Το Σύνδρομο του Απατεώνα (Impostor Syndrome): Τι γνωρίζουμε σήμερα;
«Κάποια στιγμή θα καταλάβουν ότι δεν αξίζω πραγματικά τη θέση μου.»
Έχετε ποτέ αισθανθεί ότι η επιτυχία σας οφείλεται περισσότερο στην τύχη παρά στις ικανότητές σας; Ότι κάποια στιγμή οι άλλοι θα ανακαλύψουν πως δεν είστε τόσο ικανοί όσο πιστεύουν;
Αυτές οι σκέψεις είναι πιο συχνές απ’ όσο φανταζόμαστε. Φοιτητές με άριστες επιδόσεις, επαγγελματίες που λαμβάνουν προαγωγές, επιστήμονες με σημαντικές διακρίσεις ή ακόμη και άνθρωποι με πολυετή εμπειρία μπορεί να δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν την αξία των επιτευγμάτων τους. Αντί να αποδίδουν την επιτυχία τους στις γνώσεις, στις δεξιότητες και στην προσπάθειά τους, θεωρούν ότι οφείλεται στην τύχη, στις συγκυρίες ή στην υπερεκτίμηση των άλλων (Clance & Imes, 1978).
Η εμπειρία αυτή είναι γνωστή ως Φαινόμενο του Απατεώνα (Impostor Phenomenon). Αν και συχνά αναφέρεται ως «Impostor Syndrome», η ονομασία αυτή δεν θεωρείται η επιστημονικά ακριβέστερη.
Τι είναι το Φαινόμενο του Απατεώνα;
Ο όρος Impostor Phenomenon περιγράφηκε για πρώτη φορά από τις ψυχολόγους Pauline Clance και Suzanne Imes το 1978. Μελετώντας γυναίκες με υψηλές ακαδημαϊκές και επαγγελματικές επιδόσεις, διαπίστωσαν ότι πολλές από αυτές αδυνατούσαν να εσωτερικεύσουν τις επιτυχίες τους και ζούσαν με τον φόβο ότι κάποια στιγμή θα αποκαλυφθεί πως δεν ήταν τόσο ικανές όσο πίστευαν οι άλλοι (Clance & Imes, 1978).
Σήμερα γνωρίζουμε ότι το φαινόμενο δεν αφορά αποκλειστικά τις γυναίκες. Συστηματικές ανασκοπήσεις έχουν δείξει ότι μπορεί να εμφανιστεί σε άτομα κάθε φύλου, ηλικίας και επαγγελματικού χώρου, από φοιτητές και νέους επαγγελματίες έως έμπειρους επιστήμονες, ιατρούς και στελέχη επιχειρήσεων (Bravata et al., 2020).
Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι το Φαινόμενο του Απατεώνα δεν αποτελεί ψυχική διαταραχή. Δεν περιλαμβάνεται στο DSM-5-TR της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας ούτε στο ICD-11 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Πρόκειται για μια ψυχολογική εμπειρία που χαρακτηρίζεται από επίμονες αμφιβολίες για τις προσωπικές ικανότητες, παρά την ύπαρξη αντικειμενικών αποδείξεων επιτυχίας (Bravata et al., 2020).
Γιατί εμφανίζεται;
Δεν υπάρχει μία μόνο αιτία που εξηγεί το Φαινόμενο του Απατεώνα. Αντίθετα, φαίνεται να προκύπτει από την αλληλεπίδραση προσωπικών χαρακτηριστικών, οικογενειακών εμπειριών και κοινωνικών παραγόντων.
Ένα από τα χαρακτηριστικά που έχουν μελετηθεί περισσότερο είναι η τελειοθηρία. Άτομα με ιδιαίτερα υψηλά προσωπικά πρότυπα συχνά θεωρούν ότι οποιοδήποτε λάθος αποτελεί ένδειξη ανεπάρκειας. Ακόμη και όταν επιτυγχάνουν τους στόχους τους, τείνουν να πιστεύουν ότι θα μπορούσαν να είχαν αποδώσει καλύτερα (Sakulku & Alexander, 2011).
