(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Γιατί κάποιος μπορεί να συνεχίζει να επικοινωνεί με ένα πρόσωπο που τον έχει βλάψει;

Η συνέχιση της επικοινωνίας μετά από μια επιβαρυντική ή κακοποιητική εμπειρία δεν έχει μία μόνο εξήγηση. Τι ρόλο μπορεί να παίζουν τα συναισθήματα, οι πρακτικές ανάγκες, ο φόβος και οι συνθήκες της σχέσης;

Όταν ένας άνθρωπος έχει πληγωθεί ή κακοποιηθεί από κάποιον, συχνά γεννάται ένα εύλογο ερώτημα: γιατί συνεχίζει να επικοινωνεί μαζί του; Γιατί απαντά στα μηνύματά του, δέχεται να συναντηθούν ή διατηρεί κάποια μορφή σχέσης, ενώ έχει βιώσει συμπεριφορές που του προκάλεσαν πόνο;

Η απάντηση δεν είναι πάντα προφανής. Από την εξωτερική παρατήρηση, η συνέχιση της επικοινωνίας μπορεί να φαίνεται ασύμβατη με την εμπειρία που έχει προηγηθεί. Ωστόσο, οι διαπροσωπικές σχέσεις είναι σύνθετες και οι αποφάσεις των ανθρώπων επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες, οι οποίοι δεν είναι πάντοτε ορατοί στους άλλους.

Το γεγονός ότι κάποιος συνεχίζει να επικοινωνεί με ένα πρόσωπο που τον έχει βλάψει δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αποδέχεται τη συμπεριφορά του, ότι δεν αναγνωρίζει τη βλάβη ή ότι επιθυμεί να επιστρέψει στη σχέση. Για να κατανοήσουμε τη συμπεριφορά του, χρειάζεται να εξετάσουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνει, τις ανάγκες του και τις επιλογές που θεωρεί διαθέσιμες.

Οι σχέσεις δεν αποτελούνται μόνο από τις αρνητικές εμπειρίες

Μια σχέση μπορεί να περιλαμβάνει συναισθηματική εγγύτητα, κοινές εμπειρίες, αγάπη, εμπιστοσύνη και σημαντικές αναμνήσεις, ακόμη και όταν έχουν εμφανιστεί συμπεριφορές που προκαλούν πόνο ή φόβο.

Ένας άνθρωπος μπορεί να αναγνωρίζει ότι έχει υποστεί βλάβη και ταυτόχρονα να διατηρεί συναισθήματα για το άλλο πρόσωπο. Μπορεί να αναπολεί τις θετικές στιγμές, να ελπίζει σε αλλαγή ή να δυσκολεύεται να αποδεχτεί ότι μια σημαντική σχέση έχει μεταβληθεί ριζικά.

Αυτές οι αντιδράσεις δεν είναι απαραίτητα αντιφατικές. Η συναισθηματική σύνδεση δεν εξαφανίζεται αυτόματα όταν κάποιος αναγνωρίζει μια επιβλαβή συμπεριφορά.

Επιπλέον, η διατήρηση της επικοινωνίας δεν συνεπάγεται ότι ο άνθρωπος έχει καταλήξει σε μια οριστική απόφαση για τη σχέση. Μπορεί να βρίσκεται σε μια περίοδο αμφιθυμίας, κατά την οποία συνυπάρχουν η επιθυμία για εγγύτητα και η ανάγκη για απόσταση.

Είναι, επομένως, σημαντικό να μη θεωρούμε ότι η συνέχιση της επικοινωνίας αποδεικνύει από μόνη της είτε την ύπαρξη υγιούς δεσμού είτε την απουσία επίγνωσης της βλάβης.

Ο φόβος και οι πρακτικοί περιορισμοί μπορεί να επηρεάζουν τις επιλογές

Δεν διατηρείται κάθε επικοινωνία επειδή υπάρχει συναισθηματική επιθυμία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η επικοινωνία συνεχίζεται επειδή ο άνθρωπος θεωρεί ότι είναι δύσκολο ή επικίνδυνο να τη διακόψει.

Αυτό μπορεί να συμβαίνει όταν υπάρχει φόβος για πιθανές αντιδράσεις, απειλές, παρενόχληση ή κλιμάκωση της σύγκρουσης. Ένα άτομο ενδέχεται να απαντά σε μηνύματα ή να αποδέχεται μια συνάντηση επειδή προσπαθεί να περιορίσει την ένταση ή να διαχειριστεί μια κατάσταση που αντιλαμβάνεται ως απειλητική.

