προς την επίλυση πραγματικών προβλημάτων, αντί να προσπαθούμε να επιλύσουμε νοητικά κάθε πιθανό μελλοντικό σενάριο.

Η ψυχοθεραπεία, ιδιαίτερα οι γνωσιακές-συμπεριφορικές παρεμβάσεις που εστιάζουν στη δυσανεξία στην αβεβαιότητα, μπορούν να βοηθήσουν στην αλλαγή αυτών των μοτίβων. Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση του 2024 εξέτασε την επίδραση της ψυχοθεραπείας στη δυσανεξία στην αβεβαιότητα, αναδεικνύοντας τη σημασία της ως θεραπευτικού στόχου (Näsling et al., 2024).

Πότε είναι χρήσιμο να αναζητήσουμε βοήθεια;

Η ανάγκη για επιβεβαίωση ή ο φόβος του αγνώστου δεν αποτελούν από μόνα τους ένδειξη ψυχολογικής διαταραχής. Είναι σημαντικό να αξιολογούμε πόσο συχνά εμφανίζονται, πόσο δύσκολα ελέγχονται και τι επιπτώσεις έχουν στη λειτουργικότητά μας.

Η υποστήριξη από επαγγελματία ψυχικής υγείας μπορεί να είναι χρήσιμη όταν:

  • η ανησυχία καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της ημέρας,
  • οι επαναλαμβανόμενοι έλεγχοι ή οι ερωτήσεις για επιβεβαίωση δυσκολεύονται να περιοριστούν,
  • η λήψη αποφάσεων καθυστερεί σημαντικά,
  • η αβεβαιότητα επηρεάζει τις σχέσεις, την εργασία ή την καθημερινή λειτουργικότητα,
  • η αποφυγή καταστάσεων περιορίζει τις δραστηριότητες και τις επιλογές μας.

Η αξιολόγηση χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη το συνολικό πλαίσιο, καθώς παρόμοιες συμπεριφορές μπορεί να εμφανίζονται για διαφορετικούς λόγους και να συνδέονται με διαφορετικές ψυχολογικές δυσκολίες.

Δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε τα πάντα για να προχωρήσουμε

Η βεβαιότητα έχει πραγματική αξία όταν βασίζεται σε επαρκή δεδομένα και μας βοηθά να παίρνουμε τεκμηριωμένες αποφάσεις. Δεν είναι, όμως, εφικτό να εξασφαλίσουμε ότι κάθε επιλογή μας θα είναι σωστή, ότι κάθε σχέση θα εξελιχθεί όπως επιθυμούμε ή ότι κάθε πιθανός κίνδυνος θα αποκλειστεί.

Όταν η ηρεμία μας εξαρτάται από την απόλυτη βεβαιότητα, η αναζήτησή της μπορεί να γίνει ατέρμονη. Κάθε απάντηση προσφέρει ανακούφιση, αλλά δεν αποκλείει την εμφάνιση μιας νέας αμφιβολίας.

Η ουσιαστική αλλαγή δεν βρίσκεται απαραίτητα στο να βρούμε την τέλεια απάντηση. Βρίσκεται στο να αναπτύξουμε την ικανότητα να αξιολογούμε τα διαθέσιμα δεδομένα, να αναγνωρίζουμε τα όρια της γνώσης μας και να συνεχίζουμε να ενεργούμε ακόμη και όταν δεν μπορούμε να προβλέψουμε τα πάντα.

Η ψυχολογική ανθεκτικότητα δεν προϋποθέτει την απουσία αβεβαιότητας. Προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την ικανότητα να τη διαχειριζόμαστε χωρίς να αφήνουμε την ανάγκη για απόλυτη σιγουριά να καθορίζει τις επιλογές μας.

Βιβλιογραφία

Näsling, J., Åström, E., Jacobsson, L., & Ljungberg, J. K. (2024). Effect of psychotherapy on intolerance of uncertainty: A systematic review and meta-analysis. Clinical Psychology & Psychotherapy, 31(4), Article e3026. https://doi.org/10.1002/cpp.3026

Rector, N. A., Katz, D. E., Quilty, L. C., Laposa, J. M., Collimore, K., & Kay, T. (2019). Reassurance seeking in the anxiety disorders and OCD: Construct validation, clinical correlates and CBT treatment response. Journal of Anxiety Disorders, 67, Article 102109. https://doi.org/10.1016/j.janxdis.2019.102109

Rosser, B. A. (2019). Intolerance of uncertainty as a transdiagnostic mechanism of psychological difficulties: A systematic review of evidence pertaining to causality and temporal precedence. Cognitive Therapy and Research, 43, 438–463. https://doi.org/10.1007/s10608-018-9964-z