Ψυχολογική Αξιολόγηση Δραστών: Τι Σημαίνει «Επικινδυνότητα» στην Πράξη
Γράφει η Μήτρογλου Ζαφειρία,
Η ψυχολογική αξιολόγηση δραστών αποτελεί ένα από τα πιο απαιτητικά πεδία της
δικαστικής και εγκληματολογικής ψυχολογίας. Δεν περιορίζεται στο ερώτημα «τι έκανε
κάποιος», αλλά εξετάζει πώς λειτουργεί ψυχολογικά, ποιοι παράγοντες συνδέονται με την
παραβατική του συμπεριφορά και υπό ποιες συνθήκες είναι πιθανότερο να επαναλάβει βίαιες
ή άλλες επιβλαβείς πράξεις. Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια της «επικινδυνότητας»
χρησιμοποιείται συχνά, αλλά πολλές φορές παρερμηνεύεται. Στην πράξη, η επικινδυνότητα
δεν σημαίνει ότι ένα άτομο είναι μόνιμα ή «εκ φύσεως» επικίνδυνο. Σημαίνει την εκτίμηση
της πιθανότητας να εκδηλωθεί συγκεκριμένη βλαπτική συμπεριφορά, σε συγκεκριμένο
πλαίσιο, υπό συγκεκριμένες συνθήκες.
Η σύγχρονη προσέγγιση αποφεύγει τη γενική και απόλυτη διατύπωση «ο δράστης είναι
επικίνδυνος». Αντίθετα, προτιμά ερωτήματα όπως: επικίνδυνος για ποιον; για ποια μορφή
συμπεριφοράς; σε ποιο χρονικό διάστημα; υπό ποιες συνθήκες; και με ποιες δυνατότητες
διαχείρισης; Αυτή η μετατόπιση είναι ουσιαστική, επειδή μετατρέπει την αξιολόγηση από
μια ετικέτα σε μια κλινική και εγκληματολογική διατύπωση κινδύνου. Η εκτίμηση κινδύνου
δεν είναι μαντεία· είναι οργανωμένη αξιολόγηση παραγόντων που αυξάνουν ή μειώνουν την
πιθανότητα υποτροπής.
Στην πράξη, η ψυχολογική αξιολόγηση περιλαμβάνει συνήθως συνέντευξη με τον δράστη,
μελέτη του ποινικού και κοινωνικού ιστορικού, ψυχομετρικά εργαλεία, πληροφορίες από
φακέλους, παρατηρήσεις συμπεριφοράς και, όπου είναι δυνατό, διασταύρωση πληροφοριών
από διαφορετικές πηγές. Ιδιαίτερη σημασία έχουν τόσο οι στατικοί όσο και οι δυναμικοί
παράγοντες κινδύνου. Οι στατικοί παράγοντες είναι στοιχεία που δεν αλλάζουν, όπως
προηγούμενες καταδίκες, ηλικία πρώτης παραβατικής συμπεριφοράς ή ιστορικό βίας. Οι
δυναμικοί παράγοντες μπορούν να μεταβληθούν, όπως η χρήση ουσιών, η παρορμητικότητα,
οι αντικοινωνικές στάσεις, η ανεργία, η έλλειψη κοινωνικής υποστήριξης ή η μη
συμμόρφωση σε θεραπευτικό πρόγραμμα.
Η διάκριση αυτή έχει μεγάλη πρακτική αξία. Οι στατικοί παράγοντες βοηθούν κυρίως στην
εκτίμηση της βασικής πιθανότητας υποτροπής, ενώ οι δυναμικοί παράγοντες δείχνουν πού
μπορεί να παρέμβει η θεραπεία ή η επιτήρηση. Για παράδειγμα, ένας δράστης με ιστορικό
βίαιων επεισοδίων, ενεργή κατάχρηση ουσιών και χαμηλό έλεγχο θυμού δεν αξιολογείται
απλώς ως «υψηλού κινδύνου». Η ουσία είναι να διατυπωθεί ότι ο κίνδυνος αυξάνεται ιδίως
όταν συνυπάρχουν χρήση ουσιών, διαπροσωπική σύγκρουση και έλλειψη επίβλεψης. Έτσι, η
αξιολόγηση οδηγεί σε συγκεκριμένο σχέδιο διαχείρισης και όχι σε γενική καταδίκη του
ατόμου.
