Digital grounding: Είναι λογική τιμωρία να παίρνουμε το κινητό από έναν έφηβο;
«Αφού δεν ακούς, θα σου πάρω το κινητό.»
Είναι ίσως μία από τις πιο συνηθισμένες απειλές στην καθημερινότητα μιας οικογένειας με έφηβο. Το κινητό έχει γίνει τόσο σημαντικό κομμάτι της κοινωνικής ζωής των εφήβων, ώστε η αφαίρεσή του μοιάζει με μια ιδιαίτερα ισχυρή συνέπεια.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν το κινητό είναι «πολύτιμο» για τον έφηβο. Το ερώτημα είναι: τι ακριβώς προσπαθούμε να αλλάξουμε όταν του το παίρνουμε;
Και εδώ η απάντηση δεν είναι τόσο απλή.
Το κινητό δεν είναι απλώς μια συσκευή
Για έναν έφηβο, το smartphone μπορεί να λειτουργεί ταυτόχρονα ως μέσο επικοινωνίας, κοινωνικής συμμετοχής, ψυχαγωγίας, ενημέρωσης και πρόσβασης στην ομάδα των συνομηλίκων του.
Επομένως, η αφαίρεσή του δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με την απομάκρυνση ενός ακόμη παιχνιδιού ή μιας συσκευής. Αυτό έχει σημασία όταν οι γονείς χρησιμοποιούν την αφαίρεση του κινητού ως συνέπεια.
Αν, για παράδειγμα, ένας έφηβος παραβιάσει μια συμφωνημένη ώρα επιστροφής στο σπίτι και ο γονέας πει «αύριο δεν θα έχεις κινητό», η συνέπεια είναι σχετικά εύκολο να συνδεθεί με τη συμπεριφορά.
Αν, αντίθετα, ο έφηβος ξεχάσει να διαβάσει, απαντήσει απότομα στον γονέα του και χάσει έναν σχολικό αγώνα —και για όλα αυτά του αφαιρεθεί το κινητό για μία εβδομάδα— η σύνδεση μεταξύ συμπεριφοράς και συνέπειας γίνεται πολύ πιο ασαφής.
Η συνέπεια μπορεί να υπάρχει χωρίς να υπάρχει απαραίτητα μάθηση.
Δεν είναι όλοι οι περιορισμοί ίδιοι
Η έρευνα για τη γονεϊκή διαμεσολάβηση της χρήσης ψηφιακών μέσων διακρίνει διαφορετικές πρακτικές, όπως η ενεργή συζήτηση με το παιδί, η παρακολούθηση και οι περιοριστικοί κανόνες (Nielsen et al., 2019). Και αυτή η διάκριση έχει σημασία.
Δεν είναι το ίδιο:
«Στο σπίτι μας το κινητό μένει εκτός δωματίου μετά τις 23:00.»
με το:
«Δεν ακούς, δώσε μου τώρα το κινητό σου.»
Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει ένας κανόνας που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων. Στη δεύτερη, έχουμε μια αντιδραστική συνέπεια μέσα σε μία ήδη φορτισμένη αλληλεπίδραση.
Συστηματική ανασκόπηση 27 μελετών με συνολικά 26.337 εφήβους έδειξε ότι διαφορετικές γονεϊκές πρακτικές συνδέονται διαφορετικά με τη χρήση των social media. Ειδικότερα, οι προληπτικοί περιορισμοί φάνηκε να συνδέονται με λιγότερη προβληματική χρήση, ενώ οι αντιδραστικές προσεγγίσεις συνδέονταν με περισσότερη χρήση. Οι συγγραφείς, ωστόσο, τονίζουν ότι τα αποτελέσματα διαφέρουν ανάλογα με την πρακτική και το οικογενειακό πλαίσιο (Morawska et al., 2026).
Αυτό δεν σημαίνει ότι «η απαγόρευση είναι κακή». Σημαίνει ότι ο τρόπος με τον οποίο τίθεται ο περιορισμός έχει σημασία.
Μπορεί η αφαίρεση ενός προνομίου να λειτουργήσει ως συνέπεια;
Ναι, αλλά χρειάζεται προσοχή στο τι ακριβώς εννοούμε με «λειτουργήσει».
Η αφαίρεση ενός προνομίου αποτελεί μη σωματική μορφή πειθαρχίας. Η έρευνα για τη γονεϊκή πειθαρχία δείχνει ότι η αποτελεσματικότητα μιας συνέπειας δεν εξαρτάται απλώς από το αν είναι «αυστηρή», αλλά και από τον τρόπο, το πλαίσιο και τη συνέπεια με την οποία εφαρμόζεται (Larzelere et al., 2010).
