Γιατί οι έφηβοι εκφράζουν τον ψυχικό πόνο διαφορετικά από τους ενήλικες;
Η εφηβεία είναι μια περίοδος έντονων βιολογικών, γνωστικών και κοινωνικών αλλαγών. Δεν αποτελεί έκπληξη, λοιπόν, ότι και ο τρόπος με τον οποίο οι έφηβοι βιώνουν και εκφράζουν τον ψυχικό πόνο διαφέρει σημαντικά από εκείνον των ενηλίκων. Ένας έφηβος που δυσκολεύεται ψυχικά δεν θα πει πάντα «νιώθω θλίψη» ή «έχω άγχος». Αντίθετα, μπορεί να εκδηλώσει τη δυσφορία του μέσα από θυμό, απόσυρση, έντονες συγκρούσεις, πτώση της σχολικής επίδοσης ή ακόμη και επικίνδυνες συμπεριφορές.
Η κατανόηση αυτών των διαφορών είναι σημαντική, καθώς βοηθά γονείς, εκπαιδευτικούς και επαγγελματίες ψυχικής υγείας να αναγνωρίζουν έγκαιρα τα σημάδια ότι ένας έφηβος χρειάζεται υποστήριξη.
Ο εγκέφαλος των εφήβων βρίσκεται ακόμη σε ανάπτυξη
Ένας από τους βασικότερους λόγους που οι έφηβοι αντιδρούν διαφορετικά είναι ότι ο εγκέφαλός τους εξακολουθεί να αναπτύσσεται. Η περιοχή που σχετίζεται με τον σχεδιασμό, τον αυτοέλεγχο, τη λήψη αποφάσεων και τη ρύθμιση των συναισθημάτων – ο προμετωπιαίος φλοιός – ωριμάζει σταδιακά και συνεχίζει να αναπτύσσεται μέχρι και τη δεκαετία των 20 ετών (Casey et al., 2008).
Αντίθετα, περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με τα συναισθήματα και την αναζήτηση ανταμοιβής ενεργοποιούνται νωρίτερα. Αυτή η «ασύγχρονη» ανάπτυξη εξηγεί γιατί οι έφηβοι μπορεί να αντιδρούν πιο παρορμητικά, να δυσκολεύονται να διαχειριστούν έντονα συναισθήματα ή να παίρνουν αποφάσεις που οι ενήλικες θεωρούν παράλογες (Steinberg, 2008).
Ο ψυχικός πόνος δεν εκφράζεται πάντα με θλίψη
Στους ενήλικες, η κατάθλιψη συχνά συνδέεται με εμφανή θλίψη, απώλεια ενδιαφέροντος και μειωμένη ενέργεια. Στους εφήβους, όμως, η εικόνα μπορεί να είναι διαφορετική.
Η ευερεθιστότητα, οι συχνοί καβγάδες, η επιθετικότητα ή οι έντονες εναλλαγές στη διάθεση μπορεί να αποτελούν εκδηλώσεις ψυχικής δυσφορίας και όχι απλώς «δύσκολη συμπεριφορά». Για τον λόγο αυτό, τα διεθνή διαγνωστικά κριτήρια αναγνωρίζουν ότι στους εφήβους η ευερεθιστότητα μπορεί να αντικαταστήσει τη θλίψη ως βασικό σύμπτωμα της κατάθλιψης (American Psychiatric Association, 2022).
Οι συμπεριφορές μπορεί να «μιλούν» αντί για τα συναισθήματα
Πολλοί έφηβοι δυσκολεύονται να περιγράψουν αυτό που νιώθουν. Αντί να πουν ότι βιώνουν έντονο άγχος ή φόβο, μπορεί να αρχίσουν να αποφεύγουν το σχολείο, να απομονώνονται από τους φίλους τους ή να περνούν πολλές ώρες μόνοι τους.
Άλλοι μπορεί να εμφανίσουν δυσκολίες στον ύπνο, αλλαγές στην όρεξη, συχνά σωματικά ενοχλήματα χωρίς σαφή ιατρική αιτία ή απότομη πτώση στις σχολικές επιδόσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο ψυχικός πόνος μπορεί να εκδηλωθεί μέσω αυτοτραυματισμών, χρήσης ουσιών ή άλλων επικίνδυνων συμπεριφορών. Αυτές οι συμπεριφορές δεν αποτελούν απαραίτητα προσπάθεια προσέλκυσης προσοχής· συχνά λειτουργούν ως τρόποι διαχείρισης έντονων συναισθημάτων που ο έφηβος δεν γνωρίζει πώς να εκφράσει διαφορετικά (Nock, 2010).
