(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Η συναισθηματική σύνδεση δεν ταυτίζεται με την εξάρτηση

Γιατί μπορεί να δυσκολευόμαστε να απομακρυνθούμε από έναν άνθρωπο που μας πληγώνει και πότε η ανάγκη για σύνδεση αρχίζει να επηρεάζει την ελευθερία των επιλογών μας;

Οι ανθρώπινες σχέσεις αποτελούν σημαντικό μέρος της ζωής μας. Μέσα από αυτές αναπτύσσουμε συναισθηματικούς δεσμούς, μοιραζόμαστε εμπειρίες, αναζητούμε υποστήριξη και διαμορφώνουμε την αίσθηση ότι ανήκουμε κάπου. Είναι φυσικό να νοιαζόμαστε για τους ανθρώπους που έχουν σημασία για εμάς, να επηρεαζόμαστε από τη συμπεριφορά τους και να δυσκολευόμαστε όταν μια σχέση αλλάζει ή απειλείται.

Ωστόσο, ορισμένες φορές η συναισθηματική σύνδεση συγχέεται με την εξάρτηση. Ένας άνθρωπος που δυσκολεύεται να απομακρυνθεί από μια φιλική, ερωτική ή οικογενειακή σχέση μπορεί να χαρακτηριστεί «εξαρτημένος», ακόμη και όταν υπάρχουν σημαντικοί παράγοντες που εξηγούν τη στάση του.

Είναι, όμως, κάθε έντονος συναισθηματικός δεσμός ένδειξη εξάρτησης; Και σημαίνει απαραίτητα ότι μια σχέση είναι προβληματική όταν δυσκολευόμαστε να θέσουμε όρια ή να διαχειριστούμε την πιθανότητα απώλειάς της;

Η συναισθηματική σύνδεση και η συναισθηματική εξάρτηση δεν είναι το ίδιο πράγμα. Το να χρειαζόμαστε τους άλλους, να επενδύουμε στις σχέσεις μας και να επηρεαζόμαστε από αυτές αποτελεί μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας. Η ουσιαστική διάκριση αφορά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η σχέση και τον βαθμό στον οποίο διατηρούμε την αυτονομία, την προσωπική μας ταυτότητα και τη δυνατότητα να κάνουμε επιλογές που ανταποκρίνονται στις ανάγκες μας.

Τι σημαίνει συναισθηματική σύνδεση;

Η συναισθηματική σύνδεση περιλαμβάνει την εγγύτητα, το ενδιαφέρον, την εμπιστοσύνη, την αμοιβαία υποστήριξη και την αίσθηση ότι ένας άλλος άνθρωπος έχει σημαντική θέση στη ζωή μας.

Μπορεί να αναπτυχθεί σε διαφορετικά είδη σχέσεων:

  • Στις ερωτικές σχέσεις, μέσα από την οικειότητα, τη συντροφικότητα και την κοινή ζωή.
  • Στις φιλικές σχέσεις, μέσα από την εμπιστοσύνη, την αμοιβαιότητα και την αίσθηση ότι μπορούμε να στηριχθούμε σε κάποιον.
  • Στις οικογενειακές σχέσεις, μέσα από την ιστορία που μοιραζόμαστε, τους δεσμούς φροντίδας και την αίσθηση του ανήκειν.
  • Στις σχέσεις με συναδέλφους ή άλλους σημαντικούς ανθρώπους, μέσα από τη συνεργασία, τον αμοιβαίο σεβασμό και την κοινή εμπειρία.

Μια σημαντική σχέση μπορεί να επηρεάζει βαθιά τη διάθεσή μας. Μπορεί να μας στενοχωρεί όταν υπάρχει απόσταση, να μας απογοητεύει μια διαφωνία ή να μας δυσκολεύει η προοπτική ενός αποχωρισμού.

Αυτές οι αντιδράσεις δεν υποδηλώνουν από μόνες τους συναισθηματική εξάρτηση. Η στενοχώρια μετά από μια σύγκρουση ή η επιθυμία να διατηρήσουμε μια σημαντική σχέση δεν σημαίνουν ότι αδυνατούμε να λειτουργήσουμε αυτόνομα.

Η υγιής σύνδεση επιτρέπει την εγγύτητα χωρίς να απαιτεί την απώλεια της προσωπικής ελευθερίας. Μπορούμε να αγαπάμε έναν άνθρωπο και να διαφωνούμε μαζί του, να χρειαζόμαστε υποστήριξη χωρίς να εγκαταλείπουμε τις δικές μας ανάγκες και να διατηρούμε μια σχέση χωρίς να χρειάζεται να συμφωνούμε σε όλα.

