Το healing δεν είναι γραμμικό: Γιατί κάποιες μέρες νιώθουμε ότι γυρίζουμε πίσω
Γράφει η Γωγώ Παπασωτηρίου
Υπάρχουν μέρες που ξυπνάς και αισθάνεσαι ότι επιτέλους κάτι μέσα σου έχει ηρεμήσει. Δεν σκέφτεσαι τόσο. Δεν ψάχνεις απαντήσεις. Δεν σε βαραίνει πια το ίδιο εκείνη η απουσία. Κάνεις τη ζωή σου, γελάς, βγαίνεις, δουλεύεις, γνωρίζεις καινούργιους ανθρώπους και, για λίγο, νιώθεις πως πραγματικά προχωράς.
Και μετά έρχεται μια μέρα που κάτι αλλάζει.
Μπορεί να είναι μια τυχαία στιγμή μέσα στην ημέρα, ένα γνώριμο μέρος που θα περάσεις από μπροστά, μια παλιά συνομιλία που θα εμφανιστεί στην οθόνη σου, μια κοινή συνήθεια που θα σου θυμίσει εκείνον τον άνθρωπο ή ακόμη και μια σκέψη που θα εμφανιστεί χωρίς καμία προειδοποίηση.
Και ξαφνικά βρίσκεσαι πάλι εκεί.
Νιώθεις ξανά την ίδια στενοχώρια, την ίδια νοσταλγία, τον ίδιο θυμό ή εκείνη την παράξενη ανάγκη να γυρίσεις πίσω και να ξαναζήσεις κάτι που πίστευες ότι είχες αφήσει πίσω σου. Ίσως μάλιστα να τρομάξεις από την ένταση του συναισθήματος και να σκεφτείς: «Μα καλά, δεν είχα προχωρήσει; Γιατί είμαι πάλι εδώ;»
Κάπου εκεί είναι που πολλοί άνθρωποι κάνουν ένα λάθος: θεωρούν ότι μια δύσκολη μέρα σημαίνει πως γύρισαν στο μηδέν.
Όμως η ψυχική επεξεργασία μιας απώλειας, μιας αλλαγής ή μιας δύσκολης εμπειρίας δεν λειτουργεί απαραίτητα έτσι. Το ότι κάτι σε πονάει ξανά δεν σημαίνει ότι δεν το ξεπέρασες καθόλου. Το ότι θυμήθηκες δεν σημαίνει ότι θέλεις να επιστρέψεις. Το ότι νοστάλγησες δεν σημαίνει ότι πήρες λάθος δρόμο. Και το ότι σήμερα δυσκολεύεσαι περισσότερο από χθες δεν ακυρώνει όλες εκείνες τις μέρες που τα κατάφερες.
Ίσως, τελικά, το healing να μην είναι μια ευθεία γραμμή που πηγαίνει μόνο προς τα μπροστά.
Ίσως να μοιάζει περισσότερο με μια διαδρομή όπου κάποιες μέρες κάνουμε μεγάλα βήματα, κάποιες μέρες σταματάμε, κάποιες άλλες κοιτάμε για λίγο πίσω και κάποιες φορές χρειάζεται να ξανασυναντήσουμε ένα συναίσθημα που πιστεύαμε ότι είχαμε ήδη αφήσει πίσω.
Και αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αποτύχαμε.
Σημαίνει ότι είμαστε άνθρωποι.
Το σημαντικό δεν είναι να μη νιώσουμε ποτέ ξανά πόνο. Δεν είναι να μη μας λείψει ποτέ κανείς, να μη θυμηθούμε ποτέ μια παλιά εκδοχή του εαυτού μας ή να μη συγκινηθούμε ξανά από κάτι που ανήκει στο παρελθόν. Το ζητούμενο είναι, σταδιακά, να μπορούμε να αισθανόμαστε χωρίς να εγκλωβιζόμαστε.
Να θυμόμαστε χωρίς να επιστρέφουμε απαραίτητα.
Να πονάμε χωρίς να θεωρούμε ότι χάσαμε όλη την πρόοδό μας.
Και κυρίως, να καταλάβουμε ότι μια δύσκολη μέρα δεν είναι ολόκληρη η ιστορία της θεραπείας μας.
Η ανάρρωση δεν είναι απαραίτητα μια ευθεία πορεία
Όταν μιλάμε για ψυχική ανάρρωση μετά από έναν χωρισμό, μια απώλεια ή μια σημαντική συναισθηματική αλλαγή, συχνά έχουμε στο μυαλό μας μια εικόνα αρκετά γραμμική: στην αρχή πονάμε πολύ, στη συνέχεια πονάμε λιγότερο και, κάποια στιγμή, σταματάμε να πονάμε εντελώς. Στην πραγματικότητα, η εμπειρία είναι πολύ πιο σύνθετη. Οι άνθρωποι διαφέρουν σημαντικά ως προς το πόσο έντονα βιώνουν έναν χωρισμό, πόσο διαρκεί η δυσφορία τους και τον τρόπο με τον οποίο προσαρμόζονται στη νέα πραγματικότητα (Marshall et al., 2013).
Η συναισθηματική προσαρμογή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάθε επόμενη ημέρα θα είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Μπορεί να υπάρξει μια περίοδος κατά την οποία το άτομο αισθάνεται ότι έχει αρχίσει να προχωρά, και στη συνέχεια μια νέα αφορμή να ενεργοποιήσει ξανά έντονα συναισθήματα. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει την υποκειμενική αίσθηση ότι «γύρισε πίσω», ακόμη κι αν συνολικά έχει πραγματοποιηθεί σημαντική πρόοδος.
