Όταν η ψυχολογία χρησιμοποιείται σε νομικά πλαίσια: Η συμβολή της Δικαστικής Ψυχολογίας.
Γράφει η Μήτρογλου Ζαφειρία,
Η σχέση ανάμεσα στην ψυχολογία και το δίκαιο έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία τις
τελευταίες δεκαετίες, καθώς τα δικαστικά συστήματα αναγνωρίζουν όλο και
περισσότερο ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά, η μνήμη, η προσωπικότητα, η ψυχική
υγεία και η λήψη αποφάσεων επηρεάζουν άμεσα τη δικανική κρίση. Η δικαστική ή
νομική ψυχολογία αποτελεί τον κλάδο της ψυχολογίας που εφαρμόζει επιστημονικές
γνώσεις, μεθόδους αξιολόγησης και ερευνητικά δεδομένα σε ζητήματα που
σχετίζονται με το ποινικό, αστικό και οικογενειακό δίκαιο. Το παρόν άρθρο εξετάζει
τους βασικούς τομείς εφαρμογής της ψυχολογίας σε νομικά πλαίσια, τον ρόλο του
ψυχολόγου ως πραγματογνώμονα, τις ηθικές προκλήσεις που προκύπτουν και τη
σημασία της επιστημονικής τεκμηρίωσης στην απονομή της δικαιοσύνης. Η
ψυχολογία, ως επιστήμη της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των νοητικών
διεργασιών, έχει σημαντική εφαρμογή σε νομικά πλαίσια. Το δίκαιο συχνά καλείται
να αξιολογήσει πράξεις, προθέσεις, μαρτυρίες, ευθύνη, επικινδυνότητα και ικανότητα
λήψης αποφάσεων. Όλα αυτά τα ζητήματα σχετίζονται άμεσα με ψυχολογικές
διεργασίες. Η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία περιγράφει τη δικαστική ψυχολογία
ως εφαρμογή ψυχολογικών αρχών και τεχνικών σε καταστάσεις που αφορούν το
αστικό και ποινικό νομικό σύστημα. Παράλληλα, οι ειδικές κατευθυντήριες οδηγίες
για τη δικαστική ψυχολογία τονίζουν ότι οι ψυχολόγοι μπορεί να παρέχουν υπηρεσίες
σε δικαστικά, διοικητικά και εκπαιδευτικά συστήματα, όταν η ψυχολογική γνώση
είναι απαραίτητη για τη λήψη αποφάσεων.
Η έννοια της Δικαστικής Ψυχολογίας
Η δικαστική ψυχολογία δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση εγκληματιών ή υπόπτων.
Αντιθέτως, καλύπτει ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, όπως η αξιολόγηση της
ψυχικής κατάστασης ενός κατηγορουμένου, η αξιοπιστία μαρτύρων, η επιμέλεια
παιδιών, η εκτίμηση κινδύνου υποτροπής, η υποστήριξη θυμάτων και η παροχή
επιστημονικής γνώμης στο δικαστήριο. Σύμφωνα με την American Psychology-Law
Society, η δικαστική πρακτική δεν ορίζεται απλώς από το γεγονός ότι μια ψυχολογική
υπηρεσία παρουσιάζεται σε δικαστήριο, αλλά από το ότι η ψυχολογική γνώση
εφαρμόζεται ειδικά σε νομικά ζητήματα.Αυτό σημαίνει ότι ο ψυχολόγος πρέπει να
λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο από ό,τι σε ένα θεραπευτικό πλαίσιο. Στη θεραπεία,
κύριος στόχος είναι η βοήθεια του ατόμου. Στο νομικό πλαίσιο, κύριος στόχος είναι η
παροχή αντικειμενικής, επιστημονικά τεκμηριωμένης πληροφόρησης προς το
δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή.
Βασικοί τομείς εφαρμογής – Ποινικό δίκαιο:
Στο ποινικό δίκαιο, η ψυχολογία χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της ψυχικής
κατάστασης του κατηγορουμένου, της ικανότητας συμμετοχής στη δίκη, της ποινικής
ευθύνης και της πιθανότητας επανάληψης παραβατικής συμπεριφοράς. Ένας
ψυχολόγος μπορεί να εξετάσει εάν ένα άτομο κατανοεί τις κατηγορίες που
αντιμετωπίζει, εάν μπορεί να συνεργαστεί με τον δικηγόρο του ή εάν κάποια ψυχική
διαταραχή επηρέασε την κρίση του κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης. Η συμβολή
αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι το δικαστήριο χρειάζεται επιστημονική
πληροφόρηση για να διακρίνει ανάμεσα στην ηθική, νομική και ψυχολογική
διάσταση μιας πράξης.
