(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Η ανάγκη να “θεραπεύσουμε” τον άλλον και το κόστος που πληρώνουμε στις σύγχρονες σχέσεις

Γράφει η Πηνελόπη Πόπα.

Στο σήμερα, μιλάμε διαρκώς για σύνδεση, εγγύτητα, οικειότητα, συναισθηματική διαθεσιμότητα και υγιείς σχέσεις.  Το παράδοξο στην ιστορία όμως είναι ότι όσο περισσότερο μιλάμε γι’ αυτές,  τόσο πιο δύσκολο μοιάζει να τις ζήσουμε ουσιαστικά. Ναι μεν μοιάζουν πιο προσβάσιμες από ποτέ, λόγω των social media και της θέλησης του ανθρώπου να αλληλεπιδράσει, ταυτόχρονα, δε, είναι πιο εύθραυστες, πιο επιφανειακές και πιο ασταθείς. Οι γνωριμίες ξεκινούν γρήγορα και επιφανειακά, εξελίσσονται έντονα, φλογερά, και ριψοκίνδυνα κάποιες φορές και τελειώνουν πριν προλάβουν να αποκτήσουν πραγματικό βάθος και ουσία. Έχουμε περισσότερες επαφές, περισσότερες συνομιλίες, περισσότερες πιθανότητες να γνωρίσουμε ανθρώπους, ωστόσο αδιαφορούμε για τις επιλογές και νιώθουμε πιο μόνοι από ποτέ.

Μέσα σε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο γεννιέται ένα ιδιαίτερο ψυχολογικό μοτίβο: η έντονη ανάγκη να «θεραπεύσουμε» τον άλλον. Να τον βοηθήσουμε, να τον σώσουμε, να τον κάνουμε να νιώσει καλύτερα, να καλύψουμε και να γιατρέψουμε τις πληγές και τις ανάγκες του. Δεν είναι απαραίτητο να μας το ζητήσει. Απεναντίας, προθυμοποιούμαστε τόσο ασυνείδητα και εθελοντικά, χωρίς να έχουμε επίγνωση ότι εισερχόμαστε σε μια κινούμενη άμμο με ανυπέρβλητη δυσκολία επιστροφής χωρίς να χάσεις τον εαυτό σου στην  διαδρομή. 

Το βαφτίζουμε αγάπη. Θεωρούμε ότι το κάνουμε ανιδιοτελώς.  Να τον βοηθήσουμε να ξεπεράσει τις δυσκολίες του, να τον στηρίξουμε επειδή “έχει περάσει πολλά”, να δείξουμε κατανόηση εκεί όπου υπάρχει ασυνέπεια, συναισθηματική αποστασιοποίηση ή επαναλαμβανόμενος πόνος. Εξιδανικεύουμε την εικόνα του έρωτα και της αγάπης, θεωρώντας ότι πρέπει και οφείλουμε να κάνουμε τα πάντα για τον άλλον και να είμαστε δίπλα του σε ό,τι και να συμβεί. Στα διαστρεβλωμένα μοτίβα σκέψεων, τα διαταραγμένα πρότυπα συμπεριφοράς, τις λανθασμένες σχεσιακές συνήθειες και τις τοξικές συντροφικές συνήθειες που πλασάρει. Όλο αυτό το υποχρεωτικά συμβατό δέσιμο, βασίζεται στην υποχώρηση, την προσαρμοστικότητα και την ανάγκη του ανήκειν του ατόμου. Βιώνουμε την ανάγκη να συμβαδίζουμε, να ταιριάζουμε, απλά και μόνο για να βιώσουμε συντροφικότητα, το συναίσθημα του έρωτα και την επιθυμία για συνεξάρτηση. Γι’ αυτό και αδιαφορούμε για τα “red flags”, τα ασυνεπή κουτάκια και για τα κενά στην ιστορία. Θα κάνουμε τα πάντα για να επιτύχει το ταίριασμα, και ας είναι να κάνουμε healing σε όλα τα προβλήματα που φέρνει ο σύντροφος μας, παρόλο που δεν φέρουμε καμία ευθύνη ή υποχρέωση. 