Σημαντικό ρόλο έχουν τα δομημένα εργαλεία επαγγελματικής κρίσης, όπως το HCR-20V3,
το οποίο χρησιμοποιείται διεθνώς για την αξιολόγηση κινδύνου βίας και οργανώνει την
κρίση του ειδικού γύρω από ιστορικούς, κλινικούς και διαχειριστικούς παράγοντες κινδύνου.
Παράλληλα, στην ψυχολογική αξιολόγηση δραστών μπορεί να χρησιμοποιηθεί και το
MMPI-2, ένα ευρέως γνωστό ψυχομετρικό εργαλείο αξιολόγησης της προσωπικότητας και
της ψυχοπαθολογίας. Το MMPI-2 δεν αποτελεί εργαλείο πρόβλεψης επικινδυνότητας με τη
στενή έννοια, αλλά μπορεί να προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για χαρακτηριστικά όπως
η παρορμητικότητα, η αντικοινωνική στάση, η συναισθηματική δυσρύθμιση, η καχυποψία, η
κατάχρηση ουσιών ή η πιθανή ύπαρξη σοβαρής ψυχοπαθολογίας. Η αξία τέτοιων εργαλείων
δεν βρίσκεται στο ότι «βγάζουν» μηχανικά μια απάντηση, αλλά στο ότι μειώνουν την
αυθαιρεσία, υποχρεώνουν τον αξιολογητή να εξετάσει κρίσιμες περιοχές και συνδέουν την εκτίμηση με τη διαχείριση. Παρόμοια, το μοντέλο Risk-Need-Responsivity των Andrews και Bonta δίνει έμφαση στο ότι η παρέμβαση πρέπει να αντιστοιχεί στο επίπεδο κινδύνου, στις
εγκληματογόνες ανάγκες και στον τρόπο με τον οποίο το άτομο ανταποκρίνεται στη
θεραπεία ή την εκπαίδευση.
Η «επικινδυνότητα», λοιπόν, δεν είναι χαρακτηριστικό που υπάρχει ανεξάρτητα από το
περιβάλλον. Είναι σχέση ανάμεσα στο άτομο, την ψυχολογική του κατάσταση, τις
προηγούμενες συμπεριφορές του, τις ευκαιρίες που έχει να βλάψει, την πρόσβαση σε πιθανά
θύματα, τη χρήση ουσιών, την ύπαρξη ή απουσία υποστήριξης και την αποτελεσματικότητα
των μέτρων διαχείρισης. Ένα άτομο μπορεί να παρουσιάζει υψηλό κίνδυνο σε ένα
περιβάλλον και χαμηλότερο σε άλλο. Για παράδειγμα, κάποιος που υποτροπιάζει όταν
διακόπτει φαρμακευτική αγωγή, απομονώνεται και κάνει χρήση αλκοόλ, μπορεί να έχει
σημαντικά μειωμένο κίνδυνο όταν υπάρχει θεραπευτική παρακολούθηση, σταθερή κατοικία
και αποχή από ουσίες.