Παράλληλα, έρευνες έχουν δείξει ότι το φαινόμενο σχετίζεται με αυξημένα επίπεδα άγχους, χαμηλότερη αυτοεκτίμηση και μειωμένη αυτοσυμπόνια (Bravata et al., 2020). Σε ορισμένες περιπτώσεις, οικογενειακά περιβάλλοντα με υπερβολικά υψηλές προσδοκίες ή έντονη έμφαση στην επίδοση μπορεί επίσης να συμβάλουν στην ανάπτυξη αυτών των πεποιθήσεων (Clance, 1985).
Το εργασιακό και ακαδημαϊκό περιβάλλον διαδραματίζει επίσης σημαντικό ρόλο. Η έναρξη μιας νέας εργασίας, μια προαγωγή ή η φοίτηση σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό πανεπιστήμιο μπορούν να ενισχύσουν προσωρινά τα συναισθήματα αμφιβολίας, ακόμη και σε άτομα με υψηλή απόδοση (Mak et al., 2019).
Πώς επηρεάζει την καθημερινότητα;
Οι άνθρωποι που βιώνουν έντονα το Φαινόμενο του Απατεώνα συχνά αποδίδουν τις επιτυχίες τους σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως η τύχη, οι ευνοϊκές συγκυρίες ή η επιείκεια των άλλων. Αντίθετα, όταν αντιμετωπίζουν μια αποτυχία, τείνουν να τη θεωρούν απόδειξη προσωπικής ανεπάρκειας.
Αυτός ο τρόπος σκέψης μπορεί να δημιουργήσει έναν φαύλο κύκλο. Η επιτυχία δεν ενισχύει την αυτοπεποίθηση, αλλά αυξάνει την πίεση να διατηρηθεί η ίδια απόδοση. Ως αποτέλεσμα, αρκετοί άνθρωποι εργάζονται υπερβολικά, προετοιμάζονται εξαντλητικά ή αποφεύγουν νέες επαγγελματικές προκλήσεις από φόβο μήπως αποτύχουν και επιβεβαιώσουν τις αρνητικές τους πεποιθήσεις (Sakulku & Alexander, 2011).
Είναι σημαντικό, ωστόσο, να μην παθολογικοποιούμε κάθε αμφιβολία για τον εαυτό μας. Η ανασφάλεια όταν ξεκινάμε μια νέα εργασία ή αναλαμβάνουμε αυξημένες ευθύνες αποτελεί φυσιολογική αντίδραση. Το Φαινόμενο του Απατεώνα χαρακτηρίζεται από την επίμονη αδυναμία αναγνώρισης των επιτυχιών, ακόμη και όταν αυτές επαναλαμβάνονται και επιβεβαιώνονται αντικειμενικά.
Μύθοι και πραγματικότητα
Η δημοφιλία του όρου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει οδηγήσει σε αρκετές παρανοήσεις. Μία από τις συχνότερες είναι ότι το Φαινόμενο του Απατεώνα αφορά μόνο άτομα με χαμηλή αυτοεκτίμηση. Στην πραγματικότητα, μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και σε ανθρώπους με υψηλή αυτοπεποίθηση σε άλλους τομείς της ζωής τους (Bravata et al., 2020).
Ένας δεύτερος μύθος είναι ότι αφορά μόνο γυναίκες. Αν και οι πρώτες μελέτες επικεντρώθηκαν σε γυναίκες υψηλών επιδόσεων, νεότερες έρευνες δείχνουν ότι το φαινόμενο εμφανίζεται και στους άνδρες, ενώ οι διαφορές μεταξύ των φύλων δεν είναι σταθερές σε όλες τις μελέτες (Mak et al., 2019).
Τέλος, δεν αποτελεί ένδειξη ότι κάποιος είναι πράγματι ανεπαρκής. Αντίθετα, εμφανίζεται συχνά σε άτομα με υψηλή απόδοση, τα οποία δυσκολεύονται να αποδεχθούν αντικειμενικά τεκμήρια της ικανότητάς τους.