Ο άνθρωπος έχει μια θεμελιώδη ανάγκη του ανήκειν, το λεγόμενο sense of belonging. Η ανάγκη να αισθανθούμε ότι είμαστε σημαντικοί για κάποιον, ότι υπάρχουμε μέσα στον ψυχικό του κόσμο, ότι μας χρειάζεται. Όταν προσπαθούμε να «διορθώσουμε» ή να θεραπεύσουμε έναν άνθρωπο, συχνά δεν αγγίζουμε μόνο τη δική του ευαλωτότητα, αλλά και τη δική μας. Σύμφωνα με τους Baumeister και Leary (1995), η ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει σε μια σταθερή και συναισθηματικά σημαντική σχέση αποτελεί βασική ψυχολογική ανάγκη. Η επιθυμία να «σώσουμε» ή να «θεραπεύσουμε» έναν σύντροφο συχνά συνδέεται με αυτή τη βαθύτερη ανάγκη για σύνδεση και αποδοχή. Δημιουργείται ένας συναισθηματικός δεσμός που μοιάζει βαθύς, σχεδόν αναγκαίος. Νιώθουμε πως αν σταθούμε δίπλα του, αν τον βοηθήσουμε να ξεπεράσει το τραύμα, τη θλίψη ή το χάος του, τότε η σύνδεση αυτή αποκτά νόημα. Γίνεται πιο ισχυρή. Πιο ασφαλής. Και έτσι αποκτά νόημα και η ζωή μας. Νιώθουμε ισχυροί.

Στην ψυχολογία, η ανάγκη να σώζουμε τον άλλον συνδέεται συχνά με μοτίβα αγχώδους προσκόλλησης (anxious attachment) και συνεξάρτησης (codependency). Σύμφωνα με την θεωρία δεσμού, ο  αγχώδης δεσμός χαρακτηρίζεται από έντονη ανάγκη εγγύτητας, φόβο εγκατάλειψης και υπερ-επένδυση στη σχέση. Τα άτομα αυτά τείνουν  να επενδύουν υπερβολικά στη σχέση, αναζητώντας διαρκώς επιβεβαίωση και εγγύτητα (Bowlby, 1969). Η συνεξάρτηση, αντίστοιχα, περιγράφει τη συναισθηματική εμπλοκή στην οποία η αίσθηση αξίας του ατόμου εξαρτάται από το πόσο απαραίτητο είναι για τον άλλον (Beattie, 1986). Με απλά λόγια,  νιώθουμε σημαντικοί όταν μας χρειάζονται. Και αυτό στη σύγχρονη κουλτούρα των σχέσεων ενισχύεται επικίνδυνα.

Παράλληλα, έχουμε εξιδανικεύσει την ιδέα του “θα τον καταλάβω περισσότερο από όλους”, “θα είμαι εγώ ο άνθρωπος που θα τον αλλάξει”, “μαζί μου θα νιώσει ασφαλής”. Ακούγεται  λίγο εγωιστικό. Θεωρείται ακόμα και σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία. «Οπωσδήποτε να τον γιατρέψω, ώστε να ικανοποιήσω το εγώ μου, να εκπληρώσω το χρέος και την πρόκληση  που μου έθεσα, ότι θα τον κάνω καλά. Αλλά ΕΓΩ θα είμαι αυτή που θα το καταφέρει.» Παραπέμπει και στο λεγόμενο «σύνδρομο Σωτήρα» (Savior Complex ή White Knight Syndrome), που περιγράφει την τάση ορισμένων ατόμων να αναλαμβάνουν υπερβολική ευθύνη για τη συναισθηματική ευημερία των άλλων (Beattie, 1986; Bowlby, 1969).

Πέρα από τον εγωκεντρισμό, υπάρχει μια σχεδόν ρομαντικοποιημένη αφήγηση γύρω από τον “συναισθηματικά δύσκολο” άνθρωπο, δηλαδή  εκείνον που δεν δεσμεύεται εύκολα, που κουβαλά τραύματα, που φοβάται την εγγύτητα, που απομακρύνεται και επιστρέφει. Ελκυόμαστε από το δύσκολο, το κρυφό, το απρόσιτο, το μυστικό. Και πολλές φορές μπαίνουμε σε αυτή τη δυναμική διαδικασία με οπλοστάσιο την αγάπη, την υπομονή, την επιμονή, την υποχωρητικότητα και την άμεση διαθεσιμότητά μας, με την εντύπωση ότι θα αρκέσουν. 