Υπάρχουν, επίσης, πρακτικοί παράγοντες που περιορίζουν τις διαθέσιμες επιλογές. Η κοινή γονική μέριμνα, η οικονομική αλληλεξάρτηση, η κοινή κατοικία, η εργασία ή άλλες κοινές υποχρεώσεις μπορεί να καθιστούν αναγκαία κάποια μορφή επικοινωνίας, ακόμη και μετά τη λήξη μιας προσωπικής σχέσης.

Σε τέτοιες συνθήκες, η διατήρηση της επικοινωνίας δεν πρέπει να ερμηνεύεται αυτόματα ως επιθυμία επανασύνδεσης. Μπορεί να αποτελεί αναγκαστική πρακτική συνθήκη ή προσπάθεια διαχείρισης του κινδύνου.

Η έρευνα για τη βία μεταξύ συντρόφων έχει αναδείξει ότι η απομάκρυνση από μια κακοποιητική σχέση μπορεί να επηρεάζεται από πολλαπλούς περιορισμούς, όπως οι οικονομικοί πόροι, η κοινωνική υποστήριξη, οι ευθύνες φροντίδας και ο φόβος για τις συνέπειες της αποχώρησης (Anderson & Saunders, 2003).

Η ελπίδα ότι τα πράγματα θα αλλάξουν

Ένας ακόμη πιθανός παράγοντας είναι η προσδοκία ότι η συμπεριφορά του άλλου προσώπου θα αλλάξει. Ένα άτομο μπορεί να έχει ακούσει επανειλημμένες συγγνώμες, να έχει παρατηρήσει περιόδους βελτίωσης ή να έχει λάβει υποσχέσεις ότι συγκεκριμένες συμπεριφορές δεν θα επαναληφθούν. Ενδέχεται, επομένως, να επιλέγει να διατηρήσει την επικοινωνία, ελπίζοντας ότι η σχέση θα εξελιχθεί διαφορετικά.

Η ελπίδα αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το άτομο αγνοεί όσα έχουν συμβεί. Μπορεί να αναγνωρίζει τη σοβαρότητα των προηγούμενων περιστατικών και ταυτόχρονα να δυσκολεύεται να προβλέψει αν η αλλαγή είναι εφικτή ή διαρκής.

Για την κατανόηση μιας τέτοιας κατάστασης, έχει σημασία να διακρίνουμε τις υποσχέσεις από τις σταθερές αλλαγές στη συμπεριφορά. Μια συγγνώμη ή μια περίοδος ηρεμίας δεν αρκεί από μόνη της για να τεκμηριώσει ότι έχει αποκατασταθεί η ασφάλεια ή ότι έχουν αντιμετωπιστεί τα προβλήματα της σχέσης.

Παράλληλα, δεν είναι επιστημονικά ορθό να υποθέτουμε ότι κάθε άνθρωπος που ελπίζει σε αλλαγή βρίσκεται σε άρνηση ή αδυνατεί να αναγνωρίσει την πραγματικότητα. Οι αποφάσεις του χρειάζεται να εξετάζονται μέσα στο συγκεκριμένο ιστορικό και πλαίσιο της σχέσης.

Όταν η επικοινωνία γίνεται τρόπος διαχείρισης μιας απειλητικής κατάστασης

Σε σχέσεις όπου υπάρχουν έλεγχος, εκφοβισμός ή απειλές, η συμπεριφορά ενός ανθρώπου μπορεί να επηρεάζεται σημαντικά από το πώς εκτιμά τον κίνδυνο.

Για παράδειγμα, μπορεί να επιλέγει να απαντά με ήρεμο τρόπο, να αποφεύγει ορισμένες συζητήσεις ή να διατηρεί περιορισμένη επικοινωνία, επειδή πιστεύει ότι έτσι μειώνει την πιθανότητα μιας έντονης αντίδρασης. Αυτό δεν σημαίνει ότι γνωρίζουμε με βεβαιότητα το κίνητρό του. Σημαίνει ότι η συμπεριφορά του μπορεί να έχει μια λειτουργία μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες.