Πότε η συναισθηματική σύνδεση μπορεί να γίνει περιοριστική;

Η συναισθηματική εξάρτηση χρησιμοποιείται για να περιγράψει διαφορετικές μορφές δυσκολίας που σχετίζονται με την ανάγκη για επιβεβαίωση, την έντονη ανησυχία για την απώλεια μιας σχέσης ή τη δυσκολία λειτουργίας χωρίς τη συνεχή παρουσία και αποδοχή ενός συγκεκριμένου ανθρώπου.

Δεν αποτελεί, ωστόσο, έναν ενιαίο όρο που εξηγεί όλες τις δυσκολίες στις σχέσεις ούτε αρκεί από μόνος του για να τεκμηριώσει κάποια ψυχική διαταραχή. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσο σημαντικός είναι ένας άνθρωπος για εμάς, αλλά αν η ανάγκη να διατηρήσουμε τη σχέση αρχίζει να περιορίζει συστηματικά την αυτονομία και την ευημερία μας.

Για παράδειγμα, μπορεί να παρατηρούμε ότι:

  • Δυσκολευόμαστε να εκφράσουμε τη διαφωνία μας, επειδή φοβόμαστε ότι ο άλλος θα απομακρυνθεί.
  • Αποδεχόμαστε επανειλημμένα συμπεριφορές που μας πληγώνουν, επειδή θεωρούμε ότι η απώλεια της σχέσης θα ήταν χειρότερη.
  • Αισθανόμαστε ότι η προσωπική μας αξία εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την αποδοχή ενός συγκεκριμένου ανθρώπου.
  • Εγκαταλείπουμε συστηματικά δικές μας ανάγκες, ενδιαφέροντα ή άλλες σημαντικές σχέσεις για να διατηρήσουμε την εγγύτητα.
  • Δυσκολευόμαστε να πάρουμε αποφάσεις χωρίς την έγκριση του άλλου, ακόμη και όταν πρόκειται για ζητήματα που αφορούν κυρίως εμάς.
  • Η πιθανότητα διαφωνίας ή απομάκρυνσης προκαλεί τόσο έντονη ανησυχία, ώστε επηρεάζει σημαντικά την καθημερινότητά μας.

Κανένα από αυτά τα στοιχεία, μεμονωμένα, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσουμε κάποιον συναισθηματικά εξαρτημένο. Χρειάζεται να εξετάζουμε τη διάρκεια, την ένταση, το πλαίσιο και τις συνέπειες της συμπεριφοράς.

Η έρευνα για την εξάρτηση έχει αναδείξει ότι η ανάγκη για υποστήριξη από άλλους δεν είναι από μόνη της δυσλειτουργική. Η σημασία της εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται και από το αν βοηθά ή δυσκολεύει την προσαρμογή του ατόμου στις συνθήκες της ζωής του (Bornstein, 2012).

Γιατί δυσκολευόμαστε να απομακρυνθούμε από μια σχέση που μας πληγώνει;

Δεν υπάρχει μία ενιαία εξήγηση. Η δυσκολία απομάκρυνσης μπορεί να σχετίζεται με συναισθηματικούς, κοινωνικούς, πρακτικούς ή οικονομικούς παράγοντες, οι οποίοι διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο.

1. Φόβος απώλειας και μοναξιάς

Η πιθανότητα να χάσουμε έναν σημαντικό άνθρωπο μπορεί να προκαλέσει έντονη θλίψη, ανασφάλεια ή φόβο για το μέλλον. Αυτό μπορεί να μας οδηγήσει στο να ανεχόμαστε καταστάσεις που διαφορετικά θα μας προβλημάτιζαν περισσότερο.

Η αντίδραση αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει εξάρτηση. Η απώλεια μιας σημαντικής φιλίας, η απομάκρυνση από ένα μέλος της οικογένειας ή το τέλος μιας ερωτικής σχέσης μπορεί να είναι πραγματικά επώδυνα γεγονότα.

Χρειάζεται, επομένως, να διακρίνουμε τη φυσιολογική δυσκολία που συνοδεύει μια απώλεια από ένα επίμονο μοτίβο στο οποίο ο φόβος της απομάκρυνσης καθορίζει σχεδόν όλες τις αποφάσεις μας.

2. Η κοινή ιστορία και η συναισθηματική επένδυση

Όσο περισσότερο χρόνο και προσπάθεια έχουμε επενδύσει σε μια σχέση, τόσο πιο δύσκολο μπορεί να είναι να αποδεχτούμε ότι έχει αλλάξει ή ότι δεν μας προσφέρει πλέον όσα χρειαζόμαστε.

