Δευτερογενές τραύμα (Secondary Traumatic Stress): Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο;
Οι περισσότεροι άνθρωποι συνδέουν το ψυχικό τραύμα με την άμεση εμπειρία ενός σοβαρού γεγονότος, όπως ένα ατύχημα, μια φυσική καταστροφή, η κακοποίηση ή η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου. Ωστόσο, η επιστημονική έρευνα έχει δείξει ότι τα συμπτώματα τραύματος μπορούν να εμφανιστούν και σε άτομα που δεν βίωσαν τα ίδια το γεγονός, αλλά εκτέθηκαν επανειλημμένα στις τραυματικές εμπειρίες άλλων ανθρώπων. Η κατάσταση αυτή είναι γνωστή ως Δευτερογενές Τραυματικό Στρες (Secondary Traumatic Stress – STS) και αποτελεί ένα σημαντικό ζήτημα για πολλούς επαγγελματίες υγείας, αλλά και για φροντιστές ή συγγενείς ανθρώπων που έχουν υποστεί τραύμα (Figley, 1995).
Παρότι το δευτερογενές τραύμα δεν είναι επίσημη ψυχιατρική διάγνωση στο Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (DSM-5-TR), αναγνωρίζεται ευρέως στη διεθνή βιβλιογραφία ως μια φυσιολογική αντίδραση στη χρόνια ή έντονη έκθεση στον ανθρώπινο πόνο (American Psychiatric Association [APA], 2022).
Τι είναι το Δευτερογενές Τραυματικό Στρες;
Το Δευτερογενές Τραυματικό Στρες περιγράφει την εμφάνιση συμπτωμάτων που μοιάζουν με εκείνα της Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες (PTSD), όταν ένα άτομο εκτίθεται έμμεσα στις τραυματικές εμπειρίες άλλων. Αυτό μπορεί να συμβεί μέσα από τη θεραπευτική σχέση, την επαγγελματική ενασχόληση ή ακόμη και μέσα από μια στενή προσωπική σχέση με κάποιον που έχει βιώσει σοβαρό τραύμα (Bride, 2007).
Για παράδειγμα, ένας ψυχολόγος που ακούει καθημερινά ιστορίες σεξουαλικής κακοποίησης, ένας διασώστης που συμμετέχει σε πολύνεκρα τροχαία ή ένας γονέας που φροντίζει το παιδί του μετά από μια τραυματική εμπειρία μπορεί σταδιακά να εμφανίσει εικόνες, σκέψεις ή συναισθήματα που σχετίζονται με το τραύμα του άλλου.
Η αντίδραση αυτή δεν σημαίνει ότι το άτομο είναι υπερβολικά ευάλωτο ή ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις επαγγελματικές ή προσωπικές του υποχρεώσεις. Αντίθετα, θεωρείται ότι αποτελεί μια αναμενόμενη συνέπεια της συνεχούς έκθεσης στον ανθρώπινο πόνο, ιδιαίτερα όταν απουσιάζουν οι κατάλληλοι μηχανισμοί υποστήριξης και αποφόρτισης (Figley, 2002).
Ποιοι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο;
Το δευτερογενές τραύμα μπορεί να εμφανιστεί σε οποιοδήποτε άτομο έρχεται συστηματικά σε επαφή με τραυματικές εμπειρίες άλλων ανθρώπων. Παρόλα αυτά, η επιστημονική βιβλιογραφία δείχνει ότι ορισμένες επαγγελματικές ομάδες εμφανίζουν αυξημένη συχνότητα συμπτωμάτων.
Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας αποτελούν μία από τις σημαντικότερες ομάδες κινδύνου. Ψυχολόγοι, ψυχοθεραπευτές, ψυχίατροι και σύμβουλοι ακούνε καθημερινά αφηγήσεις που αφορούν κακοποίηση, ενδοοικογενειακή βία, αυτοκτονικό ιδεασμό, σοβαρά ατυχήματα ή παιδικό τραύμα. Η συνεχής έκθεση σε τέτοιο περιεχόμενο μπορεί να επηρεάσει σταδιακά τη συναισθηματική τους κατάσταση, ακόμη και όταν διαθέτουν υψηλή επαγγελματική εμπειρία (Bride, 2007).
