(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Γιατί δεν μπορώ να θυμηθώ κομμάτια της ζωής μου;

«Δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα από τα πρώτα χρόνια της ζωής μου.»

«Υπάρχουν περίοδοι της ζωής μου που είναι σαν να έχουν σβηστεί.»

«Ξέρω ότι συνέβησαν κάποια γεγονότα, αλλά δεν μπορώ να τα ανακαλέσω.»

Πρόκειται για ερωτήματα που απασχολούν πολλούς ανθρώπους. Τα κενά μνήμης συχνά προκαλούν ανησυχία και μπορεί να οδηγήσουν στη σκέψη ότι αποτελούν ένδειξη κάποιου τραυματικού γεγονότος ή μιας σοβαρής διαταραχής. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.

Η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί σαν μια κάμερα που καταγράφει πιστά κάθε στιγμή της ζωής μας. Αντίθετα, αποτελεί μια δυναμική γνωστική λειτουργία κατά την οποία οι εμπειρίες κωδικοποιούνται, αποθηκεύονται και ανακαλούνται. Κάθε ένα από αυτά τα στάδια μπορεί να επηρεαστεί από την προσοχή, τα συναισθήματα, το στρες, τον ύπνο, την ηλικία, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο βιώσαμε ένα γεγονός (Baddeley et al., 2020).

Είναι φυσιολογικό να μη θυμάμαι τα πρώτα χρόνια της ζωής μου;

Ναι. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν ελάχιστες ή και καθόλου αναμνήσεις από τα πρώτα τρία έως τέσσερα χρόνια της ζωής τους. Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό ως παιδική αμνησία (childhood amnesia) και αποτελεί φυσιολογικό μέρος της ανάπτυξης του εγκεφάλου.

Οι επιστήμονες θεωρούν ότι αυτό συμβαίνει επειδή οι περιοχές του εγκεφάλου που είναι απαραίτητες για τη δημιουργία σταθερών αυτοβιογραφικών αναμνήσεων, όπως ο ιππόκαμπος και ο προμετωπιαίος φλοιός, εξακολουθούν να ωριμάζουν κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής. Παράλληλα, η ανάπτυξη της γλώσσας και της αίσθησης του εαυτού παίζει σημαντικό ρόλο στη δημιουργία αναμνήσεων που μπορούμε να αφηγηθούμε αργότερα (Bauer, 2015).

Επομένως, το γεγονός ότι κάποιος δεν θυμάται την πρώιμη παιδική του ηλικία δεν αποτελεί από μόνο του ένδειξη ότι έχει συμβεί κάποιο τραυματικό γεγονός.

Γιατί υπάρχουν κενά μνήμης και σε μεγαλύτερη ηλικία;

Εκτός από την παιδική αμνησία, είναι φυσιολογικό να μην θυμόμαστε όλες τις περιόδους της ζωής μας με την ίδια λεπτομέρεια.

Η μνήμη τείνει να διατηρεί γεγονότα που είχαν ιδιαίτερη συναισθηματική σημασία ή επαναλαμβάνονταν συχνά, ενώ λιγότερο σημαντικές καθημερινές εμπειρίες μπορεί να ξεχνιούνται σταδιακά. Επιπλέον, παράγοντες όπως το χρόνιο στρες, η κατάθλιψη, το άγχος, η έλλειψη ύπνου, ορισμένα φάρμακα, η χρήση αλκοόλ ή νευρολογικές παθήσεις μπορούν επίσης να επηρεάσουν την ικανότητα ανάκλησης πληροφοριών (Baddeley et al., 2020).

Επομένως, τα κενά μνήμης δεν έχουν μία μόνο αιτία και δεν πρέπει να αποδίδονται αυτόματα στο τραύμα.

Πώς μπορεί το τραύμα να επηρεάσει τη μνήμη;

Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα κενά μνήμης σχετίζονται με την έκθεση σε ένα τραυματικό γεγονός, όπως ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα, μια φυσική καταστροφή, μια σωματική ή σεξουαλική επίθεση ή οποιαδήποτε κατάσταση κατά την οποία το άτομο αισθάνθηκε ότι απειλείται η ζωή ή η σωματική του ακεραιότητα.

