(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Τι είναι ο εξαναγκαστικός έλεγχος (Coercive Control) και γιατί δεν είναι «απλώς μια τοξική σχέση»;

Οι περισσότεροι άνθρωποι, όταν σκέφτονται την κακοποίηση μέσα σε μια σχέση, φαντάζονται τη σωματική βία. Ωστόσο, πολλές φορές η πιο σοβαρή μορφή κακοποίησης δεν αφήνει εμφανή σημάδια στο σώμα, αλλά επηρεάζει βαθιά την ελευθερία, την αυτονομία και την ψυχική υγεία του ατόμου.

Ο εξαναγκαστικός έλεγχος (Coercive Control) περιγράφει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο συμπεριφορών μέσω του οποίου ένα άτομο επιδιώκει να ελέγξει, να περιορίσει και να κυριαρχήσει πάνω σε ένα άλλο. Δεν πρόκειται για έναν μεμονωμένο καβγά ή μια δύσκολη περίοδο στη σχέση, αλλά για μια συστηματική διαδικασία που μπορεί να οδηγήσει το θύμα να χάσει σταδιακά την αίσθηση της ανεξαρτησίας, της ασφάλειας και της προσωπικής του ταυτότητας (Stark, 2007).

Τα τελευταία χρόνια, ο εξαναγκαστικός έλεγχος έχει αναγνωριστεί ως μία από τις σημαντικότερες μορφές ενδοσυντροφικής κακοποίησης, καθώς η έρευνα δείχνει ότι μπορεί να έχει σοβαρές ψυχολογικές συνέπειες και να αποτελεί προάγγελο σοβαρότερων μορφών βίας (Myhill, 2015). Παρότι συχνά δεν αφήνει εμφανή τραύματα, μπορεί να περιορίσει σημαντικά την αυτονομία και την ποιότητα ζωής του θύματος.

Τι είναι ο εξαναγκαστικός έλεγχος;

Ο όρος Coercive Control εισήχθη από τον κοινωνιολόγο Evan Stark (2007) για να περιγράψει μια μορφή ψυχολογικής και κοινωνικής κακοποίησης, στην οποία ο δράστης χρησιμοποιεί ένα σύνολο επαναλαμβανόμενων στρατηγικών ώστε να αποκτήσει εξουσία και έλεγχο πάνω στον σύντροφό του.

Σε αντίθεση με όσα συχνά πιστεύουμε, ο στόχος δεν είναι μόνο να προκαλέσει φόβο ή να επιβληθεί μέσα από ένα επεισόδιο βίας. Ο πραγματικός στόχος είναι να περιορίσει σταδιακά την ελευθερία του άλλου ανθρώπου, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται, αποφασίζει και αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του.

Με την πάροδο του χρόνου, το θύμα μπορεί να αρχίσει να αλλάζει τη συμπεριφορά του όχι επειδή το επιθυμεί, αλλά επειδή προσπαθεί να αποφύγει τις αντιδράσεις του δράστη. Έτσι, πολλές καθημερινές επιλογές παύουν να είναι πραγματικά ελεύθερες.

Δεν πρόκειται για έναν καβγά

Όλες οι σχέσεις περιλαμβάνουν διαφωνίες και συγκρούσεις. Ο εξαναγκαστικός έλεγχος, όμως, διαφέρει ουσιαστικά από μια συνηθισμένη διαφωνία ή ακόμη και από μια «τοξική» σχέση.

Σε μια υγιή σχέση, οι δύο σύντροφοι μπορούν να εκφράσουν τη διαφωνία τους, να διαπραγματευτούν, να θέσουν όρια και να διατηρήσουν την αυτονομία τους. Αντίθετα, στον εξαναγκαστικό έλεγχο υπάρχει μια σταθερή ανισορροπία δύναμης. Ο ένας σύντροφος επιδιώκει συστηματικά να περιορίσει την ελευθερία του άλλου μέσω φόβου, χειραγώγησης, εκφοβισμού ή συνεχούς επιτήρησης.

Το πρόβλημα δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά το συνολικό μοτίβο συμπεριφοράς, το οποίο εγκαθίσταται σταδιακά και επηρεάζει σχεδόν κάθε πτυχή της καθημερινότητας.

