(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Όταν το «είμαι εδώ για σένα» γίνεται υποχρέωση

Μπορούμε να είμαστε δίπλα στους ανθρώπους που αγαπάμε χωρίς να είμαστε πάντα διαθέσιμοι;

Ένας φίλος σε καλεί επανειλημμένα σε στιγμές κρίσης, ακόμη κι όταν γνωρίζει ότι εργάζεσαι ή ότι δεν έχεις τη δυνατότητα να μιλήσεις. Ο σύντροφός σου περιμένει να απαντάς στα μηνύματά του αμέσως, ενώ ένας συγγενής σου θεωρεί ότι πρέπει να είσαι διαθέσιμος κάθε φορά που χρειάζεται βοήθεια.

Όταν δεν μπορείς να ανταποκριθείς, αισθάνεσαι ενοχή. Αναρωτιέσαι αν είσαι αρκετά υποστηρικτικός, αν απογοητεύεις τους ανθρώπους σου ή αν η ανάγκη σου για χρόνο και προσωπικό χώρο σημαίνει ότι απομακρύνεσαι συναισθηματικά.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η διαθεσιμότητα μπορεί σταδιακά να πάψει να αποτελεί μια ελεύθερη έκφραση ενδιαφέροντος και να μετατραπεί σε υποχρέωση.

Ωστόσο, το να νοιαζόμαστε για κάποιον δεν σημαίνει ότι μπορούμε να είμαστε προσβάσιμοι ανά πάσα στιγμή. Η συναισθηματική παρουσία δεν μετριέται από την ταχύτητα με την οποία απαντάμε σε ένα μήνυμα, από το πόσο συχνά ακυρώνουμε τις δικές μας υποχρεώσεις ή από το αν είμαστε πάντοτε σε θέση να διαχειριστούμε τη δυσφορία ενός άλλου ανθρώπου.

Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν είμαστε πάντα διαθέσιμοι. Είναι αν μπορούμε να δημιουργούμε σχέσεις στις οποίες υπάρχει ενδιαφέρον, αμοιβαιότητα και σεβασμός στις ανάγκες όλων των εμπλεκομένων.

Τι σημαίνει συναισθηματική διαθεσιμότητα;

Η συναισθηματική διαθεσιμότητα δεν αποτελεί μία μεμονωμένη δεξιότητα ούτε έναν επίσημο κλινικό όρο με έναν ενιαίο ορισμό. Μπορεί να περιγραφεί ως η ικανότητα να είμαστε παρόντες σε μια σχέση, να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματα του άλλου, να ανταποκρινόμαστε με ενδιαφέρον και να συμμετέχουμε ουσιαστικά στην επικοινωνία.

Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει:

  • Να ακούμε τον άλλον χωρίς να υποβαθμίζουμε αυτό που βιώνει.
  • Να μπορούμε να συζητάμε για δύσκολα συναισθήματα.
  • Να εκφράζουμε το ενδιαφέρον μας με τρόπους που ανταποκρίνονται στις ανάγκες της σχέσης.
  • Να επικοινωνούμε όταν δεν μπορούμε να βοηθήσουμε άμεσα.
  • Να αναγνωρίζουμε τα δικά μας όρια χωρίς να ακυρώνουμε τα συναισθήματα του άλλου.

Η συναισθηματική διαθεσιμότητα δεν απαιτεί να έχουμε πάντα τη σωστή απάντηση ή να μπορούμε να επιλύσουμε κάθε πρόβλημα. Συχνά, αρκεί να ακούμε, να δείχνουμε ενδιαφέρον και να είμαστε ειλικρινείς σχετικά με το τι μπορούμε να προσφέρουμε.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι η συναισθηματική παρουσία δεν προϋποθέτει τη διαρκή φυσική ή ψηφιακή παρουσία. Μπορούμε να είμαστε ουσιαστικά υποστηρικτικοί, ακόμη κι όταν δεν είμαστε άμεσα προσβάσιμοι.

Πότε η διαθεσιμότητα παύει να είναι επιλογή;

Το να βοηθάμε τους ανθρώπους που αγαπάμε είναι φυσιολογικό και συχνά ενισχύει τη σύνδεση και την αίσθηση αμοιβαιότητας. Η δυσκολία εμφανίζεται όταν η βοήθεια δεν αποτελεί πλέον συνειδητή επιλογή, αλλά κάτι που αισθανόμαστε ότι δεν επιτρέπεται να αρνηθούμε.