Ιδιαίτερα μετά από έναν χωρισμό, η δυσφορία μπορεί να συνδέεται με πολλές διαφορετικές ψυχολογικές διεργασίες. Η απώλεια ενός συντρόφου δεν αφορά μόνο την απουσία ενός προσώπου. Συχνά σημαίνει την απώλεια μιας καθημερινής ρουτίνας, μιας αίσθησης ασφάλειας, κοινών σχεδίων και μιας συγκεκριμένης εικόνας για το μέλλον. Επομένως, η προσαρμογή απαιτεί χρόνο και δεν περιορίζεται απλώς στο να «ξεχάσει» κάποιος έναν άνθρωπο.
Παράλληλα, οι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούν όλοι τις ίδιες στρατηγικές αντιμετώπισης. Σε μια διαχρονική μελέτη 196 νεαρών ενηλίκων που είχαν βιώσει πρόσφατο χωρισμό, οι Gehl et al. (2023) εξέτασαν τη σχέση μεταξύ ανασφαλούς προσκόλλησης, τρόπων αντιμετώπισης και συμπτωμάτων άγχους και κατάθλιψης. Τα ευρήματα έδειξαν ότι ο τρόπος με τον οποίο ένα άτομο διαχειρίζεται την απώλεια μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την ψυχολογική του προσαρμογή κατά τους επόμενους μήνες. Συγκεκριμένα, ορισμένες δυσλειτουργικές στρατηγικές, όπως η αυτοτιμωρία, συνδέθηκαν με περισσότερα συμπτώματα δυσφορίας, ενώ πιο προσαρμοστικές μορφές αντιμετώπισης φάνηκαν να σχετίζονται με καλύτερη προσαρμογή (Gehl et al., 2023).
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν προσπαθούμε να καταλάβουμε γιατί μια δύσκολη ημέρα δεν σημαίνει απαραίτητα πισωγύρισμα. Η συναισθηματική ένταση που εμφανίζεται σε μια συγκεκριμένη στιγμή μπορεί να αποτελεί μέρος της φυσιολογικής διαδικασίας προσαρμογής και όχι απόδειξη ότι όσα είχαν προηγηθεί «ακυρώθηκαν». Άλλωστε, η έρευνα των Marshall et al. (2013), σε δύο μελέτες με συνολικά εκατοντάδες συμμετέχοντες, έδειξε ότι υπάρχουν σημαντικές ατομικές διαφορές στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν έναν χωρισμό και ότι η δυσφορία, η αναστοχαστική σκέψη και άλλες ψυχολογικές διεργασίες συνδέονται διαφορετικά με την προσωπική ανάπτυξη μετά τη λήξη μιας σχέσης.
Με άλλα λόγια, το να νιώσει κάποιος ξανά θλίψη, νοσταλγία ή έντονη συναισθηματική φόρτιση δεν μας επιτρέπει από μόνο του να συμπεράνουμε ότι η διαδικασία της ανάρρωσης σταμάτησε. Η πρόοδος δεν μετριέται απαραίτητα από το αν ένα συναίσθημα εξαφανίστηκε οριστικά, αλλά και από το πώς το άτομο μπορεί πλέον να το διαχειριστεί. Μπορεί να θυμάται χωρίς να καταρρέει, να αισθάνεται νοσταλγία χωρίς να αναζητά απαντήσεις με τον ίδιο τρόπο, ή να βιώνει μια δύσκολη ημέρα χωρίς να θεωρεί ότι ολόκληρη η προσπάθειά του απέτυχε.
Και ίσως αυτή να είναι μία από τις σημαντικότερες αλλαγές που συμβαίνουν στην πορεία της ανάρρωσης: όχι το να μην επιστρέφει ποτέ ένα συναίσθημα, αλλά το να αλλάζει σταδιακά η σχέση μας μαζί του.
Όταν ένα trigger ξαναφέρνει ένα παλιό συναίσθημα
Ένα από τα πιο παράξενα στοιχεία της συναισθηματικής ανάρρωσης είναι ότι μπορεί να αισθανόμαστε καλά για αρκετό καιρό και, ξαφνικά, ένα συναίσθημα να επιστρέψει με ένταση που δεν περιμέναμε. Όπως προανέφερα, μια γνώριμη διαδρομή, μια παλιά συνομιλία, μια κοινή συνήθεια, μια εικόνα ή ακόμη και μια σκέψη μπορεί να ενεργοποιήσει ξανά συναισθήματα που πιστεύαμε ότι είχαμε αφήσει πίσω.
Η πρώτη μας σκέψη συχνά είναι: «Γύρισα πάλι πίσω».
Όμως αυτό που μοιάζει με πισωγύρισμα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι επιστρέψαμε στο ίδιο ψυχολογικό σημείο. Μπορεί να πρόκειται για την επανενεργοποίηση μιας μνήμης ή ενός συναισθηματικού ίχνους που εξακολουθεί να υπάρχει.
Η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί σαν ένα αρχείο που αποθηκεύεται και παραμένει αμετάβλητο. Οι εμπειρίες συνδέονται με συναισθήματα, ανθρώπους, καταστάσεις και περιβαλλοντικά στοιχεία. Έτσι, ένα ερέθισμα του παρόντος μπορεί να ενεργοποιήσει μια προηγούμενη εμπειρία και να προκαλέσει ξανά ένα συναίσθημα που είχε συνδεθεί με αυτήν.
Η έρευνα γύρω από την επανενοποίηση της μνήμης (memory reconsolidation) έχει δείξει ότι, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, όταν μια ήδη εδραιωμένη μνήμη ανακαλείται, μπορεί προσωρινά να γίνει πιο ευάλωτη σε τροποποίηση πριν σταθεροποιηθεί ξανά (Nader & Hardt, 2009). Η διαδικασία αυτή έχει μελετηθεί και στον άνθρωπο, με έρευνες να εξετάζουν τον τρόπο με τον οποίο νέες πληροφορίες μπορούν, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να επηρεάσουν μια ανακληθείσα μνήμη (Schwabe et al., 2014).
Χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή στην ερμηνεία αυτών των ευρημάτων. Το γεγονός ότι μια ανάμνηση ανακαλείται δεν σημαίνει ότι κάθε φορά «ξαναγράφεται». Η επανενοποίηση αποτελεί μια σύνθετη διαδικασία και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εμφανίζεται δεν είναι ίδιες για όλες τις αναμνήσεις. Οι Treanor et al. (2017), εξετάζοντας την εφαρμογή της σχετικής έρευνας σε κλινικά ζητήματα, τόνισαν ότι τα ευρήματα είναι ενδιαφέροντα αλλά συνοδεύονται από σημαντικούς περιορισμούς.
Αυτό μας βοηθά να καταλάβουμε κάτι πολύ σημαντικό: το ότι ένα συναίσθημα ενεργοποιήθηκε ξανά δεν σημαίνει ότι επέστρεψε ολόκληρη η προηγούμενη κατάσταση.
Μπορεί να θυμηθείς και να πονέσεις, χωρίς να βρίσκεσαι πάλι εκεί.
Μπορεί να σου λείψει ένας άνθρωπος, χωρίς να σημαίνει ότι θέλεις πραγματικά τη ζωή που είχες μαζί του.
Μπορεί να αισθανθείς νοσταλγία, χωρίς να σημαίνει ότι η προηγούμενη κατάσταση ήταν απαραίτητα καλύτερη.
Και μπορεί να περάσεις μια δύσκολη νύχτα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ακυρώθηκαν όλες οι προηγούμενες εβδομάδες προόδου.
Η σχέση προσκόλλησης μπορεί να κάνει αυτή τη διαδικασία ακόμη πιο έντονη. Όταν ένας άνθρωπος έχει αποτελέσει σημαντικό μέρος της καθημερινότητάς μας, ο χωρισμός δεν αφορά μόνο την απουσία του ίδιου του προσώπου. Αφορά επίσης την απώλεια συνηθειών, κοινών σχεδίων, προσδοκιών και μιας συγκεκριμένης μορφής συναισθηματικής ασφάλειας.
Σε έρευνα των Eisma et al. (2022), 62 φοιτητές που είχαν βιώσει πρόσφατο χωρισμό αξιολογήθηκαν ως προς την επιθυμία διατήρησης του δεσμού με τον πρώην σύντροφο, τη νοσταλγία, τη δυσφορία μετά τον χωρισμό και την αυτόματη τάση προσέγγισης του πρώην. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η μεγαλύτερη επιθυμία διατήρησης του δεσμού συνδεόταν με περισσότερη νοσταλγία, μεγαλύτερη δυσφορία και ισχυρότερη αυτόματη τάση προσέγγισης του πρώην συντρόφου. Παράλληλα, το άγχος προσκόλλησης συνδεόταν με περισσότερη ρουμιναριστική σκέψη και μεγαλύτερη δυσφορία (Eisma et al., 2022).
Τα ευρήματα αυτά δεν σημαίνουν ότι κάθε φορά που μας λείπει ένας πρώην σύντροφος θέλουμε πραγματικά να επιστρέψουμε στη σχέση. Δείχνουν όμως ότι ο συναισθηματικός δεσμός μπορεί να παραμένει ενεργός για κάποιο χρονικό διάστημα μετά τον χωρισμό και ότι η νοσταλγία μπορεί να συνοδεύεται από έντονη επιθυμία προσέγγισης.
Γι’ αυτό είναι σημαντικό να ξεχωρίζουμε την ανάμνηση από την επιστροφή και το συναίσθημα από την απόφαση.
Το ότι θέλουμε να στείλουμε ένα μήνυμα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρέπει να το στείλουμε. Το ότι θέλουμε να ξαναδούμε κάποιον δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η σχέση έχει αλλάξει. Το ότι μας λείπει ένας άνθρωπος δεν σημαίνει ότι έχουμε ξεχάσει όλους τους λόγους για τους οποίους απομακρυνθήκαμε.
Το συναίσθημα μπορεί να είναι απόλυτα αληθινό χωρίς να αποτελεί από μόνο του οδηγό για το τι πρέπει να κάνουμε.
Ίσως, λοιπόν, όταν ένα παλιό συναίσθημα επιστρέφει, αντί να ρωτάμε αμέσως «Γιατί είμαι πάλι εδώ;», να αξίζει να ρωτήσουμε:
«Τι ενεργοποιήθηκε μέσα μου αυτή τη στιγμή;»
Η διαφορά μπορεί να φαίνεται μικρή, αλλά είναι σημαντική. Το «γύρισα πίσω» παρουσιάζει την πορεία μας σαν να μηδενίστηκε. Η «ενεργοποίηση» αναγνωρίζει ότι κάτι από το παρελθόν εμφανίστηκε ξανά, χωρίς να διαγράφει όσα έχουν μεσολαβήσει.
Γιατί η πρόοδος δεν σημαίνει απαραίτητα ότι σταματάμε να θυμόμαστε.
Σημαίνει ότι, σταδιακά, μπορούμε να θυμόμαστε χωρίς να εγκλωβιζόμαστε.
Και αυτό είναι πολύ διαφορετικό.
Όταν το μυαλό επιστρέφει ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο
Υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στο να θυμάσαι κάτι και στο να το αναλύεις ασταμάτητα. Μπορεί να θυμηθείς έναν άνθρωπο, έναν χωρισμό ή μια δύσκολη στιγμή και να νιώσεις ένα συναίσθημα που θα περάσει. Υπάρχουν όμως και φορές που η σκέψη δεν περνά. Επιστρέφει ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο, αναζητώντας μια απάντηση που μοιάζει να μην έρχεται ποτέ.