Όμως η πραγματικότητα είναι συχνά πολύ πιο σκληρή. Όταν η σχέση βασίζεται στο να προσπαθείς διακαώς να κρατήσεις κάποιον, να τον καθησυχάσεις, να εξηγείς συμπεριφορές που σε πληγώνουν, να περιμένεις ότι «μόλις λύσει τα θέματα του όλα θα αλλάξουν», τότε πολύ εύκολα η αγάπη μετατρέπεται σε συναισθηματική εξάντληση. Και εκεί αρχίζει να χάνεται η αυτοεκτίμηση. Γιατί στο όνομα της αγάπης αρχίζουμε να ανεχόμαστε πράγματα που σε άλλες συνθήκες δεν θα δεχόμασταν. Μπερδεύουμε την ενσυναίσθηση με τη διαρκή ανοχή. Την κατανόηση με την αυτοπαραίτηση . Τη φροντίδα με την εγκατάλειψη του εαυτού μας. Παραβιάζουμε τα προσωπικά μας όρια, μειώνουμε τις ανάγκες μας, αποσιωπούμε όσα μας πληγώνουν για να μη “βαρύνουμε” τον άλλον και τον νευριάσουμε ή τον κάνουμε να θέλει να φύγει.  Και χωρίς να το καταλάβουμε, η σχέση παύει να είναι αμοιβαία. Γίνεται ένας διαρκής ψυχικός αγώνας να κρατήσουμε κοντά μας κάποιον που ίσως δεν μπορεί ή δεν θέλει να σταθεί δίπλα μας με τον ίδιο τρόπο.

Σε μια εποχή όπου οι σχέσεις συχνά μένουν στο “σχεδόν”, στο “ας δούμε”, στο “δεν είμαι έτοιμος”, στο «δεν μπορώ, έχω προβλήματα» , το να θέλουμε να σώσουμε κάποιον μπορεί να είναι ένας τρόπος να δώσουμε εμείς νόημα σε μια αβέβαιη σύνδεση. Αν ο άλλος μας χρειάζεται, ίσως μείνει. Αν σταθούμε δίπλα του αρκετά, ίσως μας επιλέξει. Αν επενδύσουμε περισσότερο, ίσως γίνει ασφαλής. Μένουμε στα «αν», ωστόσο χάνουμε τα «να». 

Η αγάπη δεν πρέπει να επιζητά από εσένα να χάσεις τα όριά σου, την αυτοεκτίμησή σου ή τον ίδιο σου τον εαυτό. Η αυθεντική οικειότητα προϋποθέτει την ικανότητα να παραμένουμε πιστοί στις ανάγκες και τις αξίες μας ακόμη και μέσα στη σχέση (Brown, 2012). Δεν απαιτεί να αποδείξεις την αξία σου μέσα από τη φροντίδα ή την υπερπροσπάθεια. Δεν απαιτεί επίσης να χάσεις τον εαυτό σου ώστε να νιώσεις ότι αγαπιέσαι. Η σωστή αγάπη είναι να αγαπάς τον εαυτό σου ώστε να μπορεί και ο άλλος να σε αγαπήσει ορθά. Η  σχέση πρέπει να λειτουργεί ως χώρος αμοιβαίας ανάπτυξης και  όχι να μετατρέπεται σε πεδίο συναισθηματικής φθοράς.

Βιβλιογραφία

Baumeister, R. F., & Leary, M. R. (1995). The need to belong: Desire for interpersonal attachments as a fundamental human motivation. Psychological Bulletin, 117(3), 497–529.

Bowlby, J. (1969). Attachment and Loss: Vol. 1. Attachment. Basic Books.

Beattie, M. (1986). Codependent No More. Hazelden.

Brown, B. (2012). Daring Greatly. Gotham Books.