Πώς εκδηλώνεται;

Ο εξαναγκαστικός έλεγχος μπορεί να εμφανιστεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους και συνήθως εξελίσσεται σταδιακά. Ο δράστης μπορεί να ελέγχει συστηματικά το κινητό τηλέφωνο ή τους προσωπικούς λογαριασμούς του συντρόφου του, να απαιτεί να γνωρίζει πού βρίσκεται κάθε στιγμή ή να ζητά τους κωδικούς πρόσβασης σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και εφαρμογές επικοινωνίας.

Σε άλλες περιπτώσεις περιορίζει την πρόσβαση στα οικονομικά, απομονώνει το άτομο από φίλους και συγγενείς, χρησιμοποιεί τα παιδιά ως μέσο πίεσης ή καταφεύγει σε συνεχή υποτίμηση, απειλές και εκβιασμούς. Ορισμένοι δράστες επιδιώκουν ακόμη και να ελέγχουν τον τρόπο ένδυσης, τις επαγγελματικές επιλογές ή τις καθημερινές δραστηριότητες του συντρόφου τους.

Καθεμία από αυτές τις συμπεριφορές μπορεί μεμονωμένα να φαίνεται μικρής σημασίας. Όταν όμως επαναλαμβάνονται και συνδυάζονται, δημιουργούν ένα περιβάλλον συνεχούς φόβου και ελέγχου, στο οποίο το θύμα προσαρμόζει σταδιακά τη συμπεριφορά του για να αποφύγει τις συγκρούσεις.

Το Gaslighting ως εργαλείο ελέγχου

Μία από τις συχνότερες τεχνικές που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο του εξαναγκαστικού ελέγχου είναι το gaslighting.

Πρόκειται για μια μορφή ψυχολογικής χειραγώγησης κατά την οποία ο δράστης αμφισβητεί συστηματικά την αντίληψη του θύματος για την πραγματικότητα. Φράσεις όπως «Τα φαντάζεσαι» ή «Δεν έγινε ποτέ αυτό» επαναλαμβάνονται με στόχο να δημιουργήσουν αμφιβολία για τη μνήμη, την κρίση και την αξιοπιστία του ίδιου του ατόμου.

Με την πάροδο του χρόνου, το θύμα μπορεί να αρχίσει να αναζητά συνεχώς επιβεβαίωση από τον δράστη, να δυσκολεύεται να εμπιστευτεί τις δικές του σκέψεις και να αισθάνεται ότι δεν μπορεί να πάρει αποφάσεις χωρίς καθοδήγηση. Το gaslighting δεν αποτελεί απλώς μια μορφή λεκτικής κακοποίησης αλλά έναν μηχανισμό που ενισχύει τον συνολικό έλεγχο μέσα στη σχέση (Sweet, 2019).

Ο ψηφιακός εξαναγκαστικός έλεγχος

Η τεχνολογία έχει δημιουργήσει νέες δυνατότητες επικοινωνίας, αλλά ταυτόχρονα έχει προσφέρει και νέα μέσα άσκησης ελέγχου.

Σήμερα, μεγάλο μέρος του εξαναγκαστικού ελέγχου μπορεί να πραγματοποιείται μέσω κινητών τηλεφώνων, εφαρμογών και μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ο δράστης ενδέχεται να απαιτεί πρόσβαση στους προσωπικούς λογαριασμούς του συντρόφου του, να εγκαθιστά εφαρμογές παρακολούθησης χωρίς τη συναίνεσή του, να ζητά συνεχώς την αποστολή της τοποθεσίας του ή να παρακολουθεί τις ηλεκτρονικές συνομιλίες του. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χρησιμοποιεί προσωπικές φωτογραφίες ή βίντεο ως μέσο εκβιασμού ή απειλεί ότι θα τα δημοσιοποιήσει.

Η μορφή αυτή περιγράφεται στη διεθνή βιβλιογραφία ως Technology-Facilitated Coercive Control και αποτελεί αντικείμενο αυξανόμενου ενδιαφέροντος στη δικαστική ψυχολογία και την εγκληματολογία, καθώς οι ψηφιακές τεχνολογίες έχουν επεκτείνει σημαντικά τις δυνατότητες άσκησης ελέγχου και παρενόχλησης (Dragiewicz et al., 2018).