Η έρευνα σχετικά με τον εξαναγκαστικό έλεγχο στις σχέσεις περιγράφει μορφές συμπεριφοράς που περιορίζουν σταδιακά την αυτονομία ενός ατόμου μέσω εκφοβισμού, επιτήρησης, απειλών ή άλλων πρακτικών ελέγχου (Dutton & Goodman, 2005). Υπό αυτές τις συνθήκες, η αξιολόγηση της συμπεριφοράς ενός ατόμου χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το περιβάλλον στο οποίο ζει μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα. Μια επιλογή που φαίνεται παράδοξη σε έναν εξωτερικό παρατηρητή μπορεί να αποτελεί προσπάθεια διαχείρισης μιας κατάστασης στην οποία οι διαθέσιμες επιλογές είναι περιορισμένες.

Γι’ αυτό, η κατανόηση της συμπεριφοράς απαιτεί να εξετάζουμε όχι μόνο τι κάνει το άτομο, αλλά και ποιες συνέπειες φοβάται, ποιους περιορισμούς αντιμετωπίζει και ποιες εναλλακτικές θεωρεί εφικτές.

Η συναισθηματική σύνδεση δεν ταυτίζεται με την εξάρτηση

Όταν κάποιος παραμένει σε επαφή με ένα πρόσωπο που τον έχει βλάψει, είναι συνηθισμένο να περιγράφεται ως «συναισθηματικά εξαρτημένος». Ωστόσο, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός μπορεί να απλουστεύει υπερβολικά μια σύνθετη κατάσταση. Η συναισθηματική σύνδεση, η οικονομική εξάρτηση, ο φόβος, η κοινή γονική μέριμνα και η προσδοκία αλλαγής είναι διαφορετικοί παράγοντες. Μπορεί να συνυπάρχουν, αλλά δεν είναι ισοδύναμοι και δεν πρέπει να θεωρούνται δεδομένοι σε κάθε περίπτωση.

Αντίστοιχα, δεν είναι απαραίτητο να αποδώσουμε τη συμπεριφορά σε έναν συγκεκριμένο ψυχολογικό μηχανισμό για να την κατανοήσουμε. Συχνά χρειάζεται να εξετάσουμε τις πραγματικές συνθήκες της ζωής του ατόμου και τον τρόπο με τον οποίο αυτές επηρεάζουν τις αποφάσεις του. Η επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση αποφεύγει να μετατρέπει μια παρατηρούμενη συμπεριφορά σε αυτόματη ένδειξη ενός χαρακτηριστικού προσωπικότητας ή μιας συγκεκριμένης ψυχολογικής κατάστασης.

Γιατί δεν είναι χρήσιμο να ρωτάμε «Γιατί δεν έφυγε;»

Η ερώτηση «Γιατί δεν έφυγε;» συχνά εκφράζει απορία, αλλά μπορεί να μεταφέρει και την υπόθεση ότι η αποχώρηση ήταν μια απλή, άμεσα διαθέσιμη επιλογή.

Στην πραγματικότητα, η απομάκρυνση από μια επιβαρυντική σχέση μπορεί να περιλαμβάνει συναισθηματικές, οικονομικές, κοινωνικές και πρακτικές δυσκολίες. Σε περιπτώσεις κακοποίησης, μπορεί επίσης να συνοδεύεται από αυξημένο κίνδυνο ή φόβο αντιποίνων.

Η ανασκόπηση των Anderson και Saunders (2003) υπογραμμίζει ότι η διαδικασία αποχώρησης από μια κακοποιητική σχέση δεν είναι πάντοτε γραμμική και ότι οι αποφάσεις των επιζώντων διαμορφώνονται μέσα από σύνθετες συνθήκες.

Αντί να επικεντρωνόμαστε αποκλειστικά στο γιατί κάποιος δεν διέκοψε την επικοινωνία, είναι χρησιμότερο να θέτουμε ερωτήματα που επιτρέπουν την καλύτερη κατανόηση της κατάστασης:

  • Ποιες επιλογές θεωρεί ότι έχει διαθέσιμες;
  • Υπάρχουν πρακτικοί περιορισμοί ή κοινές υποχρεώσεις;
  • Φοβάται κάποια πιθανή συνέπεια αν διακόψει την επικοινωνία;
  • Έχει πρόσβαση σε υποστήριξη και ασφαλείς εναλλακτικές;
  • Τι χρειάζεται για να αισθανθεί περισσότερο ασφαλής και να λάβει αποφάσεις με βάση τις δικές του ανάγκες;

Αυτή η μετατόπιση δεν σημαίνει ότι κάθε σχέση στην οποία υπάρχει επικοινωνία είναι κακοποιητική ούτε ότι κάθε συνέχιση επαφής οφείλεται στον φόβο. Σημαίνει ότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε μια συμπεριφορά χωρίς να εξετάσουμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες εκδηλώνεται.