Αξιοπιστία μαρτύρων και μνήμης
Η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί σαν μηχανική καταγραφή γεγονότων. Μπορεί να
επηρεαστεί από άγχος, τραύμα, ερωτήσεις με καθοδηγητικό χαρακτήρα, χρονική
απόσταση από το γεγονός και κοινωνικές πιέσεις. Για τον λόγο αυτό, η ψυχολογία
έχει ιδιαίτερη σημασία στην αξιολόγηση μαρτυρικών καταθέσεων. Ιδιαίτερη προσοχή
απαιτείται στις καταθέσεις παιδιών, θυμάτων βίας ή ατόμων με γνωστικές δυσκολίες.
Ο ψυχολόγος μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση κατάλληλων συνθηκών
συνέντευξης, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος υποβολής ή αλλοίωσης της μαρτυρίας.
Οικογενειακό δίκαιο
Στο οικογενειακό δίκαιο, η ψυχολογία εφαρμόζεται συχνά σε υποθέσεις επιμέλειας,
επικοινωνίας γονέων-παιδιών, ενδοοικογενειακής βίας και γονικής καταλληλότητας.
Ο ψυχολόγος μπορεί να αξιολογήσει τις ανάγκες του παιδιού, τη συναισθηματική του
κατάσταση, τη σχέση του με τους γονείς και το περιβάλλον που εξυπηρετεί καλύτερα
την ανάπτυξή του. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το συμφέρον του παιδιού πρέπει να
αποτελεί τον κεντρικό άξονα της αξιολόγησης. Η ψυχολογική γνώση βοηθά το
δικαστήριο να λάβει αποφάσεις που δεν στηρίζονται μόνο σε νομικά επιχειρήματα,
αλλά και σε αναπτυξιακά και συναισθηματικά δεδομένα.
Αστικό δίκαιο και αποζημιώσεις
Η ψυχολογία χρησιμοποιείται επίσης σε αστικές υποθέσεις, όπως εργατικά
ατυχήματα, τροχαία, ιατρική αμέλεια, παρενόχληση ή ψυχική βλάβη. Σε τέτοιες
περιπτώσεις, ο ψυχολόγος μπορεί να αξιολογήσει εάν ένα γεγονός προκάλεσε
μετατραυματικό στρες, κατάθλιψη, άγχος ή άλλη ψυχολογική επιβάρυνση. Η
αξιολόγηση αυτή πρέπει να βασίζεται σε κλινική συνέντευξη, ψυχομετρικά εργαλεία
και τεκμηριωμένη ανάλυση, ώστε να αποφεύγονται αυθαίρετα συμπεράσματα.
Ο ρόλος του ψυχολόγου ως πραγματογνώμονας ή τεχνικός σύμβουλος
Ο ψυχολόγος που εργάζεται σε νομικό πλαίσιο συχνά λειτουργεί ως
πραγματογνώμονας ή ως τεχνικός σύμβουλος . Ο ρόλος του δεν είναι να αποφασίσει
για την ενοχή ή την αθωότητα ενός ατόμου, αλλά να προσφέρει εξειδικευμένη γνώση
που βοηθά το δικαστήριο να κατανοήσει ψυχολογικά ζητήματα. Η
πραγματογνωμοσύνη ή τεχνική έκθεση πρέπει να χαρακτηρίζεται από
αντικειμενικότητα, σαφήνεια, επιστημονική τεκμηρίωση και ανεξαρτησία. Ο
ψυχολόγος οφείλει να παρουσιάζει τα ευρήματά του με τρόπο κατανοητό, χωρίς να
υπερβαίνει τα όρια της ειδικότητας του. Οι κατευθυντήριες οδηγίες της APA
υπογραμμίζουν τη σημασία της ποιότητας των δικαστικών ψυχολογικών υπηρεσιών
και της συστηματικής ανάπτυξης της πρακτικής αυτής.
Ηθικά ζητήματα και περιορισμοί
Η χρήση της ψυχολογίας στο δίκαιο συνοδεύεται από σημαντικές ηθικές προκλήσεις.