«Γιατί έγινε έτσι;»
«Τι θα γινόταν αν είχα αντιδράσει διαφορετικά;»
«Μήπως έφταιγα εγώ;»
«Μήπως υπήρχε κάτι που θα μπορούσα να είχα κάνει;»
«Γιατί δεν κατάλαβα νωρίτερα;»
Αυτό το μοτίβο επαναλαμβανόμενης, παθητικής ενασχόλησης με τα αίτια και τις συνέπειες μιας δυσάρεστης εμπειρίας περιγράφεται στην ψυχολογία ως ρουμιναριστική σκέψη (rumination). Δεν πρόκειται απλώς για το να σκεφτόμαστε πολύ. Πρόκειται για έναν τρόπο σκέψης στον οποίο το άτομο επιστρέφει επανειλημμένα στο ίδιο πρόβλημα, χωρίς η σκέψη να οδηγεί απαραίτητα σε λύση ή δράση.
Η ρουμιναριστική σκέψη μπορεί αρχικά να μοιάζει χρήσιμη. Όταν κάτι μας πονάει, είναι φυσικό να θέλουμε να το καταλάβουμε. Το μυαλό προσπαθεί να βρει μια εξήγηση, να οργανώσει τα γεγονότα και να δημιουργήσει μια αίσθηση ελέγχου. Όμως η συνεχής επανάληψη της ίδιας σκέψης μπορεί τελικά να διατηρεί ενεργή τη συναισθηματική δυσφορία αντί να την επιλύει.
Σε μια μετα-ανάλυση των Watkins et al. (2015), η ρουμιναριστική σκέψη εξετάστηκε σε σχέση με την κατάθλιψη και το άγχος, με τα ευρήματα να υποστηρίζουν ότι η επαναλαμβανόμενη αρνητική σκέψη αποτελεί σημαντικό παράγοντα που συνδέεται με τη συναισθηματική δυσφορία. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η επαναλαμβανόμενη αρνητική σκέψη μπορεί να λειτουργεί ως διαγνωστικά διασταυρούμενος μηχανισμός, δηλαδή να εμφανίζεται σε διαφορετικές μορφές ψυχολογικής δυσφορίας και όχι αποκλειστικά σε μία συγκεκριμένη διαταραχή.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία μετά από έναν χωρισμό. Γιατί όταν το μυαλό επιστρέφει συνεχώς στο παρελθόν, δεν ανακαλεί απλώς μια ανάμνηση. Συχνά αναπαράγει και το συναίσθημα που τη συνοδεύει.
Έτσι δημιουργείται ένας κύκλος:
ανάμνηση → σκέψη → συναίσθημα → νέα σκέψη → ακόμη μεγαλύτερη συναισθηματική ένταση.
Και όσο περισσότερο προσπαθούμε να βρούμε την «τέλεια» εξήγηση, τόσο περισσότερο μπορεί να παραμένουμε συνδεδεμένοι με το γεγονός.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η διαφορά ανάμεσα στην επεξεργασία και στη ρουμιναριστική σκέψη. Η επεξεργασία μιας εμπειρίας μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τι συνέβη, τι μάθαμε και τι χρειαζόμαστε στο μέλλον. Η ρουμιναριστική σκέψη, αντίθετα, μπορεί να μας κρατά εγκλωβισμένους στην επανάληψη του ίδιου ερωτήματος.
Για παράδειγμα, υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο:
«Κατάλαβα ότι αυτή η σχέση με έκανε να παραμελώ τις ανάγκες μου και στο μέλλον θέλω να αναγνωρίζω νωρίτερα αυτά τα σημάδια»
και στο:
«Γιατί το έκανα; Γιατί δεν έφυγα; Γιατί δεν κατάλαβα; Γιατί δεν με επέλεξε; Τι θα γινόταν αν είχα κάνει κάτι διαφορετικό;»
Το πρώτο οδηγεί περισσότερο σε κατανόηση και πιθανή αλλαγή. Το δεύτερο μπορεί να ανακυκλώνεται χωρίς τέλος.
Σε αυτό το σημείο συνδέεται ξανά η ρουμιναριστική σκέψη με την προσκόλληση. Η μελέτη των Marshall et al. (2013) έδειξε ότι η δυσφορία μετά τον χωρισμό και η ρουμιναριστική σκέψη συνδέονταν με τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βίωναν την περίοδο μετά τη λήξη μιας σχέσης. Παράλληλα, η έρευνα των Eisma et al. (2022) έδειξε ότι το άγχος προσκόλλησης συνδεόταν με περισσότερη ρουμιναριστική σκέψη και μεγαλύτερη δυσφορία μετά τον χωρισμό.
Αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί, σε ορισμένους ανθρώπους, η απουσία απάντησης γίνεται ακόμη πιο δύσκολη από την ίδια την απώλεια. Όσο περισσότερο υπάρχει η ανάγκη να καταλάβουν ακριβώς τι συνέβη, τόσο περισσότερο το μυαλό επιστρέφει στο παρελθόν.
Και εδώ υπάρχει μια δύσκολη αλλά σημαντική αλήθεια:
δεν χρειάζεται κάθε ερώτηση να έχει απάντηση για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε.
Μερικές φορές περιμένουμε ότι, αν καταλάβουμε ακριβώς γιατί κάποιος μας πλήγωσε, γιατί έφυγε, γιατί συμπεριφέρθηκε με έναν συγκεκριμένο τρόπο ή τι θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει διαφορετικά, τότε θα μπορέσουμε επιτέλους να ηρεμήσουμε.
Όμως η ψυχική αποκατάσταση δεν εξαρτάται πάντα από την απόκτηση μιας τέλειας εξήγησης.
Μπορεί να μην μάθουμε ποτέ όλα τα «γιατί».
Μπορεί να μην πάρουμε ποτέ την απάντηση που περιμέναμε.
Μπορεί να υπάρχουν πράγματα που δεν θα μπορέσουμε να αλλάξουμε, ακόμη κι αν τα αναλύσουμε χίλιες φορές.
Και αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να συνεχίσουμε να τα αναλύουμε χίλιες ακόμη.
