Διπολική Διαταραχή, Εγκληματικότητα και Ποινική Δικαιοσύνη: Ψυχοπαθολογία ή Εγκληματική Ευθύνη;
Γράφει η Πηνελόπη Πόπα
Η σχέση μεταξύ ψυχικών διαταραχών και εγκληματικότητας αποτελεί ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα της σύγχρονης εγκληματολογίας και ψυχιατροδικαστικής. Ειδικότερα, η Διπολική Διαταραχή έχει απασχολήσει ερευνητές, νομικούς και επαγγελματίες ψυχικής υγείας, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις συνδέεται με αυξημένη παρορμητικότητα, μειωμένη κριτική ικανότητα και επικίνδυνες συμπεριφορές. Αν και τα άτομα με ψυχικές διαταραχές συχνά παρουσιάζονται από τα μέσα ενημέρωσης ως επικίνδυνα, η σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι η σύνδεση μεταξύ ψυχικής ασθένειας και εγκληματικότητας είναι πολύ πιο σύνθετη από ό,τι συνήθως πιστεύεται (Fovet et al., 2015). Η ύπαρξη μιας ψυχικής διαταραχής δεν συνεπάγεται αυτομάτως με εγκληματική συμπεριφορά, ούτε αναιρεί κατ’ ανάγκη την ποινική ευθύνη του ατόμου.
Επεξηγηματικά, η διπολική διαταραχή είναι μια σοβαρή διαταραχή της διάθεσης που χαρακτηρίζεται από εναλλαγές μεταξύ μανιακών ή υπομανιακών επεισοδίων και καταθλιπτικών φάσεων. Κατά τη διάρκεια ενός μανιακού επεισοδίου, το άτομο ίσως να εμφανίσει υπερβολική αυτοπεποίθηση, μειωμένη ανάγκη για ύπνο, αυξημένη ενεργητικότητα, παρορμητικότητα, επιθετικότητα και σε ορισμένες περιπτώσεις ψυχωτικά συμπτώματα, όπως παραληρητικές ιδέες ή ψευδαισθήσεις. Αντιθέτως, κατά την καταθλιπτική φάση παρατηρείται έντονη θλίψη, κοινωνική απόσυρση και αυξημένος κίνδυνος αυτοκτονικού ιδεασμού.
Μελέτες
Η διεθνής βιβλιογραφία δείχνει ότι τα άτομα με διπολική διαταραχή παρουσιάζουν ελαφρώς αυξημένη πιθανότητα εμπλοκής σε βίαιες ή παραβατικές συμπεριφορές σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό. Οι Fazel και συνεργάτες (2010), σε μεγάλη πληθυσμιακή μελέτη, διαπίστωσαν ότι ο κίνδυνος βίαιων αδικημάτων είναι αυξημένος κυρίως όταν συνυπάρχει κατάχρηση αλκοόλ ή άλλων ψυχοδραστικών ουσιών. Αντίστοιχα, οι Verdolini και συνεργάτες (2018), μέσω μετα-ανάλυσης, συμπέραναν ότι η Διπολική Διαταραχή από μόνη της δεν αποτελεί ισχυρό προγνωστικό παράγοντα εγκληματικότητας, αλλά ο κίνδυνος αυξάνεται όταν συνυπάρχουν παράγοντες, όπως η εξάρτηση από ουσίες, η αντικοινωνική συμπεριφορά και η έλλειψη θεραπευτικής συμμόρφωσης. Παράλληλα, μετα-αναλυτικά δεδομένα έδειξαν ότι περίπου το 7,1% των ατόμων με διπολική διαταραχή είχε εμπλακεί σε κάποια μορφή βίαιης εγκληματικής συμπεριφοράς (Verdolini et al., 2018).
Τι είδους εγκλήματα θα συναντήσουμε
Τα εγκλήματα που έχουν συσχετιστεί πιο συχνά με σοβαρά μανιακά επεισόδια είναι οι επιθετικές συμπεριφορές, σωματικές βλάβες, απειλές, διατάραξη κοινής ειρήνης, επικίνδυνη οδήγηση, οικονομικές απάτες ή πράξεις που απορρέουν από παρορμητικές αποφάσεις. Παράλληλα, πιο σπάνια έχουν καταγραφεί ανθρωποκτονίες ή σοβαρές πράξεις βίας, κυρίως όταν συνυπάρχουν ψυχωτικά συμπτώματα ή χρήση ουσιών (Fazel et al., 2010).
Παρά ταύτα, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η πλειονότητα των ατόμων με διπολική διαταραχή δεν διαπράττει εγκλήματα και συχνότερα αποτελεί θύμα κοινωνικού στιγματισμού παρά απειλή για την κοινωνία. Η σύνδεση της ψυχικής ασθένειας με την εγκληματικότητα συχνά ενισχύεται από στερεότυπα και υπεραπλουστεύσεις που αναπαράγονται από τα μέσα ενημέρωσης.
