Μπορεί η απουσία έντονης συναισθηματικής αντίδρασης να σημαίνει απουσία ψυχολογικής επιβάρυνσης;
Γιατί οι αντιδράσεις μετά από μια τραυματική εμπειρία διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο και γιατί η εξωτερική εικόνα δεν αποκαλύπτει πάντα τι βιώνει κάποιος.
Όταν ένας άνθρωπος βιώνει μια ιδιαίτερα δύσκολη ή τραυματική εμπειρία, συχνά περιμένουμε να εκδηλώσει έντονα συναισθήματα: να κλάψει, να δείξει φόβο, να θυμώσει ή να δυσκολεύεται να μιλήσει για όσα συνέβησαν. Τι συμβαίνει, όμως, όταν δεν αντιδρά με αυτόν τον τρόπο; Όταν παραμένει ήρεμος, συνεχίζει τις καθημερινές του δραστηριότητες ή περιγράφει ένα δυσάρεστο γεγονός χωρίς εμφανή συναισθηματική φόρτιση;
Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι δεν έχει επηρεαστεί ψυχολογικά;
Η απάντηση είναι όχι. Η απουσία μιας εμφανώς έντονης συναισθηματικής αντίδρασης δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη απουσίας ψυχολογικής επιβάρυνσης. Παράλληλα, δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που αντιδρά ήρεμα βιώνει απαραίτητα κάποια κρυφή ψυχολογική δυσκολία. Για να κατανοήσουμε την εμπειρία του, χρειάζεται να εξετάσουμε περισσότερα στοιχεία από την εξωτερική του συμπεριφορά.
Οι αντιδράσεις μετά από ένα τραυματικό γεγονός δεν είναι ίδιες για όλους
Οι άνθρωποι μπορεί να αντιδράσουν με διαφορετικούς τρόπους όταν βιώνουν ή εκτίθενται σε ένα γεγονός που απειλεί τη σωματική ή ψυχολογική τους ασφάλεια. Ορισμένοι εκδηλώνουν έντονο φόβο, θλίψη, θυμό ή άγχος. Άλλοι περιγράφουν σύγχυση, δυσκολία συγκέντρωσης, διαταραχές ύπνου ή μια αίσθηση αποστασιοποίησης από όσα συνέβησαν.
Υπάρχουν, επίσης, άνθρωποι που δεν εμφανίζουν άμεσα έντονη συναισθηματική αντίδραση ή δεν αναγνωρίζουν εύκολα τι αισθάνονται. Οι αντιδράσεις μπορεί να διαφοροποιούνται ανάλογα με τις συνθήκες του γεγονότος, την προηγούμενη εμπειρία, τους διαθέσιμους υποστηρικτικούς πόρους και άλλους ατομικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες.
Η επιστημονική βιβλιογραφία αναγνωρίζει ότι η πορεία μετά από ένα δυνητικά τραυματικό γεγονός δεν είναι ενιαία. Δεν αναπτύσσουν όλοι οι άνθρωποι επίμονες ψυχολογικές δυσκολίες, ενώ όσοι δυσκολεύονται δεν παρουσιάζουν απαραίτητα το ίδιο σύνολο συμπτωμάτων (Bonanno, 2004).
Επομένως, ούτε η έντονη συναισθηματική αντίδραση ούτε η φαινομενική ηρεμία αρκούν, από μόνες τους, για να περιγράψουν την ψυχολογική κατάσταση ενός ανθρώπου.
Τι σημαίνει όταν κάποιος φαίνεται συναισθηματικά ανεπηρέαστος;
Η περιορισμένη έκφραση συναισθημάτων μπορεί να έχει διαφορετικές εξηγήσεις. Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται ότι χρειάζεται να διατηρήσει την ψυχραιμία του για να αντιμετωπίσει πρακτικά ζητήματα. Μπορεί να δυσκολεύεται να εκφράσει τα συναισθήματά του, να μην αισθάνεται ασφαλής να μιλήσει ή απλώς να επεξεργάζεται την εμπειρία του με διαφορετικό τρόπο.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μειωμένη συναισθηματική ανταπόκριση μπορεί να συνδέεται με συναισθηματικό μούδιασμα ή αποστασιοποίηση. Το συναισθηματικό μούδιασμα έχει μελετηθεί ως πιθανό χαρακτηριστικό της μετατραυματικής διαταραχής μετατραυματικού στρες (PTSD), κατά την οποία μπορεί να παρατηρούνται δυσκολίες στην πρόσβαση ή στην έκφραση ορισμένων συναισθημάτων (Litz & Gray, 2002).