Η πρόοδος μπορεί κάποια στιγμή να αρχίσει όταν μετακινούμαστε από το «γιατί συνέβη;» στο «τι κάνω τώρα με αυτό που συνέβη;»
Από την προσπάθεια να αλλάξουμε το παρελθόν στην προσπάθεια να φροντίσουμε το παρόν.
Από την ανάγκη να βρούμε την τέλεια απάντηση στην αποδοχή ότι κάποιες απαντήσεις μπορεί να μη μας δοθούν ποτέ.
Και ίσως εκεί βρίσκεται ένα ακόμη σημαντικό κομμάτι του healing: όχι στο να σταματήσουμε να θυμόμαστε, αλλά στο να σταματήσουμε να ζητάμε από το παρελθόν να μας δώσει κάτι που πλέον μόνο το παρόν μπορεί να μας προσφέρει.
Γιατί κάποιοι δεσμοί χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να χαλαρώσουν;
Δεν είναι όλες οι απώλειες ίδιες. Και δεν είναι όλες οι σχέσεις ίδιες.
Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν από τη ζωή μας και, όταν φύγουν, αφήνουν πίσω τους μια ανάμνηση. Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που έχουν συνδεθεί τόσο βαθιά με την καθημερινότητά μας, ώστε η απουσία τους να μοιάζει για ένα διάστημα σαν να έχει αλλάξει ολόκληρη η ζωή μας.
Αυτό συμβαίνει γιατί μια σημαντική ερωτική σχέση δεν είναι μόνο η παρουσία ενός ανθρώπου. Είναι ένα σύστημα από συνήθειες, προσδοκίες, συναισθηματικές ανάγκες, κοινές εμπειρίες και σχέδια για το μέλλον. Ο σύντροφός μας μπορεί να έχει γίνει το πρόσωπο στο οποίο στρεφόμαστε όταν είμαστε χαρούμενοι, αγχωμένοι, φοβισμένοι ή μόνοι. Μπορεί να έχει συνδεθεί με συγκεκριμένες ώρες της ημέρας, χώρους, διαδρομές, διακοπές, τραγούδια, μηνύματα και μικρές καθημερινές τελετουργίες.
Γι’ αυτό και μετά τον χωρισμό δεν χρειάζεται να «ξεχάσουμε» απλώς έναν άνθρωπο.
Χρειάζεται, σταδιακά, να μάθουμε να ζούμε χωρίς έναν δεσμό που είχε γίνει μέρος της καθημερινής μας οργάνωσης.
Εδώ η θεωρία της προσκόλλησης (attachment) μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε γιατί ορισμένοι χωρισμοί βιώνονται πιο έντονα από άλλους. Οι άνθρωποι διαφέρουν στον τρόπο με τον οποίο αναζητούν εγγύτητα, διαχειρίζονται την απόσταση και αντιδρούν στην πιθανότητα απώλειας ενός σημαντικού δεσμού.
Η έρευνα των Marshall et al. (2013) εξέτασε τη σχέση ανάμεσα στα στυλ προσκόλλησης και την προσαρμογή μετά από έναν χωρισμό σε δύο μελέτες, με συνολικά εκατοντάδες συμμετέχοντες. Οι ερευνητές εξέτασαν, μεταξύ άλλων, το άγχος και την αποφυγή στην προσκόλληση, τη δυσφορία μετά τον χωρισμό, τη ρουμιναριστική σκέψη, την τάση για γρήγορη είσοδο σε νέα σχέση και την προσωπική ανάπτυξη. Τα ευρήματα έδειξαν ότι ο τρόπος με τον οποίο βιώνεται ένας χωρισμός συνδέεται με το προϋπάρχον μοτίβο προσκόλλησης και με τον τρόπο που το άτομο διαχειρίζεται τη δυσφορία και τις σκέψεις γύρω από την απώλεια (Marshall et al., 2013).
Αντίστοιχα, σε πιο πρόσφατη μελέτη των Gehl et al. (2023), 196 νεαροί ενήλικες παρακολουθήθηκαν σε διαχρονικό σχεδιασμό, ώστε να εξεταστεί η σχέση ανάμεσα στην προσκόλληση, τις στρατηγικές αντιμετώπισης και τη δυσφορία μετά τον χωρισμό. Οι ερευνητές βρήκαν ότι οι δυσλειτουργικές στρατηγικές αντιμετώπισης συνδέονταν με μεγαλύτερη δυσφορία, ενώ πιο προσαρμοστικές μορφές αντιμετώπισης συνδέονταν με καλύτερη προσαρμογή. Τα ευρήματα δείχνουν ότι δεν έχει σημασία μόνο το πόσο σημαντικός ήταν ένας δεσμός, αλλά και το πώς προσπαθούμε να διαχειριστούμε την απώλειά του (Gehl et al., 2023).
Αυτό είναι σημαντικό γιατί συχνά παρερμηνεύουμε την ένταση του συναισθήματος.
Μπορεί να σκεφτούμε:
«Αφού μου λείπει τόσο πολύ, άρα πρέπει να ήταν ο σωστός άνθρωπος.»
Όμως η ένταση της προσκόλλησης δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι μια σχέση ήταν κατάλληλη, υγιής ή ότι πρέπει να επιστρέψουμε σε αυτήν.
Μπορεί απλώς να σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος είχε αποκτήσει μεγάλη συναισθηματική σημασία.
Και αυτά τα δύο πράγματα δεν είναι το ίδιο.
Μπορούμε να μας λείπει κάποιος που μας πλήγωσε.
Μπορούμε να αγαπάμε κάποιον και ταυτόχρονα να ξέρουμε ότι η σχέση δεν μας έκανε καλό.
Μπορούμε να νοσταλγούμε μια περίοδο της ζωής μας χωρίς να θέλουμε πραγματικά να ξαναζήσουμε όλα όσα τη συνόδευαν.
