(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Confirmation Bias σε κλινικούς και ανακριτές: Όταν η αρχική υπόθεση επηρεάζει την αξιολόγηση των στοιχείων

Τι συμβαίνει όταν ένας επαγγελματίας σχηματίσει μια πρώτη υπόθεση για μια υπόθεση, έναν ασθενή, έναν ύποπτο ή ένα περιστατικό;

Ιδανικά, θα εξετάσει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία και θα αναθεωρήσει την αρχική του υπόθεση εάν τα δεδομένα δεν την υποστηρίζουν.

Στην πράξη, όμως, η ανθρώπινη σκέψη δεν λειτουργεί πάντα με αυτόν τον τρόπο.

Ένας από τους γνωστικούς μηχανισμούς που μπορεί να επηρεάσει την αξιολόγηση των πληροφοριών είναι το confirmation bias, ή αλλιώς μεροληψία επιβεβαίωσης: η τάση να αναζητούμε, να αξιολογούμε και να ερμηνεύουμε πληροφορίες με τρόπους που είναι περισσότερο συμβατοί με μια ήδη υπάρχουσα πεποίθηση ή υπόθεση, ενώ μπορεί να δίνουμε λιγότερη προσοχή σε πληροφορίες που την αμφισβητούν (Nickerson, 1998).

Το φαινόμενο δεν αφορά μόνο «κακές» ή απρόσεκτες αποφάσεις. Μπορεί να εμφανιστεί σε ανθρώπους με σημαντική εκπαίδευση και επαγγελματική εμπειρία, ακριβώς επειδή αποτελεί μέρος των μηχανισμών με τους οποίους ο άνθρωπος επεξεργάζεται πληροφορίες.

Πώς λειτουργεί το confirmation bias;

Ας υποθέσουμε ότι ένας επαγγελματίας σχηματίζει νωρίς την υπόθεση ότι ένας συγκεκριμένος παράγοντας εξηγεί ένα πρόβλημα.

Από εκείνο το σημείο και μετά, μπορεί —χωρίς να το αντιλαμβάνεται— να δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα σε πληροφορίες που συμφωνούν με την υπόθεση και μικρότερη σε πληροφορίες που την αμφισβητούν.

Δεν χρειάζεται να αγνοήσει συνειδητά τα αντίθετα στοιχεία. Αρκεί, για παράδειγμα, να:

  • αναζητήσει περισσότερες πληροφορίες που επιβεβαιώνουν την αρχική του εκτίμηση,
  • θέσει ερωτήσεις που ευνοούν συγκεκριμένες απαντήσεις,
  • ερμηνεύσει αμφίσημα στοιχεία προς την κατεύθυνση της αρχικής υπόθεσης,
  • θεωρήσει τα αντικρουόμενα στοιχεία λιγότερο αξιόπιστα,
  • ή σταματήσει νωρίτερα την αναζήτηση εναλλακτικών εξηγήσεων.

Αυτό είναι σημαντικό, γιατί το confirmation bias δεν αφορά μόνο το τι πιστεύουμε, αλλά και το τι πληροφορίες τελικά φτάνουμε να συλλέξουμε και πώς τις ερμηνεύουμε (Nickerson, 1998; Klayman & Ha, 1987).

Confirmation bias στην κλινική αξιολόγηση

Η κλινική αξιολόγηση αποτελεί ένα χαρακτηριστικό περιβάλλον στο οποίο η μεροληψία επιβεβαίωσης μπορεί να έχει πρακτική σημασία.

Ένας κλινικός μπορεί, για παράδειγμα, να σχηματίσει μια αρχική διαγνωστική υπόθεση σχετικά νωρίς στη διαδικασία. Εάν στη συνέχεια αναζητά κυρίως στοιχεία που υποστηρίζουν αυτή την υπόθεση, υπάρχει κίνδυνος να μην αξιολογήσει με την ίδια προσοχή εναλλακτικές εξηγήσεις.

Η confirmation bias έχει περιγραφεί ως μία από τις γνωστικές μεροληψίες που μπορούν να επηρεάσουν την κλινική κρίση (Satya-Murti & Lockhart, 2015).