Μάλιστα, οι Larzelere et al. (2010) επισημαίνουν ότι το πώς και το πότε εφαρμόζεται μια πειθαρχική πρακτική μπορεί να είναι σημαντικότερο από το είδος της πρακτικής καθαυτό. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για το κινητό. Η αφαίρεσή του μπορεί να έχει άμεσο αποτέλεσμα: ο έφηβος σταματά να χρησιμοποιεί τη συσκευή.
Αυτό, όμως, δεν μας λέει αν έμαθε κάτι από τη συνέπεια. Ένας έφηβος μπορεί να συμμορφωθεί επειδή θέλει να πάρει πίσω το κινητό του, χωρίς να έχει κατανοήσει ποια συμπεριφορά έπρεπε να αλλάξει. Η συμμόρφωση και η μάθηση δεν είναι απαραίτητα το ίδιο πράγμα.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν το κινητό γίνεται «νόμισμα» κάθε σύγκρουσης
«Δεν έκανες τα μαθήματά σου → παίρνω το κινητό.»
«Μίλησες άσχημα → παίρνω το κινητό.»
«Δεν καθάρισες το δωμάτιό σου → παίρνω το κινητό.»
«Άργησες → παίρνω το κινητό.»
Όταν το κινητό χρησιμοποιείται ως καθολική ποινή, υπάρχει ένας κίνδυνος: να μετατραπεί η γονεϊκή σχέση σε μια διαρκή διαπραγμάτευση γύρω από την πρόσβαση στη συσκευή.
Η βιβλιογραφία δεν υποστηρίζει ότι οι περιοριστικές πρακτικές έχουν ένα ενιαίο αποτέλεσμα. Σε συστηματική ανασκόπηση για τη γονεϊκή διαμεσολάβηση και την προβληματική χρήση διαδικτύου ή online gaming σε εφήβους, οι περιοριστικές πρακτικές εμφάνιζαν αποτελέσματα που διέφεραν από μελέτη σε μελέτη και πιθανώς εξαρτώνταν από το είδος του περιορισμού. Αντίθετα, η ενεργή διαμεσολάβηση —δηλαδή η συζήτηση με τον έφηβο— φάνηκε να μπορεί να λειτουργεί προστατευτικά ειδικά για την προβληματική χρήση διαδικτύου (Nielsen et al., 2019).
Άρα το «βάζω όριο» και το «κόβω την πρόσβαση» δεν είναι απαραίτητα συνώνυμα.
Και τι γίνεται με την αυτονομία;
Η εφηβεία είναι περίοδος κατά την οποία η αυτονομία αποκτά αυξανόμενη σημασία. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι έφηβοι δεν χρειάζονται κανόνες. Σημαίνει ότι η σχέση τους με τους κανόνες αλλάζει.
Η πρόσφατη μετα-ανάλυση των Bradshaw et al. (2025), η οποία περιέλαβε 238 μελέτες και περισσότερους από 126.000 συμμετέχοντες, βρήκε ότι η γονεϊκή υποστήριξη της αυτονομίας συνδεόταν θετικά με την ευημερία των παιδιών, ενώ ο ψυχολογικός έλεγχος συνδεόταν με δυσμενέστερες εκβάσεις.
Γι’ αυτό υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο:
«Το κινητό θα μένει εκτός δωματίου μετά τις 23:00, γιατί έχουμε συμφωνήσει ότι αυτή είναι η ώρα ύπνου.»
και στο:
«Εγώ αποφασίζω πότε θα έχεις κινητό και πότε όχι.»
Και οι δύο φράσεις θέτουν περιορισμό. Μόνο η πρώτη, όμως, περιγράφει έναν προβλέψιμο κανόνα.
Δεν είναι μόνο θέμα κινητού. Είναι θέμα σχέσης.
Η χρήση των ψηφιακών μέσων δεν εξελίσσεται ανεξάρτητα από το οικογενειακό περιβάλλον. Σε προοπτική μελέτη 10.757 παιδιών ηλικίας 10–14 ετών από τη μελέτη ABCD, η μεγαλύτερη γονεϊκή παρακολούθηση συνδέθηκε με λιγότερο συνολικό χρόνο οθόνης, ενώ η μεγαλύτερη οικογενειακή σύγκρουση συνδέθηκε με περισσότερο χρόνο οθόνης (Al-Shoaibi et al., 2024).