Συνδέεται με άλλες δυσκολίες ψυχικής υγείας;
Το Φαινόμενο του Απατεώνα δεν αποτελεί διάγνωση, ωστόσο η βιβλιογραφία δείχνει ότι μπορεί να συνυπάρχει με αυξημένα επίπεδα άγχους, καταθλιπτικών συμπτωμάτων και επαγγελματικής εξουθένωσης (burnout) (Bravata et al., 2020).
Αυτό δεν σημαίνει ότι προκαλεί αυτές τις καταστάσεις ούτε ότι κάθε άνθρωπος που βιώνει impostor thoughts θα εμφανίσει κάποια ψυχική διαταραχή. Η σχέση φαίνεται να είναι πολύπλοκη και πιθανότατα αμφίδρομη, με κοινές γνωστικές και συναισθηματικές διεργασίες να επηρεάζουν την εμφάνισή τους.
Πότε μπορεί να βοηθήσει η ψυχοθεραπεία;
Πολλοί άνθρωποι βιώνουν περιστασιακά σκέψεις που θυμίζουν το Φαινόμενο του Απατεώνα χωρίς να χρειάζονται θεραπεία. Όταν όμως οι σκέψεις αυτές είναι επίμονες, προκαλούν σημαντικό άγχος ή επηρεάζουν την εργασία, τις σπουδές ή τις διαπροσωπικές σχέσεις, η υποστήριξη από επαγγελματία ψυχικής υγείας μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη.
Η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία (Cognitive Behavioral Therapy – CBT) διαθέτει ισχυρή επιστημονική τεκμηρίωση για την αντιμετώπιση δυσλειτουργικών γνωστικών μοτίβων, όπως η υπερβολική αυτοκριτική, η τελειοθηρία και οι αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό, τα οποία συχνά συνοδεύουν το Φαινόμενο του Απατεώνα (Beck, 2021). Παράλληλα, η ενίσχυση της αυτοσυμπόνιας και η ανάπτυξη πιο ρεαλιστικών τρόπων αξιολόγησης των προσωπικών επιτυχιών μπορούν να συμβάλουν στη μείωση της έντασης αυτών των σκέψεων.
Συμπέρασμα
Το Φαινόμενο του Απατεώνα αποτελεί μια καλά τεκμηριωμένη ψυχολογική εμπειρία, αλλά όχι μια αναγνωρισμένη ψυχική διαταραχή. Παρά τη μεγάλη δημοτικότητά του τα τελευταία χρόνια, η σύγχρονη επιστημονική βιβλιογραφία υπογραμμίζει ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως ετικέτα για κάθε αίσθημα ανασφάλειας ή αυτοαμφισβήτησης.
Η κατανόηση των μηχανισμών που το συνοδεύουν μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να αναγνωρίσουν ότι η επιτυχία δεν είναι προϊόν τύχης, αλλά αποτέλεσμα γνώσεων, δεξιοτήτων και προσπάθειας. Παράλληλα, όταν οι αμφιβολίες γίνονται επίμονες και επηρεάζουν την καθημερινή λειτουργικότητα, η αναζήτηση επαγγελματικής υποστήριξης μπορεί να αποτελέσει ένα ουσιαστικό βήμα προς μια πιο ισορροπημένη και ρεαλιστική εικόνα του εαυτού.
Βιβλιογραφία
Beck, J. S. (2021). Cognitive Behavior Therapy: Basics and Beyond (3rd ed.). Guilford Press.
Bravata, D. M., Watts, S. A., Keefer, A. L., et al. (2020). Prevalence, predictors, and treatment of impostor syndrome: A systematic review. Journal of General Internal Medicine, 35(4), 1252–1275.
Clance, P. R. (1985). The Impostor Phenomenon: Overcoming the Fear That Haunts Your Success. Peachtree Publishers.
Clance, P. R., & Imes, S. A. (1978). The impostor phenomenon in high achieving women: Dynamics and therapeutic intervention. Psychotherapy: Theory, Research & Practice, 15(3), 241–247.
Mak, K. K. L., Kleitman, S., & Abbott, M. J. (2019). Impostor phenomenon measurement scales: A systematic review. Frontiers in Psychology, 10, 671.
Sakulku, J., & Alexander, J. (2011). The impostor phenomenon. International Journal of Behavioral Science, 6(1), 73–92.