Ωστόσο, είναι σημαντικό να διακρίνουμε την περιγραφή μιας συμπεριφοράς από την ερμηνεία της. Το γεγονός ότι κάποιος δεν κλαίει ή δεν εμφανίζει έντονη συγκίνηση δεν αποδεικνύει ότι βιώνει συναισθηματικό μούδιασμα, αποσύνδεση ή οποιαδήποτε συγκεκριμένη ψυχολογική κατάσταση.
Για να κατανοήσουμε τι συμβαίνει, χρειάζεται να εξετάσουμε πώς αισθάνεται ο ίδιος ο άνθρωπος, αν έχει παρατηρήσει αλλαγές στη λειτουργικότητά του και αν υπάρχουν άλλες ενδείξεις ψυχολογικής δυσφορίας.
Γιατί η εξωτερική συμπεριφορά μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα;
Συχνά αξιολογούμε την ψυχική κατάσταση των άλλων μέσα από όσα μπορούμε να παρατηρήσουμε: τις εκφράσεις του προσώπου τους, τον τόνο της φωνής τους, τη στάση του σώματος ή τον τρόπο με τον οποίο περιγράφουν μια εμπειρία.
Αυτές οι παρατηρήσεις μπορεί να προσφέρουν χρήσιμες πληροφορίες, αλλά δεν αποκαλύπτουν από μόνες τους ολόκληρη την εσωτερική εμπειρία ενός ανθρώπου.
Για παράδειγμα:
- Ένα άτομο μπορεί να συνεχίζει να εργάζεται και να ανταποκρίνεται στις καθημερινές του υποχρεώσεις, αλλά να αντιμετωπίζει δυσκολίες στον ύπνο, στην εμπιστοσύνη ή στη διαχείριση του άγχους.
- Κάποιος μπορεί να περιγράφει ένα δυσάρεστο γεγονός με ήρεμο τρόπο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν αισθάνεται δυσφορία ή ότι δεν έχει επηρεαστεί.
- Ένας άλλος άνθρωπος μπορεί να εκδηλώνει έντονα συναισθήματα αμέσως μετά από ένα γεγονός, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι θα αναπτύξει μακροχρόνιες ψυχολογικές δυσκολίες.
Αυτά τα παραδείγματα αναδεικνύουν ένα βασικό σημείο: η ορατή συναισθηματική αντίδραση δεν αποτελεί άμεσο και αξιόπιστο μέτρο της συνολικής ψυχολογικής επιβάρυνσης.
Η αξιολόγηση πιθανών μετατραυματικών δυσκολιών απαιτεί ευρύτερη διερεύνηση. Οι κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες για τη μετατραυματική διαταραχή στρες επισημαίνουν τη σημασία της εξέτασης διαφορετικών ομάδων συμπτωμάτων, όπως η αναβίωση του γεγονότος, η αποφυγή, η αυξημένη επαγρύπνηση, οι αλλαγές στη διάθεση και στη σκέψη, καθώς και η λειτουργική επίπτωση των συμπτωμάτων (National Institute for Health and Care Excellence [NICE], 2018).
Μπορεί κάποιος να επηρεάζεται ψυχολογικά χωρίς να το αντιλαμβάνεται αμέσως;
Ναι, είναι πιθανό ένας άνθρωπος να μην αναγνωρίζει άμεσα την επίδραση μιας δύσκολης εμπειρίας στην καθημερινότητά του. Αυτό δεν συμβαίνει με τον ίδιο τρόπο σε όλους και δεν αποτελεί αναπόφευκτη εξέλιξη μετά από ένα τραυματικό γεγονός.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι δυσκολίες γίνονται πιο αντιληπτές όταν το άτομο επιστρέφει στις καθημερινές του δραστηριότητες ή όταν έρχεται αντιμέτωπο με υπενθυμίσεις του γεγονότος. Μπορεί, για παράδειγμα, να παρατηρήσει ότι αποφεύγει συγκεκριμένα μέρη, δυσκολεύεται να κοιμηθεί, αισθάνεται περισσότερο ευερέθιστο ή δυσκολεύεται να εμπιστευτεί άλλους ανθρώπους.
Αυτές οι αλλαγές δεν αρκούν από μόνες τους για να τεκμηριώσουν μια διάγνωση. Αποτελούν, όμως, λόγους για περαιτέρω διερεύνηση, ιδιαίτερα όταν επιμένουν, προκαλούν σημαντική δυσφορία ή επηρεάζουν την καθημερινή λειτουργικότητα.