Μπορεί να σκεφτόμαστε τα χρόνια που έχουμε μοιραστεί, τις δυσκολίες που έχουμε ξεπεράσει μαζί ή όσα θα θέλαμε να ζήσουμε στο μέλλον. Η κοινή ιστορία μπορεί να έχει ιδιαίτερη συναισθηματική σημασία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να καθορίζει όλες τις μελλοντικές μας επιλογές.

Ένα χρήσιμο ερώτημα είναι: Αν γνώριζα σήμερα αυτή τη σχέση όπως λειτουργεί τώρα, θα επέλεγα να την αναπτύξω με τον ίδιο τρόπο;

Η ερώτηση δεν δίνει αυτόματα μια απάντηση. Μπορεί, όμως, να μας βοηθήσει να εξετάσουμε την παρούσα πραγματικότητα αντί να βασιζόμαστε αποκλειστικά σε όσα η σχέση σήμαινε στο παρελθόν ή σε όσα ελπίζουμε ότι θα γίνει.

3. Η ελπίδα ότι ο άλλος θα αλλάξει

Μπορεί να συνεχίζουμε να επενδύουμε σε μια σχέση επειδή πιστεύουμε ότι η συμπεριφορά του άλλου θα βελτιωθεί. Αυτό μπορεί να συμβαίνει σε ερωτικές σχέσεις, φιλίες, οικογενειακούς δεσμούς ή επαγγελματικές συνεργασίες.

Η ελπίδα για αλλαγή δεν είναι από μόνη της προβληματική. Το ζήτημα είναι αν στηρίζεται σε συγκεκριμένες ενδείξεις, όπως η ανάληψη ευθύνης και η σταθερή αλλαγή συμπεριφοράς, ή αν παραμένει κυρίως μια προσδοκία που δεν επιβεβαιώνεται στην πράξη.

Μπορούμε να αναγνωρίζουμε τις δυνατότητες ενός ανθρώπου χωρίς να παραβλέπουμε τον τρόπο με τον οποίο μας συμπεριφέρεται σήμερα.

4. Οι πρακτικοί και κοινωνικοί περιορισμοί

Δεν είναι όλες οι σχέσεις εύκολο να διακοπούν. Η οικονομική αλληλεξάρτηση, η κοινή κατοικία, η φροντίδα παιδιών ή άλλων μελών της οικογένειας, οι επαγγελματικές υποχρεώσεις και το κοινό κοινωνικό περιβάλλον μπορεί να καθιστούν την απομάκρυνση ιδιαίτερα δύσκολη.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η διατήρηση της επικοινωνίας δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι το άτομο αδυνατεί να λειτουργήσει αυτόνομα. Μπορεί να είναι αναγκαία για την κάλυψη πρακτικών αναγκών ή την εκπλήρωση συγκεκριμένων υποχρεώσεων.

Γι’ αυτό, πριν ερμηνεύσουμε μια συμπεριφορά ως συναισθηματική εξάρτηση, χρειάζεται να εξετάζουμε ποιες πραγματικές επιλογές είναι διαθέσιμες στον άνθρωπο.

5. Ο φόβος των αντιδράσεων του άλλου

Σε ορισμένες σχέσεις, η δυσκολία απομάκρυνσης δεν αφορά μόνο τα συναισθήματα αλλά και την ασφάλεια. Ένας άνθρωπος μπορεί να φοβάται απειλές, εκφοβισμό, παρενόχληση ή άλλες συνέπειες αν θέσει όρια ή διακόψει την επικοινωνία.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό όταν υπάρχει κακοποίηση ή εξαναγκαστικός έλεγχος. Σε τέτοιες συνθήκες, η διατήρηση της επαφής μπορεί να αποτελεί προσπάθεια διαχείρισης του κινδύνου και όχι ένδειξη συναισθηματικής εξάρτησης.

Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης: δεν πρέπει να μετατρέπουμε μια στρατηγική επιβίωσης ή μια αναγκαστική συνθήκη σε χαρακτηρισμό της προσωπικότητας του ανθρώπου που τη βιώνει.

Η συναισθηματική εξάρτηση εμφανίζεται μόνο στις ερωτικές σχέσεις;

Όχι. Παρότι ο όρος χρησιμοποιείται συχνά για τις ερωτικές σχέσεις, παρόμοιες δυσκολίες μπορεί να εμφανιστούν σε κάθε σημαντικό διαπροσωπικό δεσμό.

