Γιατί δυσκολεύονται οι ψυχολόγοι με ασθενείς με αυτοκτονικό ιδεασμό ;
Γράφει η Πηνελόπη Πόπα
Ένας ψυχολόγος , στα πλαίσια της εργασιακής σταδιοδρομίας του, έχει να αντιμετωπίσει ποικίλα απαιτητικά κλινικά περιστατικά. Ωστόσο, από τα πιο δύσκολα προς διαχείριση είναι ο αυτοκτονικός ιδεασμός ως σύμπτωμα σε πολλές κλινικές περιπτώσεις . Οι ειδικοί καλούνται να διαχειριστούν ασθενείς που βιώνουν έντονη ψυχική οδύνη, απελπισία και συχνά εκφράζουν σκέψεις ή προθέσεις αυτοκτονίας. Παρόλο που η σύγχρονη επιστήμη έχει αναπτύξει αποτελεσματικές θεραπευτικές παρεμβάσεις, η θεραπεία με αυτοκτονικούς ασθενείς εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο (Michaud et al., 2021).
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, περισσότεροι από 720.000 άνθρωποι πεθαίνουν από αυτοκτονία κάθε χρόνο παγκοσμίως, ενώ η αυτοκτονία συγκαταλέγεται στις κύριες αιτίες θανάτου των νέων ηλικίας 15-29 ετών (World Health Organization [WHO], 2025). Επιπλέον, για κάθε ολοκληρωμένη αυτοκτονία εκτιμάται ότι πραγματοποιούνται περίπου είκοσι απόπειρες, γεγονός που καταδεικνύει τη σοβαρότητα του φαινομένου (WHO, 2025).
Γιατί το καθιστά δύσκολο;
Οι ψυχολόγοι δυσκολεύονται στη διαχείριση αυτοκτονικών ασθενών , διότι αντιμετωπίζουν και οι ίδιοι αρκετές δυσκολίες. Για αρχή , η πρόβλεψη της αυτοκτονικής συμπεριφοράς θεωρείται αβέβαιη και ανακριβής. Αφενός υπάρχουν γνωστοί παράγοντες κινδύνου, όπως η κατάθλιψη, οι προηγούμενες απόπειρες αυτοκτονίας και η κοινωνική απομόνωση, που καθιστούν την αυτοκτονικότητα δυνητική , αφετέρου κανένα εργαλείο αξιολόγησης δεν μπορεί να προβλέψει με απόλυτη βεβαιότητα ποιος ασθενής θα επιχειρήσει αυτοκτονία (Melzer et al., 2024). Το κλινικό έργο δυσχεραίνεται από την πολυπλοκότητα των αιτιών της αυτοκτονικής συμπεριφοράς. Η αβεβαιότητα και η πολυπαραγοντικότητα της δημιουργούν σημαντικό άγχος στους επαγγελματίες ψυχικής υγείας και τους τοποθετεί σε μια θέση ισχύος αλλά με αρκετή βαρύτητα στο λόγο και στη βοήθεια που θα προσφέρουν. Γι’ αυτό και έχουν μεγάλη ευθύνη για την προστασία της ζωής των ασθενών τους.
Συχνά βρίσκονται αντιμέτωποι με δύσκολα ηθικά και δεοντολογικά διλήμματα και ζητήματα , όπως το πότε πρέπει να παραβιάσουν την εμπιστευτικότητα για λόγους ασφάλειας ή πότε είναι αναγκαία η ακούσια νοσηλεία. Επιβαρύνονται ,επομένως, πολύ συναισθηματικά και η πίεση που βιώνουν, μαζί με τη συνεχή έκθεση στον ψυχικό πόνο, την απελπισία και τις αυτοκαταστροφικές σκέψεις των ασθενών λειτουργούν αρνητικά πάνω τους . Ακόμα, η βιβλιογραφία αναφέρει ότι οι αυτοκτονικοί ασθενείς προκαλούν συχνά έντονα φαινόμενα αντιμεταβίβασης (countertransference), δηλαδή συναισθηματικές αντιδράσεις του θεραπευτή απέναντι στον θεραπευόμενο. Οι αντιδράσεις αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν υπερπροστατευτικότητα, ενοχή, αίσθημα ανεπάρκειας ή ακόμη και αποφυγή της συζήτησης γύρω από την αυτοκτονία (Michaud et al., 2021).