Και μπορούμε να αισθανόμαστε έντονη επιθυμία για επαφή, ακόμη κι όταν ένα άλλο κομμάτι μας γνωρίζει ότι η απόσταση είναι απαραίτητη.
Η συναισθηματική αποσύνδεση, επομένως, δεν είναι ένας διακόπτης που απλώς τον κλείνουμε.
Είναι περισσότερο μια διαδικασία κατά την οποία ο άνθρωπος μαθαίνει σταδιακά να αντέχει την απουσία, να οργανώνει ξανά την καθημερινότητά του και να δημιουργεί νέες πηγές ασφάλειας, σύνδεσης και νοήματος.
Και ίσως γι’ αυτό κάποιες μέρες να αισθανόμαστε ότι έχουμε προχωρήσει πολύ και άλλες να νιώθουμε ότι μας λείπει ξανά κάποιος με απρόσμενη ένταση.
Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο δεσμός «κέρδισε».
Σημαίνει ότι ο δεσμός υπήρξε σημαντικός.
Και οι σημαντικοί δεσμοί χρειάζονται χρόνο για να αλλάξουν θέση μέσα μας.
Τι σημαίνει πραγματικά να προχωράμε;
Ίσως έχουμε μάθει να φανταζόμαστε την πρόοδο με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο.
Να ξυπνήσουμε ένα πρωί και να μην πονάμε.
Να μη μας λείπει πια κανείς.
Να μην επιστρέφει καμία σκέψη.
Να μπορούμε να ακούμε ένα τραγούδι, να περνάμε από ένα γνώριμο μέρος ή να βλέπουμε μια παλιά φωτογραφία και να μη νιώθουμε τίποτα.
Όμως ίσως αυτό δεν είναι απαραίτητα το νόημα του να προχωράμε.
Το να προχωράμε δεν σημαίνει ότι διαγράφουμε το παρελθόν. Σημαίνει ότι το παρελθόν παύει, σταδιακά, να καθορίζει το παρόν μας.
Μπορεί να θυμάσαι και να συνεχίζεις.
Μπορεί να πονάς και να φροντίζεις τον εαυτό σου.
Μπορεί να σου λείπει κάποιος και να μη γυρίσεις πίσω.
Μπορεί να αγαπάς ακόμη έναν άνθρωπο και ταυτόχρονα να επιλέξεις να προστατεύσεις εσένα.
Αυτή η διάκριση είναι σημαντική, γιατί πολλές φορές περιμένουμε να εξαφανιστεί πρώτα το συναίσθημα για να μπορέσουμε να πάρουμε μια απόφαση. Στην πραγματικότητα, δεν χρειάζεται να περιμένουμε να σταματήσουμε να αισθανόμαστε για να αρχίσουμε να προσαρμοζόμαστε σε μια νέα πραγματικότητα.
Ένα ενδιαφέρον εύρημα προς αυτή την κατεύθυνση προέρχεται από τη μελέτη των Sbarra et al. (2012). Οι ερευνητές μελέτησαν 109 ενήλικες που βρίσκονταν σε διαδικασία διαζυγίου και αξιολόγησαν την αυτοσυμπόνια τους μέσα από μια σύντομη καταγραφή ελεύθερου λόγου σχετικά με τον χωρισμό. Όσοι παρουσίαζαν υψηλότερα επίπεδα αυτοσυμπόνιας στην αρχική αξιολόγηση εμφάνιζαν λιγότερη συναισθηματική παρείσφρηση του χωρισμού στην καθημερινή τους ζωή, και αυτή η σχέση παρέμενε εμφανής ακόμη και εννέα μήνες αργότερα (Sbarra et al., 2012).
Αυτό δεν σημαίνει ότι η αυτοσυμπόνια εξαφανίζει τον πόνο. Δείχνει όμως πόσο σημαντικό μπορεί να είναι το πώς στεκόμαστε απέναντι στον εαυτό μας όταν πονάμε.
Μπορεί ένα κομμάτι σου να έχει καταλάβει ότι κάτι τελείωσε, ενώ ένα άλλο να εξακολουθεί να περιμένει.
Μπορεί το μυαλό σου να ξέρει ότι πρέπει να προχωρήσεις και το συναίσθημά σου να χρειάζεται περισσότερο χρόνο.
Δεν είναι απαραίτητα αντίφαση.
Είναι η διαδικασία.
Και όσο περισσότερο επιτρέπουμε στον εαυτό μας να βρίσκεται μέσα σε αυτή τη διαδικασία χωρίς να τον τιμωρούμε για τα πισωγυρίσματα, τόσο περισσότερο χώρο δημιουργούμε για πραγματική αλλαγή.
Γιατί τελικά η πρόοδος δεν είναι η απουσία του παλιού συναισθήματος.
Είναι η παρουσία ενός καινούργιου εαυτού που μπορεί να το διαχειριστεί διαφορετικά.
Μικρά πράγματα που μπορούν να βοηθήσουν όταν νιώθεις ότι «γύρισες πίσω»
Δεν υπάρχει ένας τρόπος healing που να λειτουργεί για όλους. Υπάρχουν όμως κάποιες πρακτικές που μπορούν να βοηθήσουν όταν μια δύσκολη μέρα μας κάνει να αμφισβητούμε όλη την πρόοδό μας.
- Μην προσπαθείς να εξαφανίσεις αμέσως το συναίσθημα.
Όταν εμφανίζεται η νοσταλγία, η θλίψη ή ο θυμός, προσπάθησε πρώτα να αναγνωρίσεις τι συμβαίνει.
«Μου λείπει.»
«Πονάω.»
«Ενεργοποιήθηκε μια ανάμνηση.»