Γιατί τα θύματα δεν φεύγουν εύκολα;

Ένα από τα συχνότερα ερωτήματα που ακούγονται όταν αποκαλύπτεται μια κακοποιητική σχέση είναι: «Γιατί δεν έφυγε;»

Το ερώτημα αυτό βασίζεται στην παραδοχή ότι το θύμα έχει πάντοτε την ελευθερία να αποχωρήσει. Στην πραγματικότητα, ο εξαναγκαστικός έλεγχος λειτουργεί ακριβώς προς την αντίθετη κατεύθυνση. Με την πάροδο του χρόνου περιορίζει σταδιακά τις επιλογές του ατόμου, ενισχύει την εξάρτηση και υπονομεύει την αυτοπεποίθησή του.

Το θύμα μπορεί να έχει απομονωθεί από το κοινωνικό του δίκτυο, να εξαρτάται οικονομικά από τον δράστη, να φοβάται αντίποινα ή να έχει πειστεί ότι κανείς δεν θα το πιστέψει. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αποχώρηση από τη σχέση αποτελεί την περίοδο υψηλότερου κινδύνου για κλιμάκωση της βίας, γεγονός που καθιστά την απόφαση ακόμη πιο δύσκολη.

Η παραμονή σε μια κακοποιητική σχέση δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας ή έλλειψης θέλησης. Αντίθετα, συχνά αντανακλά την πολύπλοκη δυναμική του εξαναγκαστικού ελέγχου και τους περιορισμούς που αυτός επιβάλλει στην καθημερινή ζωή.

Ποιες είναι οι ψυχολογικές επιπτώσεις;

Η παρατεταμένη έκθεση σε εξαναγκαστικό έλεγχο μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες στην ψυχική υγεία. Τα άτομα συχνά εμφανίζουν αυξημένο άγχος, καταθλιπτική συμπτωματολογία, χαμηλή αυτοεκτίμηση, χρόνια υπερεπαγρύπνηση και δυσκολία στη λήψη αποφάσεων. Δεν είναι ασυνήθιστο να αναπτύσσονται συμπτώματα μετατραυματικού στρες, ιδιαίτερα όταν ο έλεγχος συνοδεύεται από απειλές ή άλλες μορφές κακοποίησης (Crossman et al., 2016).

Παράλληλα, η συνεχής αμφισβήτηση της πραγματικότητας και η κοινωνική απομόνωση μπορεί να οδηγήσουν το θύμα στο να αισθάνεται ότι έχει χάσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Ακόμη και μετά τη λήξη της σχέσης, πολλοί άνθρωποι χρειάζονται χρόνο και κατάλληλη ψυχολογική υποστήριξη για να αποκαταστήσουν την αίσθηση ασφάλειας και αυτονομίας τους.

Γιατί είναι σημαντικός στη δικαστική ψυχολογία;

Η αναγνώριση του εξαναγκαστικού ελέγχου έχει αλλάξει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο η εγκληματολογία και η δικαστική ψυχολογία προσεγγίζουν την ενδοσυντροφική βία.

Σήμερα, η αξιολόγηση δεν περιορίζεται μόνο στην ύπαρξη ή μη σωματικών τραυματισμών. Οι επαγγελματίες εξετάζουν εάν υπάρχει ένα διαρκές μοτίβο εκφοβισμού, απομόνωσης, ψυχολογικής χειραγώγησης και περιορισμού της αυτονομίας του θύματος.

Η κατανόηση αυτής της δυναμικής είναι ιδιαίτερα σημαντική τόσο για την ψυχολογική αξιολόγηση όσο και για τη διερεύνηση περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας, καθώς επιτρέπει μια πληρέστερη αποτύπωση των επιπτώσεων που μπορεί να έχει η κακοποίηση στην καθημερινή ζωή και στη λειτουργικότητα του ατόμου.

Πότε πρέπει να αναζητήσετε βοήθεια;

Εάν αισθάνεστε ότι:

  • φοβάστε συστηματικά την αντίδραση του συντρόφου σας,
  • παρακολουθείται η ψηφιακή σας δραστηριότητα χωρίς τη συναίνεσή σας,
  • έχετε απομονωθεί από φίλους ή συγγενείς εξαιτίας της σχέσης,
  • αμφισβητείτε πλέον συχνά τη μνήμη ή την κρίση σας,

είναι σημαντικό να μιλήσετε με έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας ή με έναν αρμόδιο φορέα υποστήριξης θυμάτων. Η έγκαιρη αναγνώριση του εξαναγκαστικού ελέγχου μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα για την προστασία της ψυχικής υγείας, την αποκατάσταση της αυτονομίας και την ασφαλή διαχείριση της κατάστασης.