Ύστερα, είναι το burnt out των ψυχολόγων, ψυχολογικό και επαγγελματικό. Η συνεχής επαγρύπνηση και το αυξημένο αίσθημα ευθύνης μπορεί να οδηγήσουν σε επαγγελματική εξουθένωση. Οι ψυχολόγοι που εργάζονται συστηματικά με ασθενείς υψηλού κινδύνου, όπως οι αυτοκτονικοί ασθενείς, εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα συναισθηματικής κόπωσης και δευτερογενούς τραυματικού στρες (Michaud et al., 2021). Παράλληλα, το σύστημα υγείας περιορίζεται. Οι δομές ψυχικής υγείας υποστελεχώνονται, οι λίστες αναμονής είναι μεγάλες και οι ψυχολόγοι συχνά δεν διαθέτουν τον απαραίτητο χρόνο ή τους πόρους για εντατική παρακολούθηση ασθενών υψηλού κινδύνου, γεγονός που αυξάνει περαιτέρω το άγχος και τις δυσκολίες της παρέμβασης (WHO, 2025).
Μία ακόμη δυσκολία αφορά την απόκρυψη αυτοκτονικών σκέψεων από τους ίδιους τους ασθενείς. Πολλοί αυτοκτονικοί ασθενείς δεν αποκαλύπτουν πλήρως τις σκέψεις ή τα σχέδιά τους. Ο φόβος του στιγματισμού, της νοσηλείας ή της αντίδρασης των οικείων τους συχνά τους οδηγεί στην απόκρυψη κρίσιμων πληροφοριών. Ως αποτέλεσμα, η αξιολόγηση του κινδύνου καθίσταται ιδιαίτερα απαιτητική (WHO, 2025).
Από την άλλη πλευρά , και οι ίδιοι οι ειδικοί αποφεύγουν να ρωτήσουν ευθέως και να θίξουν αυτό το ευαίσθητο θέμα. Η στάση αυτή έχει συσχετιστεί με παράγοντες όπως η δυσφορία κατά τη συζήτηση του θέματος, ο φόβος ανάληψης ευθύνης για τη διαχείριση πιθανών αποκαλύψεων, η εσφαλμένη πεποίθηση ότι η αναφορά στην αυτοκτονία ενδέχεται να ενισχύσει ή να προκαλέσει αυτοκτονικό ιδεασμό στους ασθενείς και η ανησυχία αντιμετώπισης σύνθετων θεραπευτικών, ηθικών ή νομικών υποχρεώσεων (Dazzi et al., 2014). Ωστόσο, τα ερευνητικά δεδομένα δεν υποστηρίζουν την άποψη ότι η συζήτηση γύρω από την αυτοκτονία αυξάνει τον κίνδυνο αυτοκτονικού ιδεασμού ή συμπεριφοράς. Αντιθέτως, συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις έχουν καταδείξει ότι η άμεση διερεύνηση των αυτοκτονικών σκέψεων αποτελεί ασφαλή πρακτική και μπορεί να διευκολύνει την έγκαιρη αναγνώριση ατόμων υψηλού κινδύνου και την παροχή κατάλληλων παρεμβάσεων (Dazzi et al., 2014; Polihronis et al., 2020).
Κοινωνική Σκοπιά
Η αυτοκτονικότητα , όπως προαναφέρθηκε, δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά μέσω ατομικών ψυχολογικών παραγόντων. Σύγχρονες έρευνες αναδεικνύουν τον σημαντικό ρόλο κοινωνικών μεταβλητών, όπως η ανεργία, η φτώχεια, η κοινωνική απομόνωση, η μοναξιά, οι διακρίσεις και η έλλειψη κοινωνικής υποστήριξης (WHO, 2025). Η ψυχική κατάσταση του ατόμου μπορεί να επηρεαστεί από χρόνιες κοινωνικές δυσκολίες που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποκλειστικά μέσω της ψυχοθεραπείας. Ακόμη και όταν η θεραπεία είναι αποτελεσματική, η επιστροφή του ατόμου σε ένα δυσλειτουργικό κοινωνικό περιβάλλον μπορεί να αυξήσει εκ νέου τον κίνδυνο αυτοκτονικής συμπεριφοράς (Teismann et al., 2024).