Για παράδειγμα, μπορεί να απαντάμε σε ένα τηλεφώνημα ενώ είμαστε εξαντλημένοι, επειδή φοβόμαστε ότι αν δεν το κάνουμε, ο άλλος θα θεωρήσει πως δεν τον αγαπάμε. Μπορεί να αναλαμβάνουμε συνεχώς ευθύνες που δεν μας αναλογούν, επειδή δυσκολευόμαστε να αντέξουμε την απογοήτευση κάποιου. Ή μπορεί να εγκαταλείπουμε συστηματικά τις δικές μας ανάγκες για να αποφύγουμε μια σύγκρουση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, αξίζει να εξετάσουμε όχι μόνο τι κάνουμε, αλλά και τι μας οδηγεί να το κάνουμε. Ορισμένα ερωτήματα μπορούν να μας βοηθήσουν:

  • Μπορώ να πω «όχι» χωρίς να αισθάνομαι ότι απειλείται η σχέση;
  • Προσφέρω βοήθεια επειδή το επιθυμώ ή επειδή φοβάμαι τις συνέπειες της άρνησης;
  • Υπάρχει χώρος για τις δικές μου ανάγκες ή η σχέση οργανώνεται κυρίως γύρω από τις ανάγκες του άλλου;
  • Μπορώ να εκφράσω ότι είμαι κουρασμένος ή ότι χρειάζομαι χρόνο χωρίς να αισθάνομαι υποχρεωμένος να απολογηθώ;

Οι απαντήσεις δεν αποτελούν διαγνωστικό εργαλείο. Μπορούν, όμως, να μας βοηθήσουν να εντοπίσουμε εάν η διαθεσιμότητά μας βασίζεται στην αμοιβαία φροντίδα ή σε μια επίμονη αίσθηση υποχρέωσης.

Τα όρια δεν είναι απόρριψη

Ένας από τους λόγους για τους οποίους δυσκολευόμαστε να θέσουμε όρια είναι ότι συγχέουμε την άρνηση ενός αιτήματος με την απόρριψη του ανθρώπου που το διατυπώνει. Ωστόσο, οι δύο έννοιες είναι διαφορετικές.

Μπορούμε να αγαπάμε κάποιον και να μην μπορούμε να μιλήσουμε μαζί του εκείνη τη στιγμή. Μπορούμε να αναγνωρίζουμε τη δυσκολία ενός φίλου χωρίς να έχουμε τη δυνατότητα να αναλάβουμε την επίλυσή της. Μπορούμε να ενδιαφερόμαστε για ένα μέλος της οικογένειάς μας χωρίς να αναλαμβάνουμε κάθε ευθύνη που μας μεταφέρει.

Ένα όριο δεν ακυρώνει αυτομάτως τη σύνδεση. Καθορίζει τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορούμε να συμμετέχουμε σε μια σχέση χωρίς να παραμερίζουμε συστηματικά τις δικές μας ανάγκες.

Η έρευνα για την αυτονομία στις διαπροσωπικές σχέσεις υπογραμμίζει ότι η δυνατότητα να ενεργούμε με αίσθηση επιλογής και προσωπικής βούλησης συνδέεται με την ευημερία και την ποιότητα των σχέσεων. Η αυτονομία δεν σημαίνει απομόνωση ή απουσία αλληλεξάρτησης. Σημαίνει ότι η σύνδεση με τους άλλους δεν απαιτεί την εγκατάλειψη της προσωπικής μας βούλησης (Ryan & Deci, 2000).

Έτσι, μια φράση όπως «Θέλω να σε ακούσω, αλλά αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Μπορούμε να μιλήσουμε αργότερα;» δεν αποτελεί απαραίτητα απομάκρυνση. Μπορεί να είναι ένας τρόπος να προστατεύσουμε την ποιότητα της επικοινωνίας μας.

Πώς εκδηλώνεται στις διαφορετικές σχέσεις;

Στις φιλίες

Η φιλία περιλαμβάνει αμοιβαία υποστήριξη, αλλά δεν προϋποθέτει ότι ένας φίλος πρέπει να λειτουργεί ως μόνιμος αποδέκτης κάθε δυσκολίας του άλλου.