Είναι εξίσου σημαντικό να θυμόμαστε ότι πολλοί άνθρωποι ανακάμπτουν χωρίς να αναπτύξουν κάποια ψυχική διαταραχή. Η έκθεση σε ένα τραυματικό γεγονός δεν συνεπάγεται αυτόματα την εμφάνιση PTSD ή άλλης κλινικής κατάστασης.
Πώς μπορούμε να στηρίξουμε έναν άνθρωπο χωρίς να ερμηνεύουμε αυθαίρετα την αντίδρασή του;
Όταν κάποιος μοιράζεται μια δύσκολη εμπειρία, δεν χρειάζεται να αντιδράσει με έναν συγκεκριμένο τρόπο για να θεωρηθεί ότι δικαιούται υποστήριξη.
Αντί να προσπαθούμε να αξιολογήσουμε την εμπειρία του μέσα από το πόσο έντονα εκφράζεται, μπορούμε να ακολουθήσουμε μια στάση σεβασμού και ανοιχτής επικοινωνίας.
Μερικές χρήσιμες αρχές είναι οι εξής:
- Αποφεύγουμε τις υποθέσεις. Δεν συμπεραίνουμε ότι κάποιος δεν επηρεάστηκε επειδή δεν έκλαψε ή επειδή φαίνεται ψύχραιμος.
- Δεν επιβάλλουμε συναισθηματικές αντιδράσεις. Δεν περιμένουμε από τον άνθρωπο να αισθανθεί ή να εκφραστεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο.
- Ακούμε χωρίς να αμφισβητούμε την εμπειρία του. Δίνουμε χώρο να περιγράψει όσα επιθυμεί, χωρίς πίεση για λεπτομέρειες.
- Εστιάζουμε στις ανάγκες του. Ρωτάμε τι θα τον βοηθούσε και αν χρειάζεται πρακτική ή συναισθηματική υποστήριξη.
- Αναζητούμε επαγγελματική βοήθεια όταν χρειάζεται. Όταν υπάρχουν επίμονες δυσκολίες, έντονη δυσφορία ή επιπτώσεις στην καθημερινότητα, η αξιολόγηση από κατάλληλα εκπαιδευμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση της κατάστασης.
Η υποστήριξη δεν προϋποθέτει να αποδείξει κάποιος πόσο έχει υποφέρει. Προϋποθέτει να αντιμετωπίζουμε την εμπειρία του με σοβαρότητα, χωρίς να επιβάλλουμε τις δικές μας προσδοκίες για το πώς θα έπρεπε να αισθάνεται.
Τι χρειάζεται τελικά να θυμόμαστε;
Η ψυχολογική επιβάρυνση δεν μετριέται από το πόσο έντονα εκφράζονται τα συναισθήματα ενός ανθρώπου. Η απουσία δακρύων, η ηρεμία ή η συνέχιση των καθημερινών δραστηριοτήτων δεν αποδεικνύουν ούτε απουσία δυσφορίας ούτε την ύπαρξη κάποιας κρυφής διαταραχής.
Αντίστοιχα, η έντονη συναισθηματική αντίδραση δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη ψυχικής διαταραχής.
Η ουσιαστική κατανόηση απαιτεί να λαμβάνουμε υπόψη την προσωπική εμπειρία, το ευρύτερο πλαίσιο, τη διάρκεια των δυσκολιών και τον αντίκτυπό τους στη ζωή του ανθρώπου.
Στο Traumahelp, η ενημέρωση γύρω από το ψυχολογικό τραύμα βασίζεται στην ανάγκη να προσεγγίζουμε κάθε εμπειρία με επιστημονική τεκμηρίωση, σεβασμό και αποφυγή αυθαίρετων συμπερασμάτων. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να κρίνουμε αν κάποιος αντιδρά όπως περιμένουμε, αλλά να κατανοήσουμε τι βιώνει και τι υποστήριξη ενδέχεται να χρειάζεται.
Βιβλιογραφία
Bonanno, G. A. (2004). Loss, trauma, and human resilience: Have we underestimated the human capacity to thrive after extremely aversive events? American Psychologist, 59(1), 20–28. https://doi.org/10.1037/0003-066X.59.1.20
Litz, B. T., & Gray, M. J. (2002). Emotional numbing in posttraumatic stress disorder: Current and future research directions. Australian & New Zealand Journal of Psychiatry, 36(2), 198–204. https://doi.org/10.1046/j.1440-1614.2002.01002.x
National Institute for Health and Care Excellence. (2018). Post-traumatic stress disorder (NICE Guideline NG116). https://www.nice.org.uk/guidance/ng116