Ο στόχος δεν είναι να εξαφανίσεις το συναίσθημα όσο πιο γρήγορα γίνεται, αλλά να μπορέσεις να το παρατηρήσεις χωρίς να το μετατρέψεις αμέσως σε πράξη. Η έρευνα για την αυτοσυμπόνια υποστηρίζει ότι η αποδοχή της δύσκολης εσωτερικής εμπειρίας και η στάση κατανόησης απέναντι στον εαυτό μπορούν να αποτελούν πιο προσαρμοστικούς τρόπους αντιμετώπισης της δυσφορίας (Neff, 2023).
- Μην παίρνεις αποφάσεις στην κορύφωση του συναισθήματος.
Μια δύσκολη νύχτα μπορεί να δημιουργήσει την αίσθηση ότι πρέπει να στείλεις μήνυμα, να τηλεφωνήσεις, να επιστρέψεις ή να πάρεις μια μεγάλη απόφαση.
Δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα εκείνη τη στιγμή.
Άφησε πρώτα το συναίσθημα να περάσει από την κορυφή του.
Το «θέλω να κάνω κάτι τώρα» δεν σημαίνει πάντα «χρειάζεται να το κάνω τώρα».
Η ικανότητα να παρατηρούμε ένα έντονο συναίσθημα χωρίς να αντιδρούμε αυτόματα σε αυτό αποτελεί βασικό στοιχείο της συναισθηματικής ρύθμισης και έχει συνδεθεί με πιο προσαρμοστική διαχείριση της δυσφορίας (Neff, 2023).
- Ξεχώρισε το «μου λείπει» από το «μου κάνει καλό».
Αυτές οι δύο προτάσεις δεν είναι ίδιες.
Η νοσταλγία μιλά για το συναίσθημά σου. Η δεύτερη ερώτηση μιλά για την πραγματικότητα.
Και είναι σημαντικό να μπορούμε να ακούμε και τα δύο.
Η έρευνα γύρω από τον χωρισμό δείχνει ότι η επιθυμία για διατήρηση του δεσμού και η αυτόματη τάση προσέγγισης του πρώην συντρόφου μπορούν να συνδέονται με τη δυσφορία και τη νοσταλγία μετά τον χωρισμό (Eisma et al., 2022). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε επιθυμία επανασύνδεσης αποτελεί ένδειξη ότι η επιστροφή στη σχέση είναι η κατάλληλη επιλογή.
- Θύμισε στον εαυτό σου ολόκληρη την ιστορία.
Όταν νοσταλγούμε, το μυαλό μπορεί να επιλέγει πιο εύκολα τις όμορφες στιγμές.
Αν χρειάζεται, γράψε κάπου όχι μόνο τι σου λείπει, αλλά και τι σε πλήγωσε, τι έμαθες, τι δεν θέλεις να ξαναζήσεις και τι χρειάζεσαι πλέον από μια σχέση.
Όχι για να θυμώνεις.
Για να θυμάσαι ολόκληρη την εικόνα.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό όταν η νοσταλγία μας κάνει να εξιδανικεύουμε το παρελθόν. Η έρευνα για την προσκόλληση και τη δυσφορία μετά τον χωρισμό δείχνει ότι η συναισθηματική σύνδεση με τον πρώην σύντροφο μπορεί να παραμένει ενεργή ακόμη και μετά τη λήξη της σχέσης (Eisma et al., 2022).
- Μην μετράς την πρόοδο με το πόσες φορές σκέφτηκες κάποιον.
Μπορεί να τον σκέφτηκες σήμερα δέκα φορές και παρ’ όλα αυτά να έχεις κάνει τεράστια πρόοδο.
Ίσως η διαφορά να βρίσκεται στο ότι πριν η σκέψη σε κρατούσε όλη μέρα, ενώ σήμερα εμφανίστηκε και μετά μπόρεσες να επιστρέψεις στη ζωή σου.
Η πρόοδος μπορεί να βρίσκεται στη διάρκεια, στην ένταση ή στον τρόπο που αντιδράς — όχι στην απόλυτη απουσία της σκέψης.
Άλλωστε, η έρευνα των Sbarra et al. (2012) έδειξε ότι η αυτοσυμπόνια συνδεόταν με μικρότερη συναισθηματική παρείσφρηση της εμπειρίας του χωρισμού στην καθημερινότητα και με καλύτερη συναισθηματική πορεία με την πάροδο του χρόνου.
- Γύρνα στο σώμα και στην καθημερινότητά σου.
Ύπνος, φαγητό, κίνηση, μπάνιο, καθαρός χώρος, μια βόλτα, ένας άνθρωπος που εμπιστεύεσαι.
Μπορεί να ακούγονται απλά, αλλά σε δύσκολες περιόδους η φροντίδα του εαυτού είναι ένας τρόπος να θυμάσαι ότι η ζωή σου συνεχίζεται και πέρα από αυτό που σε πονάει.
Η αυτοσυμπόνια δεν αφορά μόνο το πώς μιλάμε στον εαυτό μας. Συνδέεται επίσης με την πρόθεση να φροντίζουμε τις ανάγκες μας όταν δυσκολευόμαστε, αντί να αντιμετωπίζουμε τον πόνο με αυτοκριτική ή παραμέληση (Neff, 2023).
- Μην κάνεις μια δύσκολη μέρα ολόκληρη ταυτότητα.
Το «σήμερα μου λείπει» είναι διαφορετικό από το «δεν θα το ξεπεράσω ποτέ».
Το πρώτο περιγράφει μια στιγμή.
Το δεύτερο προβλέπει ολόκληρο το μέλλον.
Και δεν χρειάζεται να αποφασίσεις σήμερα πώς θα νιώθεις για πάντα.
Μια δύσκολη ημέρα είναι μια εμπειρία μέσα στην πορεία σου — όχι απόδειξη ότι η πορεία σου απέτυχε.
- Ρώτα τον εαυτό σου: «Τι χρειάζομαι τώρα;»
Όχι «πώς θα σταματήσω να νιώθω;».