Όταν ο οργανισμός βρίσκεται σε κατάσταση ακραίου κινδύνου, ενεργοποιείται το σύστημα επιβίωσης. Αυξάνονται τα επίπεδα αδρεναλίνης και κορτιζόλης, ενώ αλλάζει προσωρινά ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν περιοχές του εγκεφάλου που εμπλέκονται στη μνήμη.

Ο ιππόκαμπος, ο οποίος βοηθά στην οργάνωση των εμπειριών σε μια συνεκτική αφήγηση, μπορεί να λειτουργεί λιγότερο αποτελεσματικά υπό συνθήκες ακραίου στρες. Αντίθετα, η αμυγδαλή, η οποία επεξεργάζεται την απειλή και τα έντονα συναισθήματα, γίνεται ιδιαίτερα ενεργή. Ως αποτέλεσμα, η εμπειρία μπορεί να αποθηκευτεί αποσπασματικά: το άτομο μπορεί να θυμάται έναν δυνατό ήχο, μια εικόνα, μια μυρωδιά ή ένα συναίσθημα, αλλά να δυσκολεύεται να ανακαλέσει τη χρονική ακολουθία των γεγονότων ή ολόκληρα τμήματα του περιστατικού (Brewin, 2014).

Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η μνήμη «χάθηκε». Συχνά σημαίνει ότι η εμπειρία δεν οργανώθηκε εξαρχής με τον τρόπο που οργανώνονται οι καθημερινές αναμνήσεις.

Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν θυμούνται τι συνέβη μετά από ένα τραυματικό γεγονός;

Δεν αντιδρούν όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο στο τραύμα.

Κάποιοι θυμούνται σχεδόν κάθε λεπτομέρεια του γεγονότος με έντονη συναισθηματική φόρτιση. Άλλοι περιγράφουν αποσπασματικές αναμνήσεις, ενώ κάποιοι δυσκολεύονται να θυμηθούν ολόκληρα τμήματα του περιστατικού ή τη σειρά με την οποία συνέβησαν τα γεγονότα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, το άτομο μπορεί να βιώσει διάσχιση (dissociation) κατά τη διάρκεια του τραύματος. Μπορεί να αισθάνεται σαν να παρακολουθεί όσα συμβαίνουν από απόσταση, σαν να μην είναι πραγματικά ή σαν να λειτουργεί «στον αυτόματο πιλότο». Η διάσχιση έχει συσχετιστεί με μεγαλύτερη πιθανότητα αποσπασματικών αναμνήσεων, αν και η σχέση αυτή είναι πολύπλοκη και δεν εμφανίζεται σε όλους όσοι βιώνουν τραύμα (Giesbrecht et al., 2012).

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα για τη μνήμη και το τραύμα στο άρθρο μας «Όταν έχω ξεχάσει τι μου συνέβη: Τραύμα και μνήμη».

Ο εγκέφαλος “σβήνει” τις τραυματικές αναμνήσεις;

Η ιδέα ότι ο εγκέφαλος καταπιέζει αυτόματα όλες τις τραυματικές αναμνήσεις έχει απασχολήσει για δεκαετίες την επιστημονική κοινότητα. Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι πιο ισορροπημένη.

Υπάρχουν άνθρωποι που εμφανίζουν διασχιστική αμνησία, μια σχετικά σπάνια κατάσταση κατά την οποία δυσκολεύονται να ανακαλέσουν σημαντικές προσωπικές πληροφορίες που συνδέονται με ένα τραυματικό ή ιδιαίτερα στρεσογόνο γεγονός. Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί τη συνηθέστερη αντίδραση στο τραύμα.

Αντίθετα, η έρευνα δείχνει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι με μετατραυματικό στρες δυσκολεύονται να ξεχάσουν το τραυματικό γεγονός. Συχνά βιώνουν ακούσιες και ιδιαίτερα ζωντανές αναμνήσεις, γνωστές ως αναδρομές (flashbacks), εφιάλτες ή έντονες εικόνες που επανέρχονται χωρίς τη θέλησή τους (Brewin, 2014).