Η συστηματική ανασκόπηση των Blumenthal-Barby και Krieger (2015), για παράδειγμα, εξέτασε γνωστικές μεροληψίες στη λήψη ιατρικών αποφάσεων και εντόπισε σημαντικές ενδείξεις ότι διαφορετικές γνωστικές μεροληψίες μπορούν να επηρεάζουν τη διαγνωστική και θεραπευτική λήψη αποφάσεων. Ωστόσο, οι συγγραφείς επισημαίνουν επίσης σημαντικούς περιορισμούς στην ποιότητα και στη μεθοδολογία μέρους της διαθέσιμης βιβλιογραφίας.

Αυτό είναι ένα σημαντικό σημείο: η ύπαρξη γνωστικών μεροληψιών δεν σημαίνει ότι κάθε κλινική απόφαση είναι αναξιόπιστη ή ότι οι επαγγελματίες «δεν μπορούν να είναι αντικειμενικοί». Σημαίνει ότι η επαγγελματική εκπαίδευση δεν εξαλείφει αυτομάτως τους γενικούς μηχανισμούς ανθρώπινης σκέψης.

Και τι γίνεται στις ανακριτικές διαδικασίες;

Το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρον όταν η αξιολόγηση αφορά μια ποινική υπόθεση. Σε μια ανακριτική διαδικασία, η αρχική υπόθεση μπορεί να αφορά το ποιος είναι ο δράστης, τι συνέβη ή ποια εκδοχή των γεγονότων είναι πιθανότερη.

Εάν ο ερευνητής καταλήξει νωρίς σε έναν συγκεκριμένο ύποπτο, η έρευνα μπορεί σταδιακά να γίνει κατευθυνόμενη προς τον ύποπτο: αντί να διερευνώνται με ισορροπημένο τρόπο διαφορετικές υποθέσεις, η διαδικασία οργανώνεται γύρω από την υπόθεση ότι το συγκεκριμένο άτομο είναι ο δράστης (Lidén, 2023).

Σε αυτή την περίπτωση, το confirmation bias μπορεί να εμφανιστεί με τη μορφή ασύμμετρης αξιολόγησης των στοιχείων: τα στοιχεία που υποστηρίζουν την αρχική υπόθεση αντιμετωπίζονται περισσότερο ως επιβεβαιωτικά, ενώ τα στοιχεία που την αμφισβητούν εξετάζονται αυστηρότερα ή απαιτείται μεγαλύτερη απόδειξη για να γίνουν αποδεκτά (Lidén, 2023).

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ανακριτής αποφασίζει συνειδητά να αγνοήσει τα αντίθετα στοιχεία. Ακριβώς εκεί βρίσκεται η δυσκολία του confirmation bias: η διαδικασία μπορεί να συμβαίνει χωρίς πλήρη επίγνωση.

Όταν η πληροφορία επηρεάζει τον αξιολογητή

Το confirmation bias δεν περιορίζεται στον τρόπο με τον οποίο συλλέγονται οι πληροφορίες. Μπορεί να επηρεάσει και την αξιολόγηση ήδη διαθέσιμων στοιχείων.

Στην εγκληματολογική επιστήμη, για παράδειγμα, έχει μελετηθεί η επίδραση των πληροφοριών πλαισίου, δηλαδή πληροφοριών σχετικών με την υπόθεση, τον ύποπτο ή προηγούμενες αποφάσεις (contextual information) στις κρίσεις των εξεταστών.

Η συστηματική ανασκόπηση των Kukucka et al. (2017) εντόπισε 29 σχετικές μελέτες σε διαφορετικούς κλάδους της εγκληματολογικής επιστήμης. Οι συγγραφείς βρήκαν ενδείξεις ότι πληροφορίες σχετικά με τον ύποπτο ή το έγκλημα, προηγούμενες αποφάσεις και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της διαδικασίας σύγκρισης μπορούν να επηρεάσουν τα συμπεράσματα των επαγγελματιών. Ιδιαίτερα, μεταξύ των μελετών που εξέτασαν επαγγελματίες ή εκπαιδευόμενους, βρέθηκαν ενδείξεις επιρροής από τις πληροφορίες πλαισίου σε σημαντικό μέρος των πειραματικών σχεδιασμών (Kukucka et al., 2017).

Το confirmation bias στις συνεντεύξεις

Ένα ακόμη ιδιαίτερα σημαντικό πεδίο είναι η ανακριτική συνέντευξη.

Οι ερωτήσεις δεν είναι ουδέτερες απλώς και μόνο επειδή διατυπώνονται από έναν επαγγελματία.