Είναι φυσιολογικό να αναζητούμε έναν φίλο όταν περνάμε μια δύσκολη περίοδο. Ωστόσο, όταν η επικοινωνία αφορά αποκλειστικά τις κρίσεις του ενός, όταν οι ανάγκες του άλλου δεν βρίσκουν χώρο ή όταν η άρνηση αντιμετωπίζεται ως προδοσία, αξίζει να εξετάσουμε την ισορροπία της σχέσης.

Μια ουσιαστική φιλία δεν χρειάζεται να χαρακτηρίζεται από ίση προσφορά σε κάθε χρονική στιγμή. Μπορεί ο ένας να χρειάζεται περισσότερη υποστήριξη σε μια περίοδο και ο άλλος σε κάποια διαφορετική. Σημασία έχει να υπάρχει χώρος και για τους δύο, χωρίς η υποστήριξη να μετατρέπεται σε μόνιμη, μονόπλευρη υποχρέωση.

Στις ερωτικές σχέσεις

Σε μια ερωτική σχέση, η επιθυμία για επικοινωνία, εγγύτητα και επιβεβαίωση είναι αναμενόμενη. Ωστόσο, οι σύντροφοι μπορεί να έχουν διαφορετικές ανάγκες ως προς τη συχνότητα επικοινωνίας, τον χρόνο που περνούν μαζί ή τον προσωπικό χώρο που χρειάζονται.

Το να μην απαντά κάποιος αμέσως δεν σημαίνει από μόνο του ότι αδιαφορεί. Αντίστοιχα, η ανάγκη ενός συντρόφου για περισσότερη επικοινωνία δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι υπερβολικά απαιτητικός.

Το σημαντικό είναι να μπορούν οι σύντροφοι να συζητούν τις ανάγκες τους, να διαπραγματεύονται ρεαλιστικές προσδοκίες και να σέβονται τις συμφωνίες που διαμορφώνουν.

Χρειάζεται, ωστόσο, να διακρίνουμε την απλή διαφορά αναγκών από τη συστηματική απαίτηση ελέγχου. Όταν η καθυστέρηση μιας απάντησης οδηγεί επανειλημμένα σε απειλές, εκφοβισμό, τιμωρητική σιωπή ή περιορισμό της αυτονομίας του άλλου, δεν πρόκειται απλώς για διαφορετικές προτιμήσεις επικοινωνίας.

Στην οικογένεια

Οι οικογενειακές σχέσεις συχνά συνοδεύονται από ισχυρές προσδοκίες σχετικά με το καθήκον, την αφοσίωση και την αμοιβαία φροντίδα.

Ένας ενήλικος μπορεί να αισθάνεται ότι πρέπει να είναι πάντοτε διαθέσιμος για τους γονείς του. Ένας γονέας μπορεί να δυσκολεύεται να αποδεχτεί ότι το ενήλικο παιδί του χρειάζεται ιδιωτικότητα ή ότι δεν μπορεί να ανταποκρίνεται σε κάθε αίτημα. Αντίστοιχα, ένα μέλος της οικογένειας μπορεί να αναλαμβάνει δυσανάλογο μερίδιο ευθυνών επειδή θεωρεί ότι η άρνηση ισοδυναμεί με αχαριστία.

Η οικογενειακή φροντίδα και η αλληλεγγύη έχουν αξία. Δεν προϋποθέτουν, όμως, ότι κάθε μέλος πρέπει να παραμερίζει απεριόριστα τις δικές του ανάγκες.

Η δυνατότητα να διατηρούμε προσωπικά όρια ενώ παραμένουμε συνδεδεμένοι με την οικογένειά μας αποτελεί σημαντικό μέρος της λειτουργικής σχέσης μεταξύ ενηλίκων.

Τι μπορούμε να κάνουμε όταν δυσκολευόμαστε να θέσουμε όρια;

Η αλλαγή δεν χρειάζεται να αρχίσει με μια απότομη απομάκρυνση ή με μια μεγάλη αντιπαράθεση. Μπορεί να ξεκινήσει από μικρές, σαφείς αλλαγές στον τρόπο που επικοινωνούμε.