Πρώτον, υπάρχει ζήτημα εμπιστευτικότητας. Σε ένα θεραπευτικό πλαίσιο, οι
πληροφορίες προστατεύονται αυστηρά. Σε ένα δικαστικό πλαίσιο, όμως, το άτομο
πρέπει να ενημερώνεται ότι τα δεδομένα της αξιολόγησης μπορεί να
χρησιμοποιηθούν σε νομική διαδικασία.Δεύτερον, υπάρχει ο κίνδυνος σύγκρουσης
ρόλων. Ένας ψυχολόγος δεν πρέπει να είναι ταυτόχρονα θεραπευτής και
πραγματογνώμονας του ίδιου ατόμου, γιατί οι δύο ρόλοι έχουν διαφορετικούς
σκοπούς. Ο θεραπευτής υποστηρίζει τον θεραπευόμενο, ενώ ο πραγματογνώμονας
οφείλει να παραμείνει ουδέτερος. Τρίτον, απαιτείται προσοχή στη χρήση
ψυχομετρικών εργαλείων. Τα τεστ πρέπει να είναι αξιόπιστα, έγκυρα και κατάλληλα
για το συγκεκριμένο άτομο και πολιτισμικό πλαίσιο. Η λανθασμένη χρήση τους
μπορεί να οδηγήσει σε άδικες ή επιστημονικά αδύναμες αποφάσεις.
Η συμβολή της ψυχολογίας στην απονομή δικαιοσύνης
Η ψυχολογία δεν αντικαθιστά το δίκαιο, αλλά το συμπληρώνει. Προσφέρει
επιστημονική κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, βοηθώντας το δικαστικό
σύστημα να λαμβάνει πιο τεκμηριωμένες αποφάσεις. Η συμβολή της είναι ιδιαίτερα
σημαντική σε περιπτώσεις όπου οι νομικές έννοιες συνδέονται με ψυχολογικές
καταστάσεις, όπως πρόθεση, ικανότητα, τραύμα, επικινδυνότητα ή αξιοπιστία.
Ωστόσο, η ψυχολογία δεν μπορεί να δώσει πάντα απόλυτες απαντήσεις. Τα
συμπεράσματα συχνά εκφράζονται με πιθανότητες και επιστημονικούς περιορισμούς.
Για τον λόγο αυτό, η υπεύθυνη χρήση της ψυχολογίας στο δίκαιο απαιτεί συνεργασία
μεταξύ ψυχολόγων, νομικών, δικαστών και άλλων επαγγελματιών. Συμπερασματικά,
η εφαρμογή της ψυχολογίας σε νομικά πλαίσια αποτελεί ένα σύνθετο και ιδιαίτερα
σημαντικό πεδίο. Η δικαστική ψυχολογία συμβάλλει στην κατανόηση της
ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσα στο σύστημα δικαιοσύνης, προσφέροντας πολύτιμη
γνώση σε ποινικές, αστικές και οικογενειακές υποθέσεις. Παράλληλα, απαιτεί υψηλό
επίπεδο επιστημονικής κατάρτισης, δεοντολογικής ευθύνης και επαγγελματικής
ουδετερότητας. Όταν εφαρμόζεται σωστά, η ψυχολογία μπορεί να ενισχύσει την
ποιότητα της δικαιοσύνης, να προστατεύσει ευάλωτα άτομα και να συμβάλει σε πιο
δίκαιες και ανθρώπινες αποφάσεις. Όταν όμως χρησιμοποιείται χωρίς επαρκή
επιστημονική τεκμηρίωση ή με σύγχυση ρόλων, μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένα
συμπεράσματα. Επομένως, η χρήση της ψυχολογίας στο δίκαιο πρέπει να γίνεται με
ακρίβεια, υπευθυνότητα και σεβασμό τόσο προς την επιστήμη όσο και προς τα
δικαιώματα των εμπλεκομένων.
Βιβλιογραφία
American Psychological Association. (2013). Specialty guidelines for forensic
psychology. American Psychologist, 68(1), 7–19.
Melton, G. B., Petrila, J., Poythress, N. G., & Slobogin, C. (2018). Psychological
evaluations for the courts: A handbook for mental health professionals and lawyers
(4th ed.). Guilford Press.
Bartol, C. R., & Bartol, A. M. (2021). Introduction to forensic psychology: Research
and application (6th ed.). SAGE.
Cutler, B. L., & Zapf, P. A. (Eds.). (2015). APA handbook of forensic psychology.
American Psychological Association.
Heilbrun, K., Grisso, T., & Goldstein, A. M. (Eds.). (2009). Foundations of
forensic mental health assessment. Oxford University Press.
Grisso, T. (2003). Evaluating competencies: Forensic assessments and instruments
(2nd ed.). Springer.
Loftus, E. F. (1979). Eyewitness testimony. Harvard University Press.
Wells, G. L., Memon, A., & Penrod, S. D. (2006). Eyewitness evidence: Improving
its probative value. Psychological Science in the Public Interest, 7(2), 45–75.
Ceci, S. J., & Bruck, M. (1995). Jeopardy in the courtroom: A scientific analysis of
children’s testimony. American Psychological Association.
National Research Council. (2014). Identifying the culprit: Assessing eyewitness
identification. The National Academies Press.
European Federation of Psychologists ‘Associations. EuroPsy and professional
standards in psychology.