(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Η «σιωπηλή» επιδημία: Κατακόρυφη αύξηση καταγγελιών εργασιακής βίας και η νέα πραγματικότητα

Γράφει η Αντιγόνη Κολιού

Σύμφωνα με επίσημα δεδομένα της Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας για το έτος 2025, οι καταγγελίες για εργασιακή βία και παρενόχληση κατέγραψαν αύξηση 43%, αγγίζοντας το 110% σε βάθος τριετίας. Η κοινωνική αφύπνιση, δημιούργησε στα θύματα αίσθηση ασφάλειας, εμφυσώντας το μήνυμα πως η δημοσιοποίηση της κακοποίησης έχει δύναμη και ανταπόκριση.Η συστηματική, λεκτική, ψυχολογική, ηθική κακοποίηση και βία στον επαγγελματικό χώρο, θέτουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα του ατόμου.

Η παρενόχληση στην εργασία αποτελεί σιωπηλή μορφή βίας, που αποσταθεροποιεί το θύμα, βλάπτοντάς το ψυχικά με σοβαρές μακροχρόνιες συνέπειες. Το φαινόμενο αυτό, γνωστό και ως «mobbing», αποτελεί κρίσιμο ζήτημα με νομικές, κοινωνικές και ψυχολογικές προεκτάσεις. Για αυτόν τον λόγο, οι ελεγκτικοί φορείς, ενθαρρύνουν τις καταγγελίες της βίας στον εργασιακό χώρο, προάγοντας την σημασία των υγιεινών, αξιοπρεπών συνθηκών εργασίας με σκοπό τον σεβασμό και την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής. Είναι γεγονός πως η συναισθηματική και ψυχική ευεξία συνδέονται άρρηκτα με την επαγγελματική απόδοση. Αυτό υποδεικνύει τη σοβαρότητα του εξεταζόμενου ζητήματος, τόσο για τον ίδιο τον  εργαζόμενο, όσο και για τη λειτουργικότητα του επαγγελματικού περιβάλλοντος. Είναι σημαντικές και άξιες αναφοράς οι συνέπειες της εργασιακής κακοποίησης, καθώς και διαπίστωση της ραγδαίας αύξησης των καταγγελιών για την άμεση ενεργοποίηση και κινητοποίηση των αρχών και της κοινωνίας συνολικά.

Αρχικά, οι κακοποιητικές συμπεριφορές στον εργασιακό χώρο μπορεί να είναι άμεσες ή έμμεσες. Αυτό σημαίνει ότι κάποιες πράξεις δεν ανιχνεύονται εύκολα από το θύμα. Και αυτό επιβαρύνει σιωπηλά την ψυχολογική του κατάσταση και απόδοση. Οι λεκτικές επιθέσεις και απειλές αφορούν στη λεκτική κακοποίηση που στοχεύει στον στιγματισμό και τον υποβιβασμό του θύματος. Οι υποτιμητικές εκφράσεις ή η μεταφορά κακόβουλων ψευδών φημών για το άτομο μεταξύ συναδέλφων, αποσκοπούν στην ηθική του κατάπτωση και στον εκφοβισμό του. Επίσης, η επιβολή περισσότερων καθηκόντων από ιεραρχικά ανώτερους προϊσταμένους ή εργασίες που δεν συνάδουν με αρμοδιότητες της θέσης του υπαλλήλου, αποτελούν μορφή συναισθηματικής κακοποίησης. Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί πως και η ανάθεση μη διαχειρίσιμου φόρτου εργασίας ή η υπερβολική εποπτεία του εργαζομένου αποτελούν βίες και εκφοβιστικές πράξεις εις βάρος των θυμάτων.

Από την άλλη, ο σκόπιμος αποκλεισμός από  εργασίες και αρμοδιότητες στοχεύει στην αμφισβήτηση των ικανοτήτων του θύματος, έως τον εξαναγκασμό του σε παραίτηση. Ακόμη, το ισχυρό εξουσιαστικό σύστημα με την αυστηρή ιεραρχία, σε πολλούς οργανισμούς και υπηρεσίες, ωθεί σε απαγορευτικές συμπεριφορές προς ιεραρχικά κατώτερους υπαλλήλους. Η εξύψωση τόνου φωνής, τα υποτιμητικά σχόλια και δημόσιες ανάρμοστες παρατηρήσεις, αποσκοπούν στη χειραγώγηση και την υπονόμευση του θύματος. Αυτές οι συμπεριφορές επιφέρουν βαθύτατες ψυχολογικές συνέπειες στα άτομα, όπως ανεξέλεγκτο άγχος, διαρκές αίσθημα φόβου, κρίσεις πανικού και απώλεια αυτοεκτίμησης. Φυσικά, αυτές οι ψυχικές επιπτώσεις εν καιρώ σωματοποιούνται, όπου τα άτομα πλέον παραλύουν σωματικά και αδυνατούν να ανταποκριθούν στις καθημερινές τους ανάγκες. Για αυτούς τους λόγους, η ταχύτατη εκδήλωση και εξάπλωση του φαινομένου έχει κινητοποιήσει τους εργαζόμενους προς εξωτερίκευση των κακοποιητικών πράξεων και γνωστοποίηση στις αρμόδιες αρχές για άμεση αντιμετώπιση του προβλήματος.