Εάν ο συνεντευκτής έχει ήδη σχηματίσει μια συγκεκριμένη υπόθεση, μπορεί να επιλέξει ερωτήσεις που κατευθύνουν τη συζήτηση προς την επιβεβαίωση αυτής της υπόθεσης, να επιμείνει περισσότερο σε απαντήσεις που φαίνονται υποστηρικτικές και να εξετάσει λιγότερο διεξοδικά εναλλακτικές εξηγήσεις.

Το ζήτημα έχει εξεταστεί ειδικά σε συνεντεύξεις παιδιών σε υποθέσεις πιθανής σεξουαλικής κακοποίησης. Οι O’Donohue και Cirlugea (2021) επισημαίνουν ότι το confirmation bias αποτελεί πιθανό παράγοντα σφάλματος σε τέτοιες συνεντεύξεις και προτείνουν την ενσωμάτωση της αντιμετώπισης της μεροληψίας στα πρωτόκολλα και στην εκπαίδευση των επαγγελματιών.

Εδώ χρειάζεται, όμως, μια ακόμη διάκριση: το confirmation bias δεν είναι το ίδιο πράγμα με την υποβολιμότητα (suggestibility). Η υποβολιμότητα αφορά την ευαισθησία ενός ατόμου σε επιρροές που μπορούν να μεταβάλουν την ανάκληση ή την αναφορά πληροφοριών. Το confirmation bias αφορά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο ο αξιολογητής αναζητά, επεξεργάζεται και ερμηνεύει πληροφορίες. Τα δύο φαινόμενα μπορούν να αλληλεπιδρούν, αλλά δεν είναι ταυτόσημα.

Γιατί η εμπειρία δεν αρκεί;

Μια συνηθισμένη υπόθεση είναι ότι όσο περισσότερη εμπειρία έχει ένας επαγγελματίας, τόσο λιγότερο ευάλωτος είναι στις γνωστικές μεροληψίες.

Η υπόθεση αυτή είναι υπερβολικά απλή.

Η εμπειρία μπορεί να προσφέρει σημαντική γνώση και να βελτιώνει την αναγνώριση προτύπων. Δεν αποτελεί, όμως, αυτόματο μηχανισμό προστασίας από τις γνωστικές μεροληψίες. Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις, η μεγάλη εξοικείωση με ένα συγκεκριμένο μοτίβο μπορεί να ενισχύσει την τάση για γρήγορη αναγνώριση και πρόωρη κατάληξη σε μια ερμηνεία.

Η σχετική βιβλιογραφία υποστηρίζει επομένως περισσότερο την ανάγκη για δομημένες διαδικασίες ελέγχου της σκέψης παρά την ιδέα ότι η εμπειρία από μόνη της αρκεί (Blumenthal-Barby & Krieger, 2015; Kukucka et al., 2017).

Πώς μπορεί να περιοριστεί;

Το πρώτο βήμα δεν είναι να προσπαθήσουμε να «μην έχουμε biases». Αυτός ο στόχος είναι μάλλον μη ρεαλιστικός. Πιο χρήσιμη είναι η δημιουργία διαδικασιών που κάνουν τη μεροληψία δυσκολότερη. Μερικές πρακτικές περιλαμβάνουν:

1. Διατύπωση εναλλακτικών υποθέσεων

Πριν αναζητηθούν επιπλέον στοιχεία, μπορεί να καταγραφεί όχι μόνο η βασική υπόθεση αλλά και τουλάχιστον μία ή δύο εναλλακτικές εξηγήσεις.

Το ερώτημα αλλάζει από:

«Τι στοιχεία επιβεβαιώνουν την υπόθεσή μου;»

σε:

«Ποιες διαφορετικές εξηγήσεις μπορούν να εξηγήσουν τα ίδια δεδομένα;»

2. Αναζήτηση διαψευστικών στοιχείων

Ένα ιδιαίτερα χρήσιμο ερώτημα είναι:

«Τι θα περίμενα να δω εάν η υπόθεσή μου ήταν λανθασμένη;»

Η εσκεμμένη αναζήτηση στοιχείων που θα μπορούσαν να διαψεύσουν μια υπόθεση μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο στην τάση επιβεβαίωσης.

3. Περιορισμός των άσχετων πληροφοριών για το πλαίσιο

Η έρευνα έχει δείξει ότι ο περιορισμός μη απαραίτητων πληροφοριών και η προσεκτική διαχείριση της σειράς με την οποία παρέχονται οι πληροφορίες μπορούν να μειώσουν ορισμένες μορφές προκαταλήψεων/μεροληψιών (Kukucka et al., 2017).