1. Αναγνωρίζουμε τις πραγματικές μας δυνατότητες: Πριν δεσμευτούμε να βοηθήσουμε, μπορούμε να αναρωτηθούμε εάν έχουμε τον χρόνο, την ενέργεια και τη συναισθηματική διαθεσιμότητα που απαιτεί η κατάσταση. Το να αναγνωρίζουμε τους περιορισμούς μας δεν σημαίνει ότι αδιαφορούμε.

2. Διατυπώνουμε συγκεκριμένα όρια: Αντί για μια αόριστη άρνηση, μπορούμε να εξηγήσουμε τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να προσφέρουμε. Για παράδειγμα: «Δεν μπορώ να μιλήσω τώρα, αλλά μπορώ να σε καλέσω αύριο το απόγευμα».

3. Αποφεύγουμε τις υπερβολικές απολογίες: Είναι θεμιτό να εξηγούμε μια απόφασή μας, αλλά δεν χρειάζεται να αποδεικνύουμε διαρκώς ότι δικαιούμαστε να έχουμε ανάγκες. Μια σαφής και σεβαστική διατύπωση είναι συχνά πιο αποτελεσματική από μια μακρά απολογία.

4. Μαθαίνουμε να ανεχόμαστε τη δυσφορία που μπορεί να ακολουθήσει: Ο άλλος μπορεί να απογοητευτεί ή να χρειαστεί χρόνο για να προσαρμοστεί σε μια νέα συνθήκη. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το όριο είναι λανθασμένο. Είναι χρήσιμο να διακρίνουμε την εύλογη απογοήτευση από την προσπάθεια να μας ελέγξει κάποιος μέσω ενοχής ή φόβου.

5. Εξετάζουμε την αμοιβαιότητα της σχέσης: Μπορούμε να αναρωτηθούμε αν υπάρχει χώρος για τις δικές μας ανάγκες, αν η υποστήριξη είναι αμφίδρομη σε βάθος χρόνου και αν οι διαφωνίες μπορούν να συζητηθούν χωρίς εκφοβισμό ή τιμωρία. Τα όρια δεν εγγυώνται ότι κάθε σχέση θα γίνει πιο λειτουργική. Μας βοηθούν, όμως, να κατανοήσουμε καλύτερα τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορούμε να συμμετέχουμε σε αυτήν.

Δείτε περισσότερες κατευθύνσεις και άρθρα για τα όρια εδώ.

Μπορούμε να είμαστε διαθέσιμοι χωρίς να είμαστε πάντα προσβάσιμοι;

Η ουσιαστική σύνδεση δεν απαιτεί συνεχή ανταπόκριση. Απαιτεί ενδιαφέρον, συνέπεια, επικοινωνία και σεβασμό. Μερικές φορές, το να είμαστε πραγματικά παρόντες σημαίνει να ακούμε προσεκτικά. Άλλες φορές σημαίνει να αναγνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε να βοηθήσουμε εκείνη τη στιγμή και να επικοινωνούμε με ειλικρίνεια τι είναι εφικτό.

Δεν χρειάζεται να είμαστε πάντοτε διαθέσιμοι για να αποδεικνύουμε ότι αγαπάμε τους ανθρώπους μας. Ούτε χρειάζεται να αγνοούμε τις ανάγκες μας για να θεωρούμαστε υποστηρικτικοί.

Μια λειτουργική σχέση δεν απαιτεί να είμαστε διαθέσιμοι κάθε στιγμή. Χρειάζεται να μπορούμε να είμαστε παρόντες με τρόπο ουσιαστικό, ειλικρινή και βιώσιμο για όλους τους ανθρώπους που συμμετέχουν σε αυτήν.

Βιβλιογραφία

Ryan, R. M., & Deci, E. L. (2000). Self-determination theory and the facilitation of intrinsic motivation, social development, and well-being. American Psychologist, 55(1), 68–78. https://doi.org/10.1037/0003-066X.55.1.68

La Guardia, J. G., Ryan, R. M., Couchman, C. E., & Deci, E. L. (2000). Within-person variation in security of attachment: A self-determination theory perspective on attachment, need fulfillment, and well-being. Journal of Personality and Social Psychology, 79(3), 367–384. https://doi.org/10.1037/0022-3514.79.3.367