Μύθος ή Πραγματικότητα;

Η κατανόηση του εξαναγκαστικού ελέγχου συχνά είναι δύσκολη λόγω των διαδεδομένων κοινωνικών αντιλήψεων που δεν ανταποκρίνονται στα επιστημονικά δεδομένα.

Μύθος Πραγματικότητα
«Αν δεν υπάρχει σωματική βία, δεν υπάρχει κακοποίηση». Ο εξαναγκαστικός έλεγχος μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ψυχολογικές, κοινωνικές και λειτουργικές συνέπειες ακόμη και χωρίς σωματική βία.
«Αν ήθελε, θα έφευγε». Η οικονομική εξάρτηση, ο φόβος, η απομόνωση και η συστηματική χειραγώγηση μπορούν να κάνουν την αποχώρηση από μια κακοποιητική σχέση εξαιρετικά δύσκολη.
«Η ζήλια είναι απόδειξη αγάπης». Όταν η ζήλια συνοδεύεται από έλεγχο, παρακολούθηση και περιορισμό της ελευθερίας του άλλου ατόμου, αποτελεί προειδοποιητικό σημάδι κακοποιητικής συμπεριφοράς και όχι υγιούς ενδιαφέροντος.
«Το να ζητάει τους κωδικούς μου είναι φυσιολογικό σε μια σχέση». Η απαίτηση πρόσβασης σε προσωπικούς λογαριασμούς ή συσκευές δεν αποτελεί ένδειξη εμπιστοσύνης. Μπορεί να αποτελεί μορφή ψηφιακού εξαναγκαστικού ελέγχου.

 

Συμπέρασμα

Ο εξαναγκαστικός έλεγχος δεν είναι απλώς μια «τοξική» σχέση ούτε περιορίζεται σε μεμονωμένα περιστατικά λεκτικής ή σωματικής βίας. Πρόκειται για ένα συστηματικό μοτίβο συμπεριφορών που αποσκοπεί στον περιορισμό της ελευθερίας, της αυτονομίας και της προσωπικής ταυτότητας του θύματος.

Η αναγνώριση των πρώιμων ενδείξεων είναι καθοριστικής σημασίας, καθώς επιτρέπει την έγκαιρη αναζήτηση υποστήριξης και συμβάλλει στην πρόληψη της κακοποίησης. Παράλληλα, η κατανόηση του εξαναγκαστικού ελέγχου βοηθά την κοινωνία να απομακρυνθεί από απλουστευτικές αντιλήψεις, όπως ότι η κακοποίηση υπάρχει μόνο όταν υπάρχουν εμφανή σωματικά τραύματα ή ότι το θύμα μπορεί «απλώς να φύγει».

Η επιστημονική γνώση των τελευταίων ετών αναδεικνύει ότι η κακοποίηση μπορεί να είναι αόρατη, αλλά οι συνέπειές της είναι απολύτως πραγματικές. Για τον λόγο αυτό, η ενημέρωση, η έγκαιρη αναγνώριση και η πρόσβαση σε εξειδικευμένη υποστήριξη αποτελούν βασικά βήματα για την προστασία των θυμάτων και την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση αυτού του σύνθετου φαινομένου.

Βιβλιογραφία 

Crossman, K. A., Hardesty, J. L., & Raffaelli, M. (2016). He’s very smart: Women’s descriptions of abusive men’s tactics of coercive control. Violence Against Women, 22(4), 404–425. https://doi.org/10.1177/1077801215597797

Dragiewicz, M., Harris, B., Woodlock, D., Salter, M., Easton, H., Lynch, A., & Hess, K. (2018). Technology facilitated coercive control: Domestic violence and the competing roles of digital media platforms. Feminist Media Studies, 18(4), 609–625. https://doi.org/10.1080/14680777.2018.1447341

Myhill, A. (2015). Measuring coercive control: What can we learn from national population surveys? Violence Against Women, 21(3), 355–375. https://doi.org/10.1177/1077801214568032

Stark, E. (2007). Coercive Control: How Men Entrap Women in Personal Life. Oxford University Press.

Sweet, P. L. (2019). The sociology of gaslighting. American Sociological Review, 84(5), 851–875. https://doi.org/10.1177/0003122419874843

Williamson, E. (2010). Living in the world of the domestic violence perpetrator: Negotiating the unreality of coercive control. Violence Against Women, 16(12), 1412–1423. https://doi.org/10.1177/1077801210389162