4. Δομημένα πρωτόκολλα

Οι δομημένες διαδικασίες δεν εξαλείφουν τη γνωστική μεροληψία, αλλά μπορούν να περιορίσουν τον χώρο στον οποίο μια αρχική εντύπωση μπορεί να επηρεάσει αυθαίρετα τη διαδικασία.

5. Ανεξάρτητη επανεξέταση

Σε ορισμένα forensic περιβάλλοντα, η επανάληψη μιας αξιολόγησης από επαγγελματία που δεν γνωρίζει την προηγούμενη απόφαση μπορεί να λειτουργήσει ως πρόσθετος έλεγχος (Kukucka et al., 2017).

Το πιο σημαντικό ερώτημα δεν είναι «είμαι προκατειλημμένος;»

Αυτή ίσως είναι η λανθασμένη ερώτηση. Το confirmation bias είναι ένας γενικός μηχανισμός ανθρώπινης σκέψης. Το να πιστεύουμε ότι «εγώ είμαι αντικειμενικός» δεν αποτελεί από μόνο του προστασία από αυτόν. Πιο χρήσιμες είναι ερωτήσεις όπως:

  • Ποια είναι η αρχική μου υπόθεση;
  • Ποια στοιχεία την υποστηρίζουν;
  • Ποια στοιχεία την αμφισβητούν;
  • Έχω αναζητήσει πραγματικά εναλλακτικές εξηγήσεις;
  • Θα ερμήνευα το ίδιο στοιχείο με τον ίδιο τρόπο εάν ξεκινούσα από διαφορετική υπόθεση;
  • Ποιες πληροφορίες γνωρίζω που δεν είναι απαραίτητες για την αξιολόγηση αλλά μπορεί να επηρεάζουν την κρίση μου;

Αυτού του είδους η διαδικασία δεν εγγυάται την απουσία σφάλματος. Μπορεί, όμως, να μετατρέψει την «αντικειμενικότητα» από μια προσωπική ιδιότητα σε διαδικαστική πρακτική.

Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα από την έρευνα για το confirmation bias: δεν αρκεί να θέλουμε να είμαστε αντικειμενικοί. Χρειάζεται να σχεδιάζουμε τις διαδικασίες αξιολόγησης έτσι ώστε να δίνουν χώρο και στις πληροφορίες που μπορεί να διαψεύσουν αυτό που ήδη πιστεύουμε.

Βιβλιογραφία

Blumenthal-Barby, J. S., & Krieger, H. (2015). Cognitive biases and heuristics in medical decision making: A critical review using a systematic search strategy. Medical Decision Making, 35(4), 539–557. https://doi.org/10.1177/0272989X14547740

Kassin, S. M., Dror, I. E., & Kukucka, J. (2013). The forensic confirmation bias: Problems, perspectives, and proposed solutions. Journal of Applied Research in Memory and Cognition, 2(1), 42–52. https://doi.org/10.1016/j.jarmac.2013.01.001

Klayman, J., & Ha, Y.-W. (1987). Confirmation, disconfirmation, and information in hypothesis testing. Psychological Review, 94(2), 211–228. https://doi.org/10.1037/0033-295X.94.2.211

Kukucka, J., Kassin, S. M., Zapf, P. A., & Dror, I. E. (2017). Cognitive bias and blindness: A global survey of forensic science examiners. Journal of Applied Research in Memory and Cognition, 6(4), 452–459. https://doi.org/10.1016/j.jarmac.2017.09.001

Lidén, M. (2023). Confirmation bias in criminal cases. Oxford University Press. https://doi.org/10.1093/oso/9780192867643.001.0001

Nickerson, R. S. (1998). Confirmation bias: A ubiquitous phenomenon in many guises. Review of General Psychology, 2(2), 175–220. https://doi.org/10.1037/1089-2680.2.2.175

O’Donohue, W., & Cirlugea, O. (2021). Controlling for confirmation bias in child sexual abuse interviews. Journal of the American Academy of Psychiatry and the Law Online, 49(3), 371–380. https://doi.org/10.29158/JAAPL.200109-20

Satya-Murti, S., & Lockhart, J. (2015). Recognizing and reducing cognitive bias in clinical and forensic neurology. Neurology: Clinical Practice, 5(5), 389–396. https://doi.org/10.1212/CPJ.0000000000000181