Αντίστοιχα, οι επαγγελματίες υγείας, όπως οι ιατροί, οι νοσηλευτές και οι διασώστες, εκτίθενται συχνά σε σοβαρούς τραυματισμούς, θανάτους και καταστάσεις κρίσης. Έρευνες έχουν δείξει ότι η επαναλαμβανόμενη επαφή με τέτοια περιστατικά αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης συμπτωμάτων δευτερογενούς τραυματικού στρες (Cieslak et al., 2014). Η συνεχής έκθεση στον ανθρώπινο πόνο δεν επηρεάζει μόνο την ψυχική υγεία, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει και σε βαθύτερες συγκρούσεις με τις προσωπικές αξίες του επαγγελματία. Το φαινόμενο αυτό περιγράφεται ως Moral Injury, για το οποίο μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα στο αντίστοιχο άρθρο μας.
Ιδιαίτερα ευάλωτοι είναι επίσης οι αστυνομικοί, οι πυροσβέστες, οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες πολιτικής προστασίας, οι κοινωνικοί λειτουργοί και όσοι εργάζονται με θύματα βίας, πρόσφυγες ή παιδιά που έχουν υποστεί κακοποίηση. Στις περιπτώσεις αυτές, η έκθεση στο τραύμα δεν είναι περιστασιακή αλλά αποτελεί μέρος της καθημερινής επαγγελματικής δραστηριότητας.
Το δευτερογενές τραύμα, ωστόσο, δεν αφορά αποκλειστικά τους επαγγελματίες. Μπορεί να εμφανιστεί και σε γονείς, συντρόφους ή άλλα μέλη της οικογένειας που φροντίζουν ένα άτομο μετά από μια ιδιαίτερα τραυματική εμπειρία. Όταν η φροντίδα είναι συνεχής και συνοδεύεται από έντονη συναισθηματική εμπλοκή, ο κίνδυνος αυξάνεται σημαντικά (Figley, 1995).
Ποια είναι τα συμπτώματα;
Τα συμπτώματα του δευτερογενούς τραύματος συχνά θυμίζουν εκείνα του PTSD. Ένα άτομο μπορεί να αρχίσει να σκέφτεται επανειλημμένα τις ιστορίες που έχει ακούσει, να βλέπει ενοχλητικές εικόνες ή να δυσκολεύεται να αποστασιοποιηθεί συναισθηματικά από τις εμπειρίες των άλλων.
Παράλληλα, μπορεί να εμφανιστούν αυξημένο άγχος, ευερεθιστότητα, δυσκολίες στον ύπνο, σωματική κόπωση και μειωμένη συγκέντρωση. Ορισμένοι επαγγελματίες αναφέρουν ότι αισθάνονται περισσότερο απαισιόδοξοι για τους ανθρώπους ή ότι αντιλαμβάνονται τον κόσμο ως ένα λιγότερο ασφαλές μέρος σε σύγκριση με το παρελθόν (Newell & MacNeil, 2010).
Σε αρκετές περιπτώσεις παρατηρείται και συναισθηματική αποστασιοποίηση. Το άτομο μπορεί να δυσκολεύεται να νιώσει ενσυναίσθηση, να αποφεύγει συζητήσεις που σχετίζονται με τραυματικά γεγονότα ή να αισθάνεται ότι έχει εξαντλήσει τα ψυχικά του αποθέματα.
Δευτερογενές τραύμα, επαγγελματική εξουθένωση ή Compassion Fatigue;
Οι όροι αυτοί χρησιμοποιούνται συχνά σαν να σημαίνουν το ίδιο, όμως στην πραγματικότητα περιγράφουν διαφορετικές καταστάσεις.
Η επαγγελματική εξουθένωση (burnout) σχετίζεται κυρίως με το χρόνιο εργασιακό στρες, την υπερβολική πίεση, τον μεγάλο φόρτο εργασίας και την έλλειψη ελέγχου ή υποστήριξης στον εργασιακό χώρο (Maslach & Leiter, 2016).
Αντίθετα, το δευτερογενές τραύμα προκύπτει ειδικά από την επανειλημμένη έκθεση στις τραυματικές εμπειρίες άλλων ανθρώπων και χαρακτηρίζεται από συμπτώματα που προσομοιάζουν στο PTSD.
Ο όρος Compassion Fatigue (κόπωση από τη συμπόνια) χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει τον συνδυασμό του δευτερογενούς τραυματικού στρες με τη συναισθηματική εξάντληση που μπορεί να προκύψει από τη μακροχρόνια φροντίδα ανθρώπων που υποφέρουν (Figley, 2002). Παρότι οι έννοιες αυτές αλληλοεπικαλύπτονται, δεν είναι ταυτόσημες και η διάκρισή τους είναι σημαντική τόσο για την αξιολόγηση όσο και για την επιλογή της κατάλληλης παρέμβασης.