Είναι αξιοσημείωτη η αύξηση των καταγγελιών της ηθικής και λεκτικής κακοποίησης στους επαγγελματικούς χώρους στην Ελλάδα, προκαλώντας ιδιαίτερο προβληματισμό τόσο σε φορείς όσο και στο κοινωνικό σύνολο. Σε αυτό το γεγονός, έχουν αναμφίβολα συμβάλλει και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η αυξημένη προώθηση και ενθάρρυνση στα μέσα δικτύωσης καταγγελιών βίαιων φαινομένων, αποδομούν ολοένα και περισσότερο την κουλτούρα της σιωπής. Η νεότερη γενιά εργαζομένων αναγνωρίζει πιο άμεσα τις απαγορευτικές συμπεριφορές λόγω της έγκαιρης ενημέρωσης και στρέφεται πιο εύκολα στην καταγγελία. Οι μελέτες αποκαλύπτουν πως οι νεότερες γενιές έχουν προτεραιοποιήσει την ψυχική τους υγεία και δεν αποδέχονται τη τοξικότητα ως «μέρος της δουλειάς». Αυτό δεν σημαίνει πως δεν ενδιαφέρονται για την επαγγελματική τους πρόοδο αλλά αντιθέτως επιθυμούν υγιείς εργασιακές συνθήκες. Η κουλτούρα της ανοχής και υπομονής σε ανάρμοστες συμπεριφορές των προϊσταμένων και ανώτερων διοικητικά προσώπων έχει εξασθενήσει, δίνοντας «σκυτάλη» στην άμεση εξωτερίκευση και καταγγελία αυτών. Ταυτόχρονα η αύξηση φόβου και κινδύνων για την ψυχική υγεία, με την έξαρση εκδηλώσεων σοβαρών συναισθηματικών και σωματικών διαταραχών, έχουν ενεργοποιήσει τους εργαζομένους που εστιάζουν πλέον στην ψυχική τους ευημερία. Αυτές οι συνθήκες, σε συνδυασμό με την ψηφιακή ορατότητα που αυξάνει το κόστος δυσφήμισης για τις τοξικές επιχειρήσεις, ωθούν στην ταχύτερη προσφυγή σε καταγγελία.

Εν κατακλείδι, είναι κοινωνικά αποδεκτό πως η επαναλαμβανόμενη συστηματική έκθεση στις επιβλαβείς και κακοποιητικές συμπεριφορές στην εργασία, συνεπάγεται σταδιακά σοβαρές επιπτώσεις σε ψυχολογικό και σωματικό επίπεδο. Αξίζει να υπογραμμίζεται καθημερινά το αρνητικό αντίκτυπο του mobbing και της λεκτικής κακοποίησης, γενικότερα στην καθημερινή ζωή των εργαζομένων, και να προάγεται η σημασία της καταγγελίας των υπευθύνων. Συνιστάται η άμεση θέσπιση μέτρων για την προστασία δικαιωμάτων και αξιοπρέπειας των εργαζομένων και η συγκρότηση τμήματος καταγγελιών ή υπεύθυνων διασφάλισης δικαιωμάτων των εργαζομένων σε κάθε επαγγελματικό χώρο. Επίσης είναι αναγκαία η έγκαιρη ενημέρωση όλων για την έμμεση μορφή βίας και κάθε είδος κακοποίησης ώστε να αντιμετωπίζεται εγκαίρως.

Η κοινωνία οφείλει να είναι ενεργή στηρίζοντας τα θύματα βίας και ιδίως στον επαγγελματικό χώρο, όπου απαιτείται συλλογική ευαισθητοποίηση των εργαζομένων. Η λήψη μέτρων και επιμόρφωση των ανώτερων διοικητικά προσώπων στις αρχές επαγγελματικής συμπεριφοράς και δεοντολογίας, σε συνδυασμό με τη στοχευμένη ενημέρωση εργαζομένων περί των δικαιωμάτων τους, αποτελούν βασικούς παράγοντες πρόληψης και διαχείρισης της βίας και της εργασιακής παρενόχλησης. Η αύξηση των καταγγελιών αποτελεί το σημαντικότερο «σκαλοπάτι» για την καταστολή της βίας, την ενίσχυση ψυχικής ανθεκτικότητας και κατά επέκταση της επαγγελματικής αποτελεσματικότητας.

Βιβλιογραφία

Grotto-de-Souza, J., Pohl, H. H., & Aguiar-Ribeiro, D. (2023). Mobbing as a source of psychological harm in workers. Revista brasileira de medicina do trabalho : publicacao oficial da Associacao Nacional de Medicina do Trabalho-ANAMT, 20(4), 670–675. https://doi.org/10.47626/1679-4435-2022-766

Koinis, A., Papathanasiou, I. V., Kouroutzis, I., Papathanasiou, I., Anagnostopoulou, D., Androutsakos, I., Papandreou, M., Katsaiti, I., Tsioumas, N., Mourtziapi, M., Sarafis, P., & Malliarou, M. (2025). The Effect of Workplace Mobbing on Positive and Negative Emotions: The Mediating Role of Psychological Resilience Among Nurses. Healthcare, 13(15), 1915. https://doi.org/10.3390/healthcare13151915

Hershcovis, M. S., Reich, T. C., & Niven, K. (2015). Workplace bullying: Causes, consequences, and intervention strategies. Society for Industrial and Organizational Psychology. https://www.siop.org/wp-content/uploads/legacy/docs/White%20Papers/WorkplaceBullyingFINAL.pdf