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι η αφαίρεση του κινητού προκαλεί οικογενειακή σύγκρουση. Δείχνει όμως γιατί δεν είναι χρήσιμο να αντιμετωπίζουμε το ζήτημα αποκλειστικά ως πρόβλημα «συμμόρφωσης του εφήβου».
Αν κάθε συζήτηση για το κινητό καταλήγει σε φωνές, απειλές και αφαίρεση της συσκευής, το πρόβλημα μπορεί σταδιακά να γίνει λιγότερο «πόσο χρησιμοποιεί το κινητό» και περισσότερο «πώς διαχειρίζεται η οικογένεια τη σύγκρουση».
Και οι γονείς δεν είναι έξω από την εξίσωση
Υπάρχει, όμως, μια παράμετρος που συχνά λείπει από τη συζήτηση για το «πόσο χρησιμοποιεί το κινητό το παιδί»: πόσο συχνά χρησιμοποιεί το κινητό ο ίδιος ο γονέας όταν βρίσκεται μαζί με το παιδί του.
Ο όρος parental technoference περιγράφει την παρεμβολή της χρήσης τεχνολογίας στις καθημερινές αλληλεπιδράσεις γονέα–παιδιού. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο γονέας που κοιτάζει επανειλημμένα το κινητό του την ώρα που το παιδί μιλάει, τρώει μαζί του ή ζητά την προσοχή του. Η έρευνα έχει συνδέσει τέτοιες μορφές τεχνολογικής παρεμβολής με δυσκολίες στην ποιότητα της γονεϊκής αλληλεπίδρασης και, σε ορισμένες μελέτες, με περισσότερα προβλήματα συμπεριφοράς ή συναισθηματικές δυσκολίες στα παιδιά (Kildare & Middlemiss, 2017; McDaniel & Radesky, 2018).
Αυτό δεν σημαίνει ότι ένας γονέας πρέπει να μην αγγίζει ποτέ το κινητό του. Σημαίνει όμως ότι είναι δύσκολο να διδάξουμε στον έφηβο ότι «όταν είμαστε μαζί, αφήνουμε το κινητό στην άκρη», αν ο ίδιος ο γονέας δεν ακολουθεί αντίστοιχο κανόνα. Και εδώ εμφανίζεται μια ενδιαφέρουσα αντίφαση:
«Σου παίρνω το κινητό γιατί ασχολείσαι υπερβολικά μαζί του» δεν έχει το ίδιο μήνυμα όταν ο γονέας απαντά σε μηνύματα την ώρα που ο έφηβος του μιλάει.
Η γονεϊκή διαχείριση της ψηφιακής συμπεριφοράς, επομένως, δεν αφορά μόνο τους κανόνες που επιβάλλονται στο παιδί. Αφορά και το ψηφιακό πρότυπο που βλέπει το παιδί καθημερινά. Οι γονείς δεν χρειάζεται να είναι «τέλειοι χρήστες» της τεχνολογίας. Χρειάζεται όμως να αναγνωρίζουν ότι οι κανόνες που θέτουν έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να αποκτήσουν νόημα όταν συνοδεύονται από αντίστοιχες συμπεριφορές μέσα στην οικογένεια.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο:
«Πόσο χρόνο περνάει ο έφηβος στο κινητό του;»
Αλλά και:
«Τι μαθαίνει βλέποντας εμάς να χρησιμοποιούμε το δικό μας;»
Άρα, να του πάρουμε το κινητό ή όχι;
Η πιο χρήσιμη απάντηση δεν είναι ένα απόλυτο «ναι» ή «όχι».
Αν η αφαίρεση του κινητού χρησιμοποιηθεί ως συνέπεια, έχει περισσότερο νόημα όταν:
- υπάρχει σαφής κανόνας που έχει γνωστοποιηθεί εκ των προτέρων,
- η συνέπεια συνδέεται λογικά με τη συμπεριφορά,
- είναι συγκεκριμένη και χρονικά περιορισμένη,
- εφαρμόζεται με συνέπεια και όχι ανάλογα με τον θυμό της στιγμής,
- δεν χρησιμοποιείται για κάθε διαφορετικό πρόβλημα,
- και συνοδεύεται από συζήτηση για το ποια συμπεριφορά χρειάζεται να αλλάξει.