Στις φιλίες

Ένα άτομο μπορεί να δυσκολεύεται να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του σε έναν φίλο, να φοβάται υπερβολικά την αντικατάστασή του ή να αισθάνεται ότι πρέπει να είναι πάντοτε διαθέσιμο για να διατηρήσει τη φιλία. Ωστόσο, η επιθυμία να διατηρήσουμε μια μακροχρόνια φιλία ή η στενοχώρια όταν ένας φίλος απομακρύνεται δεν συνιστούν από μόνες τους εξάρτηση. Σημασία έχει αν υπάρχει αμοιβαιότητα, σεβασμός και χώρος για τις ανάγκες και των δύο.

Στις οικογενειακές σχέσεις

Οι οικογενειακοί δεσμοί συχνά συνοδεύονται από κοινή ιστορία, αίσθηση ευθύνης και κοινωνικές προσδοκίες. Κάποιος μπορεί να δυσκολεύεται να θέσει όρια σε έναν γονέα, έναν αδελφό ή άλλο συγγενή επειδή φοβάται την απόρριψη, τις ενοχές ή τη σύγκρουση.

Παράλληλα, η φροντίδα ενός συγγενή ή η πρακτική εξάρτηση από την οικογένεια δεν αποτελούν αυτομάτως προβληματική εξάρτηση. Η αμοιβαία υποστήριξη μπορεί να είναι σημαντική και λειτουργική. Το ερώτημα είναι αν η φροντίδα ή η εγγύτητα επιβάλλεται με τρόπο που ακυρώνει συστηματικά την αυτονομία κάποιου.

Στις ερωτικές σχέσεις

Ένα άτομο μπορεί να αισθάνεται ότι δεν μπορεί να πάρει αποφάσεις χωρίς τη σύντροφο ή τον σύντροφό του, να χρειάζεται συνεχή επιβεβαίωση ή να αποφεύγει να εκφράσει διαφορετική άποψη για να μη διακινδυνεύσει τη σχέση.

Η στενή συναισθηματική σύνδεση, όμως, δεν σημαίνει ότι οι δύο σύντροφοι πρέπει να λειτουργούν ανεξάρτητα από τις ανάγκες ο ένας του άλλου. Η αλληλεξάρτηση είναι αναμενόμενο στοιχείο μιας στενής σχέσης. Η δυσκολία εμφανίζεται όταν η υποστήριξη μετατρέπεται σε συστηματικό περιορισμό της ελευθερίας ή όταν η προσωπική ευημερία εξαρτάται υπερβολικά από την αποδοχή του άλλου.

Στις επαγγελματικές και άλλες σχέσεις

Παρόμοια μοτίβα μπορεί να εμφανιστούν όταν κάποιος δυσκολεύεται να διαφωνήσει με έναν προϊστάμενο, φοβάται ότι θα χάσει την αποδοχή μιας ομάδας ή αισθάνεται ότι η προσωπική του αξία εξαρτάται από την αναγνώριση ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, χρειάζεται να εξετάζονται τόσο οι συναισθηματικοί παράγοντες όσο και οι πραγματικές ανισορροπίες ισχύος, οι επαγγελματικές συνέπειες και το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η σχέση.

Πώς ξεχωρίζουμε την υγιή αλληλεξάρτηση από μια σχέση που μας περιορίζει;

Η αυτονομία δεν σημαίνει ότι δεν χρειαζόμαστε τους άλλους. Σημαίνει ότι μπορούμε να διατηρούμε την προσωπική μας κρίση και να συμμετέχουμε στις σχέσεις μας χωρίς να χρειάζεται να εγκαταλείπουμε συστηματικά τις ανάγκες μας.

Η θεωρία του αυτοπροσδιορισμού αναδεικνύει τη σημασία της αυτονομίας, της αίσθησης επάρκειας και της σύνδεσης με τους άλλους ως βασικών ψυχολογικών αναγκών (Ryan & Deci, 2000). Από αυτή την οπτική, η σύνδεση και η αυτονομία δεν είναι αντίθετες έννοιες. Μπορούν να συνυπάρχουν και να υποστηρίζουν η μία την άλλη.

Μια σχέση μπορεί να προσφέρει εγγύτητα και υποστήριξη, ενώ παράλληλα επιτρέπει στα εμπλεκόμενα πρόσωπα να έχουν διαφορετικές απόψεις, να διατηρούν άλλα ενδιαφέροντα και να παίρνουν προσωπικές αποφάσεις.

Αντίθετα, αξίζει να διερευνήσουμε μια σχέση όταν η διατήρησή της προϋποθέτει επανειλημμένα την παραίτηση από βασικές ανάγκες, όταν η διαφωνία προκαλεί έντονο φόβο ή όταν η προσωπική μας αξία φαίνεται να εξαρτάται αποκλειστικά από την αποδοχή ενός άλλου ανθρώπου.