Επιπλέον, η υπόθεση ότι τραυματικές αναμνήσεις μπορεί να παραμένουν πλήρως «καταπιεσμένες» για χρόνια και αργότερα να ανακτώνται με απόλυτη ακρίβεια δεν υποστηρίζεται γενικά από τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα και εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης (Brewin & Andrews, 1998· Otgaar et al., 2019).

Πότε είναι χρήσιμο να αναζητήσω βοήθεια;

Η αξιολόγηση από επαγγελματία ψυχικής υγείας είναι χρήσιμη όταν τα προβλήματα μνήμης:

  • εμφανίστηκαν μετά από ένα τραυματικό γεγονός,
  • συνοδεύονται από έντονο άγχος, εφιάλτες ή αναδρομές,
  • επηρεάζουν σημαντικά την εργασία, τις σχέσεις ή την καθημερινότητα,
  • συνοδεύονται από αισθήματα αποπροσωποποίησης ή αποπραγματοποίησης,
  • ή όταν υπάρχουν ανησυχίες για πιθανή νευρολογική ή άλλη ιατρική αιτία.

Μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση μπορεί να βοηθήσει να διαπιστωθεί εάν τα κενά μνήμης σχετίζονται με φυσιολογικές διεργασίες της μνήμης, με τις επιπτώσεις ενός τραυματικού γεγονότος ή με κάποια άλλη κατάσταση που χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.

Συμπέρασμα

Το να μην θυμάται κάποιος ολόκληρες περιόδους ή συγκεκριμένα γεγονότα της ζωής του δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει βιώσει τραύμα. Η ανθρώπινη μνήμη είναι πολύπλοκη και επηρεάζεται από πολλούς βιολογικούς, ψυχολογικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Παράλληλα, είναι γεγονός ότι ένα τραυματικό συμβάν μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος κωδικοποιεί και ανακαλεί τις αναμνήσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι αναμνήσεις μπορεί να είναι αποσπασματικές, δύσκολες στην ανάκληση ή να επανέρχονται με ασυνήθιστο τρόπο.

Η κατανόηση του τρόπου λειτουργίας της μνήμης μπορεί να βοηθήσει στη μείωση του φόβου και των παρανοήσεων γύρω από τα κενά μνήμης, ενώ η έγκαιρη αξιολόγηση από ειδικό μπορεί να συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση και αντιμετώπιση των δυσκολιών που βιώνει κάθε άνθρωπος.

Βιβλιογραφία 

Baddeley, A. D., Eysenck, M. W., & Anderson, M. C. (2020). Memory (3rd ed.). Routledge.

Bauer, P. J. (2015). Remembering the times of our lives: Memory in infancy and beyond. Psychology Press.

Brewin, C. R. (2014). Episodic memory, perceptual memory, and their interaction: Foundations for a theory of posttraumatic stress disorder. Psychological Bulletin, 140(1), 69–97. https://doi.org/10.1037/a0033722

Brewin, C. R., & Andrews, B. (1998). Recovered memories of trauma: Phenomenology and cognitive mechanisms. Clinical Psychology Review, 18(8), 949–970. https://doi.org/10.1016/S0272-7358(98)00040-3

Giesbrecht, T., Lynn, S. J., Lilienfeld, S. O., & Merckelbach, H. (2012). Dissociation and memory fragmentation in posttraumatic stress disorder: An evaluation of the dissociative encoding hypothesis. Psychological Bulletin, 138(5), 792–820. https://doi.org/10.1037/a0027449

Otgaar, H., Howe, M. L., Patihis, L., Merckelbach, H., Lynn, S. J., Lilienfeld, S. O., & Loftus, E. F. (2019). The return of the repressed: The persistent and problematic claims of long-forgotten trauma. Perspectives on Psychological Science, 14(6), 1072–1095. https://doi.org/10.1177/1745691619862306