Αλλά:
«Τι χρειάζομαι τώρα;»
Ίσως χρειάζεσαι ξεκούραση. Ίσως έναν φίλο. Ίσως να κλάψεις. Ίσως να βγεις από το σπίτι. Ίσως απλώς να περάσει η βραδιά χωρίς να πάρεις καμία μεγάλη απόφαση.
Δεν χρειάζεται κάθε συναίσθημα να λυθεί.
Μερικές φορές χρειάζεται απλώς να το φροντίσουμε.
Και ίσως αυτή να είναι τελικά μία από τις πιο σημαντικές μορφές προόδου: να μη ρωτάς μόνο «πώς θα σταματήσω να πονάω;», αλλά και «πώς μπορώ να είμαι δίπλα μου όσο πονάω;
Συμπερασματικά..
ίσως τελικά το healing δεν είναι να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου τίποτα από το παρελθόν δεν μας αγγίζει.
Είναι να μπορούμε να το θυμόμαστε χωρίς να χανόμαστε μέσα του.
Να μας λείπει κάποιος χωρίς να ξεχνάμε εμάς. Να πονάμε χωρίς να θεωρούμε ότι γυρίσαμε στο μηδέν. Να κοιτάμε πίσω χωρίς να χρειάζεται να επιστρέψουμε.
Γιατί μια δύσκολη μέρα δεν ακυρώνει όλη την πρόοδο που προηγήθηκε. Είναι απλώς μια δύσκολη μέρα.
Και ίσως κάθε άνθρωπος που περνά από τη ζωή μας να αφήνει πίσω του κάτι περισσότερο από μια ανάμνηση. Μπορεί να μας δείξει τι έχουμε ανάγκη, τι αξίζουμε, τι θέλουμε να κρατήσουμε ή, κάποιες φορές, τι δεν θέλουμε να ξαναζήσουμε. Δεν χρειάζεται κάθε σχέση να έχει μείνει για πάντα για να έχει αφήσει κάτι πίσω της.
Κάποιες σχέσεις μάς μαθαίνουν πώς θέλουμε να αγαπιόμαστε. Άλλες μάς δείχνουν τα όριά μας. Κι άλλες, ίσως οι πιο δύσκολες, μας αναγκάζουν να γνωρίσουμε ξανά τον εαυτό μας.
Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι ένα από τα μεγαλύτερα κομμάτια του healing: να πάρεις από το παρελθόν ό,τι χρειάζεται να κρατήσεις και να αφήσεις πίσω σου ό,τι δεν σου ανήκει πια.
Γιατί το σπίτι σου είσαι εσύ.
Κάποιες φορές, όταν αγαπάμε πολύ, μετακομίζουμε συναισθηματικά σε έναν άλλον άνθρωπο. Βάζουμε εκεί τις ανάγκες μας, την ασφάλειά μας, τα όνειρά μας, την καθημερινότητά μας. Και όταν αυτός ο άνθρωπος φύγει, μπορεί για λίγο να αισθανθούμε ότι μείναμε χωρίς σπίτι.
Όμως το σπίτι σου δεν ήταν ποτέ πραγματικά εκείνος.
Ήσουν εσύ.
Και το healing είναι, ίσως, η αργή επιστροφή στο δικό σου σπίτι.
Όχι για να αφήσεις πίσω σου όσα έζησες, αλλά για να πάρεις μαζί σου όσα έμαθες και να συνεχίσεις από εκεί που βρίσκεσαι σήμερα.
Βιβλιογραφία
Eisma, M. C., Tõnus, D., & de Jong, P. J. (2022). Desired attachment and breakup distress relate to automatic approach of the ex-partner. Journal of Behavior Therapy and Experimental Psychiatry, 75, 101713. https://doi.org/10.1016/j.jbtep.2021.101713
Gehl, K., Brassard, A., Dugal, C., Lefebvre, A.-A., Daigneault, I., Francoeur, A., & Lecomte, T. (2024). Attachment and breakup distress: The mediating role of coping strategies. Emerging Adulthood, 12(1), 41–54. https://doi.org/10.1177/21676968231209232
Marshall, T. C., Bejanyan, K., & Ferenczi, N. (2013). Attachment styles and personal growth following romantic breakups: The mediating roles of distress, rumination, and tendency to rebound. PLOS ONE, 8(9), e75161. https://doi.org/10.1371/journal.pone.0075161
Nader, K., & Hardt, O. (2009). A single standard for memory: The case for reconsolidation. Nature Reviews Neuroscience, 10(3), 224–234. https://doi.org/10.1038/nrn2590
Neff, K. D. (2023). Self-compassion: Theory, method, research, and intervention. Annual Review of Psychology, 74, 193–218. https://doi.org/10.1146/annurev-psych-032420-031047
Sbarra, D. A., Smith, H. L., & Mehl, M. R. (2012). When leaving your ex, love yourself: Observational ratings of self-compassion predict the course of emotional recovery following marital separation. Psychological Science, 23(3), 261–269. https://doi.org/10.1177/0956797611429466
Schwabe, L., Nader, K., & Pruessner, J. C. (2014). Reconsolidation of human memory: Brain mechanisms and clinical relevance. Biological Psychiatry, 76(4), 274–280. https://doi.org/10.1016/j.biopsych.2014.03.008
Treanor, M., Brown, L. A., Rissman, J., & Craske, M. G. (2017). Can memories of traumatic experiences or addiction be erased or modified? A critical review of research on the disruption of memory reconsolidation and its applications. Perspectives on Psychological Science, 12(2), 290–305. https://doi.org/10.1177/1745691616664725
Watkins, E. R. (2008). Constructive and unconstructive repetitive thought. Psychological Bulletin, 134(2), 163–206. https://doi.org/10.1037/0033-2909.134.2.163
Zoellner, T., & Maercker, A. (2006). Posttraumatic growth in clinical psychology—A critical review and introduction of a two component model. Clinical Psychology Review, 26(5), 626–653. https://doi.org/10.1016/j.cpr.2006.01.008