Αντίθετα, το «δώσε μου το κινητό σου για όσο αποφασίσω» μέσα σε έναν καβγά είναι πολύ διαφορετική πρακτική από έναν προβλέψιμο οικογενειακό κανόνα.
Και υπάρχει ακόμη μία σημαντική λεπτομέρεια: η πλήρης αφαίρεση της συσκευής δεν είναι πάντα η μόνη διαθέσιμη επιλογή. Όταν το κινητό χρησιμοποιείται για επικοινωνία, σχολικές ανάγκες ή ασφάλεια, μπορεί να είναι προτιμότερος ένας στοχευμένος περιορισμός της συγκεκριμένης προβληματικής χρήσης αντί για πλήρη αποσύνδεση.
Το «digital grounding» δεν χρειάζεται να είναι εξορία
Ο στόχος της πειθαρχίας δεν είναι απλώς να γίνει ο έφηβος υπάκουος για μερικές ώρες ή ημέρες. Η αποτελεσματική πειθαρχία αποσκοπεί στη διδασκαλία κατάλληλης συμπεριφοράς και τη σταδιακή ανάπτυξη αυτορρύθμισης. Η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής, για παράδειγμα, αντιμετωπίζει την πειθαρχία ως διαδικασία διδασκαλίας και όχι απλώς ως τιμωρία, ενώ αποθαρρύνει τις πρακτικές που βασίζονται σε σωματική τιμωρία, ντροπή ή εξευτελισμό (Sege & Siegel, 2018). Αυτό μεταφράζεται και στην ψηφιακή καθημερινότητα.
Μια πιο χρήσιμη συζήτηση μπορεί να ξεκινά όχι από το:
«Πόσες μέρες θα σου πάρω το κινητό;»
αλλά από το:
«Τι ακριβώς συνέβη; Ποιος κανόνας παραβιάστηκε; Ποια συνέπεια είχαμε συμφωνήσει; Και τι χρειάζεται να γίνει διαφορετικά την επόμενη φορά;»
Το κινητό μπορεί να αποτελέσει μέρος μιας συνέπειας. Δεν χρειάζεται όμως να γίνει το ίδιο το σύστημα πειθαρχίας. Και ίσως αυτή είναι η πιο ουσιαστική διάκριση:
Άλλο να αφαιρούμε ένα προνόμιο για να διδάξουμε ένα όριο και άλλο να αφαιρούμε το κινητό επειδή δεν ξέρουμε τι άλλο να κάνουμε.
Βιβλιογραφία
Al-Shoaibi, A. A., Zamora, G., Chu, J., Patel, K. P., Ganson, K. T., Testa, A., Jackson, D. B., Tapert, S. F., Baker, F. C., & Nagata, J. M. (2024). Family conflict and less parental monitoring were associated with greater screen time in early adolescence. Acta Paediatrica, 113(11), 2452–2458. https://doi.org/10.1111/apa.17349
Bradshaw, E. L., Duineveld, J. J., Conigrave, J. H., Steward, B. A., Ferber, K. A., Joussemet, M., Parker, P. D., & Ryan, R. M. (2025). Disentangling autonomy-supportive and psychologically controlling parenting: A meta-analysis of self-determination theory’s dual process model across cultures. American Psychologist, 80(6), 879–895. https://doi.org/10.1037/amp0001389
Larzelere, R. E., Cox, R. B., & Smith, G. L. (2010). Do nonphysical punishments reduce antisocial behavior more than spanking? A comparison using the strongest previous causal evidence against spanking. BMC Pediatrics, 10, 10. https://doi.org/10.1186/1471-2431-10-10
Morawska, A., Adina, J., Khan, A., & Turner, K. M. T. (2026). Parental factors associated with social media use in adolescence: A systematic review. Journal of Adolescence, 98(1), 51–68. https://doi.org/10.1002/jad.70062
Nielsen, P., Favez, N., Liddle, H., & Rigter, H. (2019). Linking parental mediation practices to adolescents’ problematic online screen use: A systematic literature review. Journal of Behavioral Addictions, 8(4), 649–663. https://doi.org/10.1556/2006.8.2019.61
Nikken, P., & Jansz, J. (2014). Developing scales to measure parental mediation of young children’s internet use. Learning, Media and Technology, 39(2), 250–266. https://doi.org/10.1080/17439884.2013.782038
Sege, R. D., Siegel, B. S., & Council on Child Abuse and Neglect. (2018). Effective discipline to raise healthy children. Pediatrics, 142(6), e20183112. https://doi.org/10.1542/peds.2018-3112