Ένα βασικό λάθος είναι η ταύτιση της ψυχικής διαταραχής με την επικινδυνότητα. Η
παρουσία ψυχικής διαταραχής δεν συνεπάγεται αυτομάτως βίαιη συμπεριφορά. Στην
αξιολόγηση ενδιαφέρει η λειτουργική σχέση ανάμεσα σε συγκεκριμένα συμπτώματα και
συγκεκριμένες συμπεριφορές. Για παράδειγμα, μια παραληρητική ιδέα δίωξης μπορεί να
αυξάνει τον κίνδυνο μόνο όταν συνδέεται με φόβο, θυμό, πρόσβαση σε θύμα και ιστορικό
επιθετικής αντίδρασης. Αντίστοιχα, πολλοί παράγοντες κινδύνου βίας δεν είναι ψυχιατρικοί,
αλλά κοινωνικοί, αναπτυξιακοί και συμπεριφορικοί.
Η αξιολόγηση κινδύνου έχει και ηθικές διαστάσεις. Από τη μία πλευρά, η κοινωνία και τα
πιθανά θύματα χρειάζονται προστασία. Από την άλλη, ο δράστης έχει δικαίωμα σε δίκαιη,
τεκμηριωμένη και μη στιγματιστική αξιολόγηση. Η υπερεκτίμηση κινδύνου μπορεί να
οδηγήσει σε άδικους περιορισμούς, ενώ η υποεκτίμηση μπορεί να αφήσει απροστάτευτα
πιθανά θύματα. Γι’ αυτό ο ειδικός οφείλει να παρουσιάζει τα συμπεράσματά του με
σαφήνεια, περιορισμούς και πιθανότητες, όχι με απόλυτες βεβαιότητες. Η αξιολόγηση πρέπει
να απαντά στο τι γνωρίζουμε, τι δεν γνωρίζουμε και ποια μέτρα μειώνουν πρακτικά τον
κίνδυνο.
Συμπερασματικά, η επικινδυνότητα στην ψυχολογική αξιολόγηση δραστών δεν είναι μια
απλή ταμπέλα. Είναι μια τεκμηριωμένη, δυναμική και συμφραζόμενη εκτίμηση πιθανής
μελλοντικής βλάβης. Η καλή αξιολόγηση δεν αρκείται στο να κατατάξει κάποιον ως
«χαμηλού», «μέτριου» ή «υψηλού» κινδύνου. Εξηγεί γιατί υπάρχει κίνδυνος, πότε αυξάνεται,
ποιοι προστατευτικοί παράγοντες υπάρχουν και τι μπορεί να γίνει για να μειωθεί. Με αυτή
την έννοια, η ψυχολογική αξιολόγηση δεν υπηρετεί μόνο την πρόβλεψη, αλλά κυρίως την
πρόληψη.
Βιβλιογραφία
Andrews, D. A., & Bonta, J. (2017). The psychology of criminal conduct (6th ed.). Routledge.
Bonta, J., & Andrews, D. A. (2023). The psychology of criminal conduct (7th ed.). Routledge.
https://doi.org/10.4324/9781003292128
Douglas, K. S., Hart, S. D., Webster, C. D., & Belfrage, H. (2013). HCR-20V3: Assessing risk
for violence: User guide. Mental Health, Law, and Policy Institute, Simon Fraser University.
Monahan, J., Steadman, H. J., Silver, E., & Appelbaum, P. S. (2001). Rethinking risk
assessment: The MacArthur study of mental disorder and violence. Oxford University Press.
de Vogel, V., de Vries Robbé, M., de Ruiter, C., & Bouman, Y. H. A. (2022). Violence risk
assessment with the HCR-20V3 in legal contexts. Journal of Personality Assessment.
https://doi.org/10.1080/00223891.2021.2021925
Silva, E. (2020). The HCR-20 and violence risk assessment: Will a peak of inflated
expectations turn to a trough of disillusionment? BJPsych Bulletin, 44(6), 269–271.
https://doi.org/10.1192/bjb.2020.14
Butcher, J. N., Graham, J. R., Ben-Porath, Y. S., Tellegen, A., Dahlstrom, W. G., & Kaemmer,
B. (2001). Minnesota Multiphasic Personality Inventory-2 (MMPI-2): Manual for
administration, scoring, and interpretation (Rev. ed.). University of Minnesota Press.