Δεν υπάρχει ένα μοναδικό κριτήριο που να χαρακτηρίζει όλες τις σχέσεις. Η αξιολόγηση χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη το πλαίσιο, την αμοιβαιότητα, τη διάρκεια των δυσκολιών και τις συνέπειές τους στην καθημερινή ζωή.

Τι μπορούμε να κάνουμε όταν αναγνωρίζουμε ότι μια σχέση περιορίζει την αυτονομία μας;

Η κατανόηση ενός μοτίβου είναι ένα πρώτο βήμα. Δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να διακόψουμε αμέσως τη σχέση ή να πάρουμε μια βιαστική απόφαση. Μπορούμε να αρχίσουμε εξετάζοντας πώς λειτουργεί η σχέση και ποιες αλλαγές θα μας επέτρεπαν να διατηρήσουμε την εγγύτητα χωρίς να παραμερίζουμε συστηματικά τον εαυτό μας.

Μερικά χρήσιμα ερωτήματα είναι:

  • Μπορώ να εκφράσω τη διαφωνία μου χωρίς να φοβάμαι δυσανάλογες συνέπειες;
  • Νιώθω ότι μπορώ να διατηρώ τις προσωπικές μου ανάγκες, τα ενδιαφέροντα και τις άλλες σχέσεις μου;
  • Οι αποφάσεις μου βασίζονται σε αυτό που πραγματικά επιθυμώ ή κυρίως στον φόβο της απόρριψης;
  • Υπάρχει αμοιβαιότητα στην υποστήριξη ή αισθάνομαι ότι πρέπει να είμαι διαρκώς διαθέσιμος;
  • Όταν θέτω ένα όριο, υπάρχει περιθώριο συζήτησης και σεβασμού ή αντιμετωπίζω συστηματικά εκφοβισμό, τιμωρία ή έλεγχο;

Οι απαντήσεις δεν αποτελούν διαγνωστικό εργαλείο. Μπορούν, όμως, να βοηθήσουν στην καλύτερη κατανόηση των αναγκών και των δυσκολιών μας.

Ανάλογα με την κατάσταση, μπορεί να είναι χρήσιμο να εξασκηθούμε στην έκφραση των αναγκών μας, να ενισχύσουμε άλλες πηγές υποστήριξης, να αναπτύξουμε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις προσωπικές μας αποφάσεις ή να αναζητήσουμε βοήθεια από επαγγελματία ψυχικής υγείας.

Όταν υπάρχει κακοποίηση, απειλή ή εξαναγκαστικός έλεγχος, η προτεραιότητα είναι η ασφάλεια. Η θέσπιση ορίων ή η διακοπή μιας σχέσης δεν είναι πάντοτε ασφαλής χωρίς κατάλληλη υποστήριξη και σχεδιασμό.

Συμπέρασμα

Η συναισθηματική σύνδεση δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη εξάρτησης. Το να αγαπάμε, να νοιαζόμαστε, να χρειαζόμαστε υποστήριξη ή να δυσκολευόμαστε να αποχωριστούμε έναν σημαντικό άνθρωπο είναι μέρος των ανθρώπινων σχέσεων.

Η ουσιαστική διάκριση βρίσκεται στο αν μπορούμε να διατηρούμε τη σύνδεση χωρίς να χάνουμε συστηματικά την αυτονομία μας, αν υπάρχει χώρος για τις ανάγκες όλων των εμπλεκομένων και αν η σχέση μας επιτρέπει να εκφραζόμαστε χωρίς φόβο ή εξαναγκασμό.

Αυτό ισχύει στις ερωτικές σχέσεις, στις φιλίες, στην οικογένεια και σε κάθε άλλο σημαντικό δεσμό. Δεν χρειάζεται να γίνουμε πλήρως ανεξάρτητοι από τους άλλους για να έχουμε υγιείς σχέσεις. Χρειάζεται να μπορούμε να είμαστε κοντά τους χωρίς να αισθανόμαστε ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε τον εαυτό μας για να παραμείνουν στη ζωή μας.

Βιβλιογραφία

Bornstein, R. F. (2012). From dysfunction to adaptation: An interactionist model of dependency. Annual Review of Clinical Psychology, 8, 291–316. https://doi.org/10.1146/annurev-clinpsy-032511-143058

Ryan, R. M., & Deci, E. L. (2000). Self-determination theory and the facilitation of intrinsic motivation, social development, and well-being. American Psychologist, 55(1), 68–78. https://doi.org/10.1037/0003-066X.55.1.68