(+30) 211 218 4311
info@traumahelp.gr

Blog

Κλινική συνέντευξη vs ανακριτική. Γιατί δεν είναι εναλλάξιμες!

Γράφει η Πηνελόπη Πόπα

Η συνέντευξη αποτελεί βασικό εργαλείο τόσο για τον κλάδο της  ψυχολογίας όσο και για την δικανική/ανακριτική πρακτική. Παρότι και η κλινική και η ανακριτική συνέντευξη βασίζονται στην επικοινωνία μέσω ερωτήσεων και απαντήσεων, οι δύο τους διαφέρουν ουσιαστικά ως προς τον στόχο, τον σκοπό, τη μέθοδο διάπραξης, τη σχέση με το άτομο και το πλαίσιο εφαρμογής τους. Ναι μεν θεωρούνται αλληλένδετες, δεν μπορούν να θεωρηθούν εναλλάξιμες διαδικασίες δε.

Τι είναι η Κλινική και τι η Ανακριτική συνέντευξη ;

Για αρχή, η κλινική συνέντευξη είναι μια επιστημονική μέθοδος συλλογής πληροφοριών που χρησιμοποιείται κυρίως από ψυχολόγους, ψυχιάτρους και άλλους επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Στόχος της είναι η κατανόηση της ψυχικής κατάστασης, της προσωπικότητας, των συναισθημάτων και των εμπειριών του ατόμου, ώστε να πραγματοποιηθεί διάγνωση ή θεραπευτική παρέμβαση. Η κλινική συνέντευξη πραγματοποιείται σε ένα πλαίσιο ασφάλειας και εμπιστοσύνης, όπου ο ειδικός προσπαθεί να δημιουργήσει ένα υποστηρικτικό περιβάλλον ώστε το άτομο να εκφραστεί ελεύθερα (Morrison, 2014). Βασίζεται στην ενσυναίσθηση, την ενεργητική ακρόαση και τη δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ ειδικού και εξεταζόμενου (Sommers-Flanagan & Sommers-Flanagan, 2021). Η έμφαση δίνεται ταυτόχρονα σε λεκτικά και μη λεκτικά στοιχεία, στη συναισθηματική κατάσταση και τη συνολική εικόνα της προσωπικότητας. Η συνέντευξη μπορεί να είναι δομημένη, ημιδομημένη ή ελεύθερη, ανάλογα με τον σκοπό της αξιολόγησης, και κατά κύριο λόγο χρησιμοποιούνται ανοικτές ερωτήσεις, που βοηθούν τον θεραπευόμενο να αναπτύξει ελεύθερα την αφήγησή του χωρίς πίεση ή φόβο αξιολόγησης (Kaplan & Sadock, 2015). 

Απεναντίας, η ανακριτική συνέντευξη ή ανακριτική εξέταση εφαρμόζεται κυρίως από αστυνομικές και δικαστικές αρχές με σκοπό τη διερεύνηση εγκλημάτων και τη συλλογή αξιόπιστων, ακριβών και επαληθεύσιμων πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων. Στόχος της είναι η εξακρίβωση γεγονότων, ο εντοπισμός αντιφάσεων και η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των λεγομένων του εξεταζόμενου για ένα γεγονός ή μια παράνομη πράξη (Fisher & Geiselman, 2010). Ο ανακριτής οργανώνει τη διαδικασία με συγκεκριμένη στρατηγική, δίνοντας έμφαση στις λεπτομέρειες, το χρονοδιάγραμμα των γεγονότων και τον έλεγχο πιθανών αντιφάσεων. Οι ερωτήσεις που θέτει  είναι περισσότερο κατευθυνόμενες και στοχευμένες, ενώ συχνά χρησιμοποιούνται τεχνικές αξιολόγησης αξιοπιστίας και μνήμης και στρατηγικές πίεσης ή ελεγχόμενης καθοδήγησης, πάντοτε όμως μέσα στα όρια της νομιμότητας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων (Vrij et al., 2017). 