Πώς μπορούμε να στηρίξουμε έναν άνθρωπο σε αυτή την κατάσταση;

Όταν κάποιος μας αποκαλύπτει ότι έχει βιώσει επιβλαβείς συμπεριφορές, αλλά εξακολουθεί να επικοινωνεί με το συγκεκριμένο πρόσωπο, η αντίδρασή μας μπορεί να επηρεάσει το κατά πόσο θα αισθανθεί ασφαλής να μιλήσει ανοιχτά.

Η επίκριση, η πίεση ή η απαίτηση να πάρει άμεσα μια συγκεκριμένη απόφαση ενδέχεται να δυσκολέψουν την επικοινωνία. Αντίθετα, μια στάση που αναγνωρίζει την αυτονομία του και ενδιαφέρεται για τις πραγματικές ανάγκες του μπορεί να δημιουργήσει χώρο για ουσιαστική υποστήριξη.

Μπορούμε να:

  • Ακούμε χωρίς να κρίνουμε. Δεν θεωρούμε ότι γνωρίζουμε τους λόγους για τους οποίους συνεχίζεται η επικοινωνία.
  • Αποφεύγουμε την επίρριψη ευθύνης. Η συνέχιση της επαφής δεν καθιστά κάποιον υπεύθυνο για τις επιβλαβείς πράξεις ενός άλλου προσώπου.
  • Ρωτάμε τι χρειάζεται. Αντί να επιβάλλουμε λύσεις, διερευνούμε ποιες μορφές υποστήριξης θα ήταν χρήσιμες.
  • Σεβόμαστε τον ρυθμό λήψης αποφάσεων. Η διαχείριση μιας δύσκολης σχέσης μπορεί να απαιτεί χρόνο και προσεκτικό σχεδιασμό.
  • Δίνουμε προτεραιότητα στην ασφάλεια. Όταν υπάρχουν απειλές ή φόβος κλιμάκωσης, είναι σημαντικό να εξετάζονται οι κίνδυνοι και να αναζητείται κατάλληλη υποστήριξη.

Εάν υπάρχει άμεσος κίνδυνος, η ασφάλεια αποτελεί προτεραιότητα και χρειάζεται άμεση επικοινωνία με τις αρμόδιες υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης.

Συμπέρασμα

Η συνέχιση της επικοινωνίας με ένα πρόσωπο που έχει προκαλέσει βλάβη δεν μπορεί να ερμηνευθεί με έναν ενιαίο τρόπο. Μπορεί να συνδέεται με συναισθηματική σύνδεση, ελπίδα αλλαγής, κοινές υποχρεώσεις, φόβο, πρακτικούς περιορισμούς ή συνδυασμό διαφορετικών παραγόντων.

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε το κίνητρο ενός ανθρώπου μόνο από το γεγονός ότι απαντά σε ένα μήνυμα, δέχεται μια συνάντηση ή διατηρεί μια μορφή επικοινωνίας. Χρειάζεται να εξετάζουμε το ιστορικό της σχέσης, τις συνθήκες της ζωής του και το πώς ο ίδιος αντιλαμβάνεται τις επιλογές του.

Η κατανόηση δεν προϋποθέτει να συμφωνούμε με κάθε απόφαση ούτε να παραβλέπουμε τη βλάβη που έχει συμβεί. Προϋποθέτει να αποφεύγουμε τις απλουστευτικές ερμηνείες και να αναγνωρίζουμε ότι οι ανθρώπινες συμπεριφορές διαμορφώνονται μέσα σε συγκεκριμένα συναισθηματικά, κοινωνικά και πρακτικά πλαίσια.

Βιβλιογραφία

Anderson, D. K., & Saunders, D. G. (2003). Leaving an abusive partner: An empirical review of predictors, the process of leaving, and psychological well-being. Trauma, Violence, & Abuse, 4(2), 163–191. https://doi.org/10.1177/1524838002250769

Dutton, M. A., & Goodman, L. A. (2005). Coercion in intimate partner violence: Toward a new conceptualization. Sex Roles, 52, 743–756. https://doi.org/10.1007/s11199-005-4196-6