Ευαισθητοποίηση και θεραπευτική συμμαχία
Η κοινωνική ευαισθητοποίηση αποτελεί καίριο παράγοντα πρόληψης της αυτοκτονίας. Δυστυχώς, το στίγμα γύρω από την ψυχική ασθένεια και την αυτοκτονικότητα εξακολουθεί να εδραιώνεται και να λειτουργεί αποτρεπτικά στην αναζήτηση βοήθειας. Σύμφωνα με τον WHO (2025), πολλοί άνθρωποι αποφεύγουν να μιλήσουν για τις αυτοκτονικές τους σκέψεις εξαιτίας φόβου κοινωνικής απόρριψης ή αρνητικής αξιολόγησης. Ωστόσο, προτείνεται η ενημέρωση γύρω από το θέμα ώστε να αναγνωρίζονται έγκαιρα τα προειδοποιητικά σημάδια και να αποφεύγονται δυσάρεστα γεγονότα. Χρυσό κλειδί αποτελεί η ανοικτή και μη επικριτική συζήτηση με άμεσο στόχοι ένα ασφαλές σχέδιο αντιμετώπισης των έντονων σκέψεων (Melzer et al., 2024). Η θεραπευτική συμμαχία, στο θεραπευτικό πλαίσιο, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες επιτυχούς παρέμβασης, καθώς συμβάλλει στη μείωση του αισθήματος απομόνωσης και ενισχύει την ελπίδα του ασθενούς.
Το σημαντικό είναι
Ότι η αυτοκτονικότητα δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας, αλλά συχνά την έκφραση ενός βαθύτατου ψυχικού πόνου που το άτομο αδυνατεί να διαχειριστεί μόνο του. Η πρόληψη της αυτοκτονίας δεν είναι αποκλειστικά ευθύνη των επαγγελματιών ψυχικής υγείας, αλλά υπόθεση ολόκληρης της κοινωνίας. Η ενσυναίσθηση, η αποδοχή και η διάθεση να ακούσουμε χωρίς επικριτικό ύφος μπορούν να δώσουν ένα χέρι βοήθειας σε ανθρώπους που το έχουν ανάγκη και που έχουν χάσει την ελπίδα τους. Κάθε συζήτηση, κάθε στιγμή κατανόησης, κάθε βλέμμα συμπόνιας και κάθε σχέση μπορεί να αποτελέσει ένα βήμα προς το καλύτερο. Το πιο αξιομνημόνευτο είναι ότι κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να μένει μόνος απέναντι στο ψυχικό του πόνο . Δεν είναι κατακριτέο να ζητάμε βοήθεια , και δεν στοιχίζει τίποτα να προσφέρουμε βοήθεια στον συνάνθρωπο μας, γιατί και το απειροελάχιστο που θα κάνουμε μπορεί να είναι αρκετό για να κρατήσει κάποιον στη ζωή μέχρι να μπορέσει να νιώσει αισιόδοξα ξανά.
Βιβλιογραφικές αναφορές
Dazzi, T., Gribble, R., Wessely, S., & Fear, N. T. (2014). Does asking about suicide and related behaviours induce suicidal ideation? What is the evidence? Psychological Medicine, 44(16), 3361–3363.
Melzer, L., Forkmann, T., Friedrich, S., & Teismann, T. (2024). Therapeutic alliance and suicidal ideation in brief cognitive behavioral therapy for outpatients. BMC Psychiatry, 24, Article 755.
Michaud, L., Greenway, K. T., Corbeil, S., & Richard-Devantoy, S. (2023). Countertransference toward suicidal patients: A systematic review. Current Psychology, 42(1), 416–430.
Polihronis, C., Cloutier, P., Kaur, J., Skinner, R., & Cappelli, M. (2020). What’s the harm in asking? A systematic review and meta-analysis on the risks of asking about suicide-related behaviors and self-harm with individuals at risk of suicide. Clinical Psychology Review, 81, Article 101878.
Teismann, T., Forkmann, T., & Glaesmer, H. (2024). Current approaches in suicide prevention and psychotherapy. European Journal of Psychiatry, 38(2), 85–97.
World Health Organization. (2025). Suicide.