Η ανάγκη για ανεξαρτησία μπορεί να κρύβει ευαλωτότητα
Η εφηβεία χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια ανάπτυξης αυτονομίας. Είναι φυσιολογικό οι έφηβοι να επιδιώκουν μεγαλύτερη ανεξαρτησία από την οικογένεια και να στρέφονται περισσότερο προς τους συνομηλίκους τους.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζονται την υποστήριξη των γονέων τους. Αντίθετα, ακόμη και όταν δείχνουν αποστασιοποιημένοι ή αντιδραστικοί, οι περισσότεροι έφηβοι εξακολουθούν να έχουν ανάγκη από σταθερές σχέσεις, σαφή όρια και ενήλικες που μπορούν να ακούσουν χωρίς να τους επικρίνουν.
Πότε χρειάζεται να ανησυχήσουν οι γονείς;
Δεν αποτελεί κάθε αλλαγή στη συμπεριφορά ένδειξη ψυχικής διαταραχής. Ωστόσο, είναι σημαντικό να αναζητηθεί επαγγελματική αξιολόγηση όταν οι αλλαγές είναι έντονες, επιμένουν για αρκετές εβδομάδες ή επηρεάζουν σημαντικά τη λειτουργικότητα του εφήβου.
Σημάδια που αξίζει να αξιολογηθούν περιλαμβάνουν:
- επίμονη κοινωνική απόσυρση,
- σημαντική πτώση στη σχολική επίδοση,
- έντονη ευερεθιστότητα ή ξεσπάσματα,
- διαταραχές ύπνου ή όρεξης,
- απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες που παλαιότερα απολάμβανε,
- αναφορές σε αυτοτραυματισμό ή αυτοκτονικό ιδεασμό.
Η έγκαιρη παρέμβαση μπορεί να μειώσει τη διάρκεια και τη σοβαρότητα των δυσκολιών και να ενισχύσει την ψυχική ανθεκτικότητα του εφήβου.
Πώς μπορούν να βοηθήσουν οι γονείς;
Η πρώτη και σημαντικότερη βοήθεια είναι να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον στο οποίο ο έφηβος αισθάνεται ότι μπορεί να μιλήσει χωρίς φόβο ότι θα κριθεί ή θα υποτιμηθεί. Η ενεργητική ακρόαση, η αποφυγή βιαστικών συμβουλών και η αναγνώριση των συναισθημάτων του συμβάλλουν στη δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης.
Εάν οι δυσκολίες επιμένουν ή επιδεινώνονται, η αναζήτηση βοήθειας από επαγγελματία ψυχικής υγείας δεν αποτελεί ένδειξη αποτυχίας των γονέων. Αντίθετα, αποτελεί μια υπεύθυνη κίνηση που μπορεί να βοηθήσει τον έφηβο να κατανοήσει καλύτερα τα συναισθήματά του και να αναπτύξει αποτελεσματικότερους τρόπους αντιμετώπισής τους.
Στο Traumahelp παρέχονται υπηρεσίες ψυχολογικής υποστήριξης για παιδιά και εφήβους, καθώς και συμβουλευτική γονέων, όταν η οικογένεια χρειάζεται καθοδήγηση για τη διαχείριση των δυσκολιών που αντιμετωπίζει το παιδί.
Βιβλιογραφία
American Psychiatric Association. (2022). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (5th ed., text rev.; DSM-5-TR). American Psychiatric Association.
Casey, B. J., Jones, R. M., & Hare, T. A. (2008). The adolescent brain. Annals of the New York Academy of Sciences, 1124(1), 111–126. https://doi.org/10.1196/annals.1440.010
Nock, M. K. (2010). Self-injury. Annual Review of Clinical Psychology, 6, 339–363. https://doi.org/10.1146/annurev.clinpsy.121208.131258
Steinberg, L. (2008). A social neuroscience perspective on adolescent risk-taking. Developmental Review, 28(1), 78–106. https://doi.org/10.1016/j.dr.2007.08.002
Thapar, A., Collishaw, S., Pine, D. S., & Thapar, A. K. (2012). Depression in adolescence. The Lancet, 379(9820), 1056–1067. https://doi.org/10.1016/S0140-6736(11)60871-4