Ποινική αντιμετώπιση
Στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν εκτεταμένα εθνικά στατιστικά στοιχεία που να καταγράφουν ειδικά τη συμμετοχή ατόμων με διπολική διαταραχή σε εγκληματικές πράξεις. Παρόλα αυτά, η ποινική αντιμετώπιση των ατόμων αυτών καθορίζεται από τον Ποινικό Κώδικα. Σύμφωνα με το άρθρο 34, εάν κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης ο δράστης, λόγω διαταραχής των πνευματικών λειτουργιών ή της συνείδησής του, αδυνατούσε να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, δεν του καταλογίζεται ποινική ευθύνη (Douzenis, 2014). Σε αυτή την περίπτωση, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την εισαγωγή του σε κατάλληλη ψυχιατρική δομή για θεραπευτικούς και προστατευτικούς λόγους. Όταν η ικανότητα καταλογισμού δεν έχει εξαλειφθεί πλήρως αλλά έχει σημαντικά μειωθεί, εφαρμόζεται η έννοια του μειωμένου καταλογισμού, η οποία οδηγεί σε ελαφρύτερη ποινική μεταχείριση.
Αρκεί μια διάγνωση;
Η δικαστική αξιολόγηση βασίζεται συνήθως σε ψυχιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη, η οποία εξετάζει εάν κατά τον χρόνο τέλεσης του αδικήματος το άτομο βρισκόταν σε ενεργό μανιακό ή ψυχωτικό επεισόδιο και κατά πόσο αυτό επηρέασε την αντίληψη και τον έλεγχο της συμπεριφοράς του (Johnston et al., 2023). Συνεπώς, η διάγνωση της διπολικής διαταραχής από μόνη της δεν αρκεί για την απαλλαγή από την ποινική ευθύνη, αλλά απαιτείται τεκμηρίωση ότι τα συμπτώματα επηρέασαν ουσιωδώς την ικανότητα καταλογισμού τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
Παράδειγμα Πραγματικής Υπόθεσης
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της σύνθετης σχέσης μεταξύ διπολικής διαταραχής και ποινικής ευθύνης εμφανίζεται στη δολοφονία της Κυριακής Γρίβα το 2024. Κατά τη διάρκεια της δίκης, η υπερασπιστική γραμμή υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα, από τα οποία ένα ήταν η διπολική διαταραχή. Ωστόσο, οι ψυχιατρικές πραγματογνωμοσύνες που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, παρά την ύπαρξη ψυχικής διαταραχής, ο δράστης είχε επίγνωση των πράξεών του και μπορούσε να αντιληφθεί το άδικο της συμπεριφοράς του κατά τον χρόνο τέλεσης του εγκλήματος (Thestival, 2025).
Συνεπώς, η συζήτηση γύρω από τη διπολική διαταραχή και την εγκληματικότητα εγείρει σημαντικούς κοινωνικούς προβληματισμούς. Ναι μεν, η κοινωνία οφείλει να προστατεύεται από επικίνδυνες συμπεριφορές, είναι απαραίτητο δε να αποφεύγεται η γενίκευση που ταυτίζει την ψυχική ασθένεια με τη επιθετικότητα και παραβατικότητα. Ο στιγματισμός των ψυχικά παθόντων ατόμων τους οδηγεί σε κοινωνικό αποκλεισμό, δυσκολίες πρόσβασης στην εργασία και αποφυγή αναζήτησης θεραπείας. Η πρόκληση που καλείται να αντιμετωπίσει το σύστημα υγείας, το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης και το κάθε άτομο μεμονωμένα είναι η ισορροπία ανάμεσα στην προστασία της κοινωνίας, τον σεβασμό των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών και την παροχή κατάλληλης θεραπευτικής υποστήριξης, ώστε η ψυχική ασθένεια να αντιμετωπίζεται πάνω από όλα ως ζήτημα υγείας και όχι μόνο υπό το πρίσμα της εγκληματικότητάς.
Βιβλιογραφία
Douzenis, A., Tsopelas, C., & Lykouras, L. (2014). Mental health law in Greece. International psychiatry : bulletin of the Board of International Affairs of the Royal College of Psychiatrists, 11(1), 11–12.
Fazel, S., Lichtenstein, P., Grann, M., Goodwin, G. M., & Långström, N. (2010). Bipolar disorder and violent crime: new evidence from population-based longitudinal studies and systematic review. Archives of general psychiatry, 67(9), 931–938. https://doi.org/10.1001/archgenpsychiatry.2010.97
Fovet, T., Geoffroy, P. A., Vaiva, G., Adins, C., Thomas, P., & Amad, A. (2015). Individuals with bipolar disorder and their relationship with the criminal justice system: a critical review. Psychiatric services (Washington, D.C.), 66(4), 348–353. https://doi.org/10.1176/appi.ps.201400104
Johnston, E. L., Runyan, K. D., Silva, F. J., & Maldonado Fuentes, F. (2023). Diminished criminal responsibility: A multinational comparative review. International journal of law and psychiatry, 91, 101919. https://doi.org/10.1016/j.ijlp.2023.101919
Thestival Team. (2025, July 22). Δολοφονία Γρίβα: «Είχε πλήρη επίγνωση των πράξεών του, χειριστική η απόπειρα αυτοκτονίας του 40χρονου», κατέθεσε ψυχίατρος στη δίκη. Thestival. https://www.thestival.gr/eidiseis/dikastika/dolofonia-griva-eiche-pliri-epignosi-t/
Verdolini, N., Pacchiarotti, I., Köhler, C. A., Reinares, M., Samalin, L., Colom, F., Tortorella, A., Stubbs, B., Carvalho, A. F., Vieta, E., & Murru, A. (2018). Violent criminal behavior in the context of bipolar disorder: Systematic review and meta-analysis. Journal of affective disorders, 239, 161–170. https://doi.org/10.1016/j.jad.2018.06.050