Που διαφοροποιούνται;

Μελετώντας και τις δύο μορφές συνέντευξης, διαπιστώνει κανείς ότι διαπραγματεύονται διαφορετικά ζητήματα. Οι βασικές διαφορές τους εντοπίζονται σε τέσσερα σημεία. Καταρχάς , διαφέρει ο σκοπός τους, καθώς η κλινική συνέντευξη επιδιώκει υποστήριξη, διαφάνεια, βοήθεια και κατανόηση, ενώ η ανακριτική προσπαθεί να αποσπάσει με κάθε τρόπο πληροφορίες για δικαστική αξιοποίηση. Έπειτα , διαφέρει η αλληλεπίδραση  με το άτομο. Στην κλινική διαδικασία αναπτύσσεται θεραπευτική συμμαχία και ασφάλεια, και το άτομο είναι θεραπευόμενος,  ενώ στην ανακριτική υπάρχει ασυμμετρία εξουσίας, συναισθήματα καχυποψίας και το άτομο είναι ανακρινόμενο, μάρτυρας ή ύποπτο. Τρίτον, οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται δεν ταυτίζονται,  διότι ο  κλινικός ειδικός επιτρέπει την ελεύθερη αφήγηση και έκφραση χωρίς φραγμούς αποφεύγοντας την πίεση, ενώ ο ανακριτής μπορεί να χρησιμοποιήσει πιεστικές, στοχευμένες και επαναληπτικές ερωτήσεις για επαλήθευση στοιχείων. Τέλος , πραγματοποιούνται σε διαφορετικά ηθικά και νομικά επιτρεπτά όρια και  πλαίσια (Bull & Milne, 2020). Η κλινική συνέντευξη διέπεται από το ιατρικό απόρρητο , την εχεμύθεια και τη θεραπευτική δεοντολογία, ενώ η ανακριτική από τη δικονομία και την ποινική δεοντολογία. 

Γιατί δεν είναι εναλλάξιμες;
Εν ολίγοις, η κλινική συνέντευξη εξετάζει κυρίως την ψυχική υγεία, τη συμπεριφορά, τις τραυματικές εμπειρίες, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη συναισθηματική κατάσταση του ατόμου. Όμως, η  ανακριτική συνέντευξη εστιάζει στην ανασύσταση γεγονότων, στον χρόνο και στον τόπο, στα κίνητρα του δράστη και στις πιθανές ενδείξεις ενοχής ή αθωότητας. Για τους παραπάνω λόγους, επομένως , δεν κρίνεται σκόπιμο να εναλλάσσονται , διότι η καθεμία υπηρετεί διαφορετικό επιστημονικό και κοινωνικό σκοπό. Αν χρησιμοποιούνταν ανακριτικές τεχνικές σε θεραπευτικό πλαίσιο, θα διαταρασσόταν η εμπιστοσύνη του θεραπευόμενου και πιθανόν θα προκαλούνταν ψυχολογική επιβάρυνση και δυσφορία, αντικρούοντας τον βασικό σκοπό της κλινικής που είναι η ανακούφιση του πάσχοντος . Αντίστοιχα, η αποκλειστικά υποστηρικτική στάση της δεν επαρκεί για τις απαιτήσεις μιας δικανικής έρευνας, όπου απαιτείται διασταύρωση πληροφοριών και αξιολόγηση αξιοπιστίας και της αλήθειας με όποιο δυνατό μέσο κρίνεται αναγκαίο.  
Εν κατακλείδι, η σύγχρονη επιστημονική βιβλιογραφία επισημαίνει ότι , παρότι και οι δύο μορφές βασίζονται στην επικοινωνία, διαφοροποιούνται ριζικά ως προς τη λειτουργία, τον σκοπό,  τις τεχνικές επικοινωνίας και τη δεοντολογία τους ( Shea, 2017).
Βιβλιογραφική Ανασκόπηση 

Bull, R., & Milne, R. (2020). Investigative interviewing. Springer.

Fisher, R. P., & Geiselman, R. E. (2010). Memory-enhancing techniques for investigative interviewing. Charles C Thomas Publisher.

Kaplan, H. I., & Sadock, B. J. (2015). Synopsis of psychiatry (11th ed.). Wolters Kluwer.

Morrison, J. (2014). The first interview (4th ed.). Guilford Press.

Shea, S. C. (2017). Psychiatric interviewing: The art of understanding (3rd ed.). Elsevier.

Sommers-Flanagan, J., & Sommers-Flanagan, R. (2021). Clinical interviewing (7th ed.). Wiley.

Vrij, A., Hope, L., & Fisher, R. P. (2017). Eliciting reliable information in investigative interviews. Policy Insights from the Behavioral and Brain Sciences, 4(2), 129–136