Πώς μπορεί να προληφθεί;
Η πρόληψη του δευτερογενούς τραύματος δεν βασίζεται αποκλειστικά στην προσωπική ανθεκτικότητα. Οι σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία της οργανωσιακής υποστήριξης, της επαγγελματικής εποπτείας και της κουλτούρας αυτοφροντίδας στους χώρους εργασίας (Cieslak et al., 2014).
Για τους επαγγελματίες που εργάζονται συστηματικά με τραυματισμένους πληθυσμούς, η τακτική εποπτεία, η δυνατότητα συζήτησης δύσκολων περιστατικών, η διατήρηση σαφών επαγγελματικών ορίων και η επαρκής ξεκούραση αποτελούν βασικούς προστατευτικούς παράγοντες. Παράλληλα, η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων και η αναζήτηση υποστήριξης αποτελούν βασικούς παράγοντες προστασίας. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κατάλληλη θεραπευτική παρέμβαση μπορεί όχι μόνο να μειώσει την ψυχολογική επιβάρυνση αλλά και να συμβάλει στη μετατραυματική ανάπτυξη (Post-Traumatic Growth), δηλαδή στη θετική ψυχολογική προσαρμογή μετά από ιδιαίτερα δύσκολες εμπειρίες.
Πότε χρειάζεται βοήθεια;
Είναι φυσιολογικό ένας επαγγελματίας ή ένας φροντιστής να επηρεάζεται συναισθηματικά από τις δύσκολες εμπειρίες των ανθρώπων που υποστηρίζει. Ωστόσο, όταν τα συμπτώματα επιμένουν, επηρεάζουν την ποιότητα ζωής, τις διαπροσωπικές σχέσεις ή την εργασιακή απόδοση, είναι σημαντικό να ζητηθεί αξιολόγηση από επαγγελματία ψυχικής υγείας.
Η έγκαιρη παρέμβαση μπορεί να μειώσει την ένταση των συμπτωμάτων, να ενισχύσει τους μηχανισμούς ανθεκτικότητας και να προλάβει την περαιτέρω επιβάρυνση της ψυχικής υγείας.
Συμπέρασμα
Το δευτερογενές τραυματικό στρες υπενθυμίζει ότι η έκθεση στον ανθρώπινο πόνο μπορεί να έχει σημαντικές ψυχολογικές συνέπειες ακόμη και όταν το τραυματικό γεγονός δεν βιώνεται άμεσα. Η αναγνώριση του φαινομένου είναι ιδιαίτερα σημαντική για τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, τους εργαζομένους στις υπηρεσίες υγείας και έκτακτης ανάγκης, αλλά και για τα μέλη των οικογενειών που φροντίζουν ανθρώπους με τραυματικές εμπειρίες. Η κατάλληλη υποστήριξη, η εποπτεία και η συστηματική αυτοφροντίδα δεν αποτελούν πολυτέλεια, αλλά βασικές προϋποθέσεις για τη διατήρηση της ψυχικής υγείας και της ποιότητας της παρεχόμενης φροντίδας.
Βιβλιογραφία
American Psychiatric Association. (2022). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed., text rev.; DSM-5-TR). American Psychiatric Association.
Bride, B. E. (2007). Prevalence of secondary traumatic stress among social workers. Social Work, 52(1), 63–70. https://doi.org/10.1093/sw/52.1.63
Cieslak, R., Shoji, K., Douglas, A., Melville, E., Luszczynska, A., & Benight, C. C. (2014). A meta-analysis of the relationship between job burnout and secondary traumatic stress among workers with indirect exposure to trauma. Psychological Services, 11(1), 75–86. https://doi.org/10.1037/a0033798
Figley, C. R. (1995). Compassion fatigue: Coping with secondary traumatic stress disorder in those who treat the traumatized. Brunner/Mazel.
Figley, C. R. (2002). Compassion fatigue: Psychotherapists’ chronic lack of self-care. Journal of Clinical Psychology, 58(11), 1433–1441. https://doi.org/10.1002/jclp.10090
Maslach, C., & Leiter, M. P. (2016). Burnout. In G. Fink (Ed.), Stress: Concepts, cognition, emotion, and behavior (pp. 351–357). Academic Press.
Newell, J. M., & MacNeil, G. A. (2010). Professional burnout, vicarious trauma, secondary traumatic stress, and compassion fatigue. Best Practices in